Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Ο μύθος της αριστερής ηγεμονίας

analyst


Η θριαμβευτική πορεία και η νίκη της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στηρίχθηκε επί πλέον στην ελκυστικότητα της έννοιας της ελευθερίας – κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει από την εποχή του Hayek, με το γνωστό βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη δουλεία». Το μανιφέστο δε της «Mont Pelerin Society» αναφερόταν ξεκάθαρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια – η οποία, κατά τον ίδιο, προϋποθέτει κυρίως την ατομική ελευθερία. Ποτέ δεν αναρωτήθηκε όμως κανείς εάν μπορεί να είναι ελεύθερος, όταν είναι βουτηγμένος στα χρέη – κάτι που ισχύει επίσης για τα κράτη, η άνοδος των οφειλών των οποίων ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα, για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης ιδέας, τα «κινήματα χειραφέτησης» του 1968 – τα οποία τοποθετούνταν εναντίον των κρατικών οργανισμών, των θεσμών του δημοσίου κοκ. Έτσι δημιουργήθηκαν περίεργες συμμαχίες, με απόλυτα αντικρουόμενους στόχους – όπου από τη μία πλευρά βρισκόταν η επαναστατούσα νεολαία, ενώ από την άλλη η οικονομική ελίτ, χωρίς να εμποδίζεται η μεταξύ τους συνεργασία.
.

Ανάλυση

- του Βασίλη Βιλιάρδου
Στη (εφαρμοσμένη) Δημοκρατία δεν είναι απαραίτητο να κερδίζει κανείς μόνο τα χειροκροτήματα του πλήθους των Πολιτών – αλλά, κυρίως, τη συγκατάθεση τους, την απόλυτη συμφωνία τους. Η ερώτηση των ελίτ στην περίπτωση αυτή είναι η εξής: «Πώς πείθει κανείς τις μάζες να ψηφίζουν εναντίον των συμφερόντων τους και εκείνες να χειροκροτούν υποστηρίζοντας στόχους, οι οποίοι αντιτίθενται στην ευημερία ή στις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης τους;» Η απάντηση είναι συχνά εντυπωσιακή, εξαιρετικά εύκολη:
«Τυφλοί από την ψευδαίσθηση της γνώσης, η οποία δημιουργείται από μόνη της και επιτυγχάνεται σε ένα κατασκεύασμα που ονομάζουμε δημόσια συζήτηση, θεωρούμε πως δεν υπάρχει τίποτα ισχυρότερο, από τη δύναμη του επιχειρήματος. Οι ιδέες δεν υπερισχύουν όμως επειδή είναι καλύτερες, αντικειμενικότερες ή πολύ πιο σωστά τεκμηριωμένες – αλλά επειδή έχουν τη δύναμη, την εξουσία δηλαδή με το μέρος τους«.
Θα μπορούσε τώρα η δημόσια συζήτηση να περιγραφεί ως ένας τόπος που γίνεται δημοκρατικά η προσπάθεια να πείσει κανείς με έντιμα επιχειρήματα τους άλλους – επίσης όμως, ως ένας τόπος που επιχειρείται η κακοποίηση, η παραπλάνηση και η χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Σπάνια δηλαδή πείθει αυτός που έχει δίκιο – αλλά, συνήθως, εκείνος που είναι καλύτερα εκπαιδευμένος και ικανότερος ρήτορας, που δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς, που δεν διστάζει να παραπλανήσει, που λέει έντεχνα ψέματα, που δημαγωγεί ανερυθρίαστα κοκ.
Κάτι ανάλογο επιτυγχάνεται με τη μονόπλευρη πανεπιστημιακή εκπαίδευση του τύπου της «σχολής του Σικάγο» – με τις δεξαμενές σκέψεις (Think Tanks) που χρηματοδοτούνται από τις διεθνείς ελίτ, με τα διατεταγμένα ΜΜΕ, καθώς επίσης με τις δημόσιες σχέσεις. Με έναν κλάδο που ξεπέρασε πριν από μερικά χρόνια σε αριθμό απασχολουμένων τα ΜΜΕ, ενώ θεωρείται ως ο βασικότερος «πολιορκητικός κριός» της επέλασης του ακραίου νεοφιλελευθερισμού – συνεπικουρούμενος από τους υπολοίπους.
Εν προκειμένω πρόκειται για έναν ανταγωνισμό ιδεών όπου, σύμφωνα με τον Ιταλό μαρξιστή A. Gramci (ο μαρξισμός είναι φιλοσοφικό σύστημα και όχι οικονομικό), καταφέρνει να αποκτήσει την πολιτιστική (πνευματική) ηγεμονία αυτός που έχει ένα πολιτικό πρόγραμμα (concept), το οποίο θέλει να επιβάλλει. Το θέμα όμως, το σημαντικότερο δηλαδή, είναι το πώς σχεδιάζει να το επιβάλλει, καθώς επίσης οι ικανότητες του – ενώ τα πάντα κρίνονται ως γνωστόν εκ του αποτελέσματος.

Η πνευματική ηγεμονία

Συνεχίζοντας, η θριαμβευτική πορεία του νεοφιλελευθερισμού αποτελεί ένα παράδειγμα, όσον αφορά την εντυπωσιακή νίκη μίας ιδεολογίας, τα αποτελέσματα και οι συνέπειες της οποίας είναι εις βάρος εκείνων, οι οποίοι επιλέγουν τη συγκεκριμένη ιδεολογία ή τους εκπροσώπους της – έχοντας κυριαρχήσει στις ισχυρότερες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1970, παρά το ότι αρκετοί αναφέρονται στην πνευματική ηγεμονία της αριστεράς που στην πραγματικότητα είναι σήμερα ανύπαρκτη.
Εδώ οφείλει κανείς να θυμηθεί ότι, μετά το 1945 ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μία μικρή οικονομική αίρεση – ενώ ακόμη και οι οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, καθώς επίσης το ΔΝΤ, είχαν ιδρυθεί σύμφωνα με το πνεύμα της θεωρίας του Keynes. Στόχος τους ήταν η ρύθμιση ή/και ο έλεγχος του παγκόσμιου ανταγωνισμού – σε καμία περίπτωση η οικονομική «εισβολή» σε μεμονωμένα κράτη, με σκοπό τη λεηλασία, καθώς επίσης το άνοιγμα των συνόρων τους στις διεθνείς πολυεθνικές και στα κερδοσκοπικά κεφάλαια.
Άλλωστε, οι καταστροφικές εμπειρίες των οικονομικών κρίσεων και των πολέμων του παρελθόντος, του ολοκληρωτισμού και του ναζισμού, είχαν καταστήσει επιθυμητή μία ελεγχόμενη διεθνή συμβίωση – ο βασικός στόχος της οποίας ήταν η εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης των ανθρώπων, της καταπολέμησης της ανεργίας δηλαδή, ενώ το μέσον, ο ιδανικός τρόπος για να επιτευχθεί, ένας «εξημερωμένος» καπιταλισμός.
Αυτός ο «ενσωματωμένος φιλελευθερισμός» (D. Harvey), με τις κοινωφελείς και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις στην ιδιοκτησία του κράτους, με την περιορισμένη ελευθερία των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων, καθώς επίσης με το δημόσιο έλεγχο των κυρίαρχων ΜΜΕ, εξασφάλιζε την «εξημέρωση» του καπιταλιστικού συστήματος – ενώ ο στόχος του νεοφιλελευθερισμού ήταν η σταδιακή κατάργηση όλων αυτών των περιορισμών.
Περαιτέρω, η κρίση του 1970 προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες στο τότε φιλελεύθερο σύστημα της μικτής οικονομίας, σύμφωνο με τις βασικές αρχές της θεωρίας του Keynes – ενώ είχε δημιουργήσει επίσης σοβαρά προβλήματα στις οικονομικές ελίτ.
Ειδικότερα, ο «εξημερωμένος» καπιταλισμός ή όπως αλλιώς θέλει να τον ονομάσει κανείς, είχε σοβαρές συνέπειες στην αναδιανομή των εισοδημάτων εις βάρος των ελίτ – αφού τα περιουσιακά στοιχεία του ισχυρότερου 1% της αμερικανικής κοινωνίας, άλλων χωρών επίσης, είχαν φτάσει στα χαμηλότερα επίπεδα μετά το 1913. Εάν λοιπόν δεν ήθελε να χάσει τη θέση της η ανώτατη τάξη, θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα, χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο.
Αυτό ακριβώς έκανε, με πολιορκητικό κριό την ανάκτηση της πνευματικής ηγεμονίας – με αποτέλεσμα να αυξηθεί στις Η.Π.Α., μεταξύ των ετών 1978 και 1999, η συμμετοχή του ανώτατου 0,1% στο εθνικό εισόδημα, από το 2% στο 6%. Κάτι ανάλογο συνέβη σε πολλά άλλα κράτη, όπως στη Μ. Βρετανία και στη Ρωσία, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης – ενώ χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, το Μεξικό και η Σουηδία άνοιξαν επίσης τις πόρτες τους στο νεοφιλελευθερισμό, προσπαθώντας να καταπολεμήσουν τις δικές τους οικονομικές κρίσεις.
Η ευγενής άμιλλα των επιχειρημάτων άγγιζε, τουλάχιστον στον τομέα της οικονομίας, τη «μυθοπλασία» – αφού επρόκειτο ουσιαστικά για την καθόλου ευγενή άμιλλα των αντικρουόμενων συμφερόντων. Η «πνευματική ηγεμονία» δε, η κυριαρχία της νέας ιδέας του νεοφιλελευθερισμού, κατακτήθηκε είτε καταναγκαστικά, όπως στη Χιλή ή στην Αργεντινή, με βίαιες δικτατορικές μεθόδους (αργότερα με «δημοκρατικές» και σήμερα με αριστερές κυβερνήσεις, κατά το παράδειγμα της Ελλάδας), είτε εξαγοράσθηκε με χρήματα, είτε επιβλήθηκε με το σύστημα του χρέους – όπως στα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη της Δύσης.
Συχνά πάντως θεωρεί κανείς πως η αφετηρία της πνευματικής ή, καλύτερα, πολιτιστικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού ήταν η ονομαζόμενη «Mont Pelerin Society» – η ομάδα δηλαδή που συγκροτήθηκε το 1947 από τον F. Hayek, συμπεριλαμβάνοντας ακαδημαϊκούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους, με στόχο να πείσει τις μελλοντικές γενιές για τα πλεονεκτήματα του οικονομικού φιλελευθερισμού.
Εν τούτοις, οι συναντήσεις της ομάδας αυτής εξυπηρετούσαν μόνο την πνευματική θεμελίωση της «νέας ιδέας», δεν είχαν δηλαδή στόχο την στρατηγική επιβολή της – ενώ ο νεοφιλελευθερισμός εκείνη την εποχή ήταν μία μικρή αίρεση, η οποία δεν είχε βρει ακόμη τον τρόπο να πείθει τα πλήθη να τοποθετούνται συλλογικά εναντίον των συμφερόντων τους.

Η άνοδος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού

Συνεχίζοντας, η μεγάλη στροφή έγινε το 1971, όπου καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού – όταν οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να αμυνθούν, οχυρώνοντας την οικονομία τους απέναντι σε όλους αυτούς που δήθεν ήθελαν να την καταστρέψουν. Έτσι, εκτός από τους πολέμους του δολαρίου (ανάλυση) ξεκίνησαν με μία συντονισμένη «επίθεση» στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα ΜΜΕ και στα δικαστήρια – για να επιβάλλουν έναν καινούργιο τρόπο οικονομικής σκέψης.
Το οικονομικό επιμελητήριο πολλαπλασίασε τα μέλη του, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, από 60.000 εταιρείες σε 250.000 – με αποτέλεσμα να αυξηθεί η χρηματοοικονομική του δύναμη, οπότε να μπορέσει να διαθέσει ήδη το 1972 το τεράστιο ποσόν για εκείνη την εποχή, ύψους 900 εκ. δολαρίων, για προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Ίδρυσε δεξαμενές σκέψεις, εξέδωσε χιλιάδες βιβλία και επηρέασε τα ΜΜΕ, τους διάφορους οργανισμούς, καθώς επίσης τις δημόσιες συζητήσεις σε τέτοιο βαθμό πού είναι αδύνατον να φαντασθεί κανείς –κατευθύνοντας ακόμη και τα βραβεία Νόμπελ της οικονομίας σε εκείνους που υπηρετούσαν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (επτά βραβεία σε 18 χρόνια δόθηκαν στα μέλη της «Mont Pelerin Society»). Φυσικά δεν αντιμετώπισε καμία δυσκολία, αφού ο επικεφαλής της επιτροπής των βραβείων Νόμπελ, ο Σουηδός κεντρικός τραπεζίτης, ήταν ο ίδιος μέλος της «Mont Pelerin Society».
Με τα απλά λόγια του κοινωνιολόγου D. Harvey, «η οικονομία είχε μάθει να δαπανά χρήματα ως μία πολιτική τάξη» – με έναν τρόπο μάλιστα τόσο αποτελεσματικό και μεθοδικό, ώστε τίποτα πλέον δεν «άνθιζε», εάν δεν ήταν νεοφιλελεύθερο.
Συνεχίζοντας, η θριαμβευτική πορεία και η νίκη της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στηρίχθηκε επί πλέον στην ελκυστικότητα της έννοιας της ελευθερίας – κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει από την εποχή του Hayek, με το γνωστό βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη δουλεία». Το μανιφέστο δε της «Mont Pelerin Society» αναφερόταν ξεκάθαρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια – η οποία, κατά τον ίδιο, προϋποθέτει κυρίως την ατομική ελευθερία. Ποτέ δεν αναρωτήθηκε όμως κανείς εάν μπορεί να είναι ελεύθερος, όταν είναι βουτηγμένος στα χρέη – κάτι που ισχύει επίσης για τα κράτη, η άνοδος των οφειλών των οποίων ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα, για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης ιδέας, τα «κινήματα χειραφέτησης» του 1968 – τα οποία τοποθετούνταν εναντίον των κρατικών οργανισμών, των θεσμών του δημοσίου κοκ. Έτσι δημιουργήθηκαν περίεργες συμμαχίες, με απόλυτα αντικρουόμενους στόχους – όπου από τη μία πλευρά βρισκόταν η επαναστατούσα νεολαία, ενώ από την άλλη η οικονομική ελίτ, χωρίς να εμποδίζεται η μεταξύ τους συνεργασία.
Στα πλαίσια αυτά, τα κλασσικά προστατευτικά εργατικά συνδικάτα φαίνονταν όλο και λιγότερο ελκυστικά, λόγω του ότι χαρακτηρίζονταν από περιορισμένη ελευθερία – όπως οι δούλοι που περιέγραφε στο βιβλίο του ο Hayek. Από την άλλη πλευρά, η πλήρως απελευθερωμένη αγορά ήταν εξαιρετικά ελκυστική – υποσχόμενη την απόλυτη ελευθερία, σε μία σύγχρονη και ευημερούσα κοινωνία, χωρίς κανένα εμπόδιο.
Φυσικά δεν γινόταν καμία αναφορά στις όλο και πιο συχνές οικονομικές κρίσεις, καθώς επίσης στις κερδοσκοπικές φούσκες, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η μεταφορά του πλούτου από τα κάτω προς τα επάνω – ή στη συνεχή αύξηση των χρεών στον πλανήτη, η οποία εξυπηρετεί επίσης τον ίδιο σκοπό.
Τέλος, ένας από τους σημαντικότερους αυστριακούς οικονομικούς αναλυτές, ο K. Polanyi, περιέγραψε τη μετάβαση της αγροτικής οικονομίας του 19ου αιώνα σε μία βιομηχανική, ως την είσοδο σε μία κοινωνία που μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα. Όσον αφορά τις συνέπειες της, έγραψε τα εξής:
«Το συμπέρασμα είναι μεν τρομακτικό, αλλά αναπόφευκτο για την πλήρη αποφυγή των αμφιβολιών που θα δημιουργούνταν. Οι μετατοπίσεις που προκαλούνται από τέτοιες «κατασκευές», όπως αυτή της οικονομίας της αγοράς, διαρρηγνύουν υποχρεωτικά, καταναγκαστικά, τις ανθρώπινες σχέσεις – απειλώντας το φυσικό βιοτικό χώρο των ανθρώπων με την απόλυτη καταστροφή».
Ο ίδιος επιστήμονας μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν της άποψης ότι, ο κίνδυνος είχε περάσει – με την έννοια πως οι κοινωνίες, με βάση τις τρομακτικές εμπειρίες τους (κρίση του 1929. Μεγάλη Ύφεση, 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος κοκ.), δεν θα επέτρεπαν πλέον να φύγει ο έλεγχος της οικονομίας από τα χέρια τους. Φυσικά δεν βίωσε την εποχή του καθεστώτος της M. Thatcher, η οποία οδήγησε στην εξουσία τη μικρή αίρεση του νεοφιλελευθερισμού, λέγοντας το γνωστό: «Δεν υπάρχει ένα τέτοιο πράγμα, όπως η κοινωνία» (There is no suchthing as society).

Επίλογος

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, οι Πολίτες βομβαρδίζονται σε καθημερινή βάση, με συνεχείς αναφορές στο ότι, δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της υπερχρεωμένης χώρας τους, από την παροχή δανείων εκ μέρους της Τρόικας – έναντι της υπογραφής των ακραία νεοφιλελεύθερων, τεκμηριωμένα καταστροφικών μνημονίων (ανάλυση).
Την ίδια στιγμή βέβαια κανένας δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, η λύση που έχει προκριθεί απλά «επιμερίζει» τα οδυνηρά αποτελέσματα της χρεοκοπίας σε περισσότερα χρόνια, μεταφέροντας τα ανεύθυνα στις επόμενες γενιές – ακόμη χειρότερα με ένα εξαιρετικά υψηλό τίμημα, όπως είναι η λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο δεν συνειδητοποιείται πως η κατάληξη, εάν συνεχισθεί η ίδια πολιτική, θα είναι ακριβώς η ίδια – η χρεοκοπία δηλαδή, πιθανότατα με το πτωχευτικό δίκαιο για κράτη που προετοιμάζει η Γερμανία, η οποία θα συμβεί όταν οι Έλληνες θα είναι απολύτως εξαθλιωμένοι, καθώς επίσης «απογυμνωμένοι» από όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία, έχοντας μετατραπεί σε γερμανική αποικίαΜεταξύ άλλων με την υπερβολική φορολόγηση και με τον ΕΝΦΙΑ που αποτελεί μία σταδιακή δήμευση, διαμοιρασμένη ποσοστιαία σε πολλά χρόνια – η οποία επιταχύνεται για εκείνους που χάνουν τη δυνατότητα να τον πληρώνουν, με αποτέλεσμα να κατάσχεται και να πλειστηριάζεται το ακίνητο τους.
Ενδεχομένως δε η Ελλάδα θα οδηγηθεί ταυτόχρονα στην έξοδο της από το ευρώ αφού, σύμφωνα ξανά με τη Γερμανία, δεν επιτρέπεται η πτώχευση μίας χώρας εντός της Ευρωζώνης – οπότε ο εφιάλτης που προσπαθεί να αποφύγει καταστρέφοντας σταδιακά την οικονομία της, θα ήταν κατά πολύ χειρότερος. Λύσεις πάντως, πραγματικές και όχι φανταστικές, υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν – όλες όμως προϋποθέτουν έναν αποφασισμένο και θαρραλέο λαό, ο οποίος δεν θα ανέχεται το συνεχές ποδοπάτημα του.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου