Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Ο Σάκης Καράγιωργας «δικάζει» τη Μεταπολίτευση


Τριάντα δύο χρόνια απ’ τον θάνατό του, η μορφή του Σάκη Καράγιωργα είναι αμείλικτο μέτρο των πολιτικών λογικών, των πολιτικών συμπεριφορών και των πολιτικών πεπραγμένων της Μεταπολίτευσης.  Προπαντός υπό το βάρος της ζοφερής της έκβασης, της χρεοκοπίας και της μνημονιακής μέγγενης, που, ακρωτηριάζοντας την αυτεξουσιότητα της εθνικής μας συλλογικότητας, κατέστησαν τη χώρα μας μετανεωτερική αποικία εντός της Ευρωζώνης.

Κι αυτό γιατί ο Καράγιωργας συμβολίζει την άλλη πολιτική σκέψη, εναλλακτική και τραγικά αδικαίωτη, την άλλη πολιτική στάση ζωής, ασύμβατη με βολικές «προσαρμοστικές» λογικές. Γιατί συμβολίζει το άλλο πολιτικό ήθος, με την άρρηκτη διαλεκτική ενότητα πολιτικής και ηθικής. Που και τα τρία μαζί σηματοδοτούσαν μια εναλλακτική στρατηγική και συνέθεταν μια υψηλή και απαιτητική κλίμακα αξιών, το ανελαστικό διατακτικό της οποίας προδιέγραφε μιαν άλλη από τη δρομολογημένη πορεία της Μεταπολίτευσης.
Ο χαρακτήρας της «μετάβασης» στη Μεταπολίτευση και η στρατηγική αρχιτεκτόνισή της απ’ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή οριοθέτησε αυτή την πορεία και εδραίωσε τη μεταπολιτευτική δημοκρατία επί της κοινωνίας. Για να είμαστε δίκαιοι, παρόλα αυτά, προφανώς και ήταν κατάκτηση για τον Τόπο μας.

Δεν μετεξελίχτηκε, όμως, στην πολύ αναγκαία δημοκρατία της κοινωνίας, όπως θα έπρεπε. Με τις ποιοτικές ασφαλιστικές δικλείδες ανάσχεσης των παρακμιακών ροπών και αποτροπή της οδυνηρά αρνητικής  τελικής της έκβασης, που είναι η χρεοκοπία και τα μνημόνια. Είναι γι’ αυτό τεράστιες οι ευθύνες τους.
Δεν ήταν βέβαια οι όποιες υπαρκτές εγγενείς αδυναμίες του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος που αιτιοκρατικά οδήγησαν στη χρεοκοπία. Ήταν περισσότερο, αν όχι κατά κύριο λόγο, η κακή εφαρμογή απ’ τους αρπακτικούς νομείς και επικαρπωτές της μεταπολιτευτικής  εξουσίας, απ’ τη δικομματική δηλαδή συγκυριαρχία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Στο καμίνι του αντιδικτατορικού αγώνα

Η υψηλή και απαιτητική κλίμακα αξιών του Σάκη Καράγιωργα, με ρίζες στην προδικτατορική περίοδο, σφυρηλατείται και παγιώνεται στο καμίνι του αντιδικτατορικού αγώνα. Στην περίπτωσή του είχε και πολύ μεγάλο προσωπικό τίμημα, τον βαρύ τραυματισμό στο δεξί του χέρι και στο κεφάλι, τα βασανιστήρια και την πολυετή φυλάκιση.
Ο επίλογος της απολογίας του στο Στρατοδικείο της χούντας ορίζει και καθορίζει, με υποδειγματική σαφήνεια, τη βαθύτερη ουσία του ανελαστικού διατακτικού της πολιτικής του ηθικής. Ηθικής που έμελλε να επισφραγίσει, σε ευθεία προέκταση της αντιστασιακής και τη μεταπολιτευτική πολιτική στάση ζωής του. Χωρίς, εννοείται, υποψία εκπτώσεων.
Διαβάζουμε σ’ αυτό το μνημειώδες κομμάτι της ιστορικής απολογίας του:
«Κύριοι στρατοδίκαι, είχα χρέος να αγωνιστώ προς αποκατάστασιν των δημοκρατικών ελευθεριών εις την χώραν. Είχα χρέος, πρώτον, ως άνθρωπος απέναντι της ιστορίας. Δεύτερον, ως καθηγητής απέναντι εις τους φοιτητές μου. Τέλος, είχα ένα προσωπικό χρέος απέναντι του ελληνικού λαού και της πατρίδος. Αυτός ο λαός έκανε πολλάς θυσίας και δαπάνες χάριν εμού. Με εσπούδασε εις τα ελληνικά Πανεπιστήμια, με έστειλε με υποτροφίαν δι’ ανωτέρας σπουδάς εις το εξωτερικόν, με έκανε καθηγητή ανωτάτης σχολής και ανώτατον κρατικόν λειτουργόν. Δι’ όλας αυτάς τας θυσίας, τι ζητεί αντάλλαγμα από εμέ ο ελληνικός λαός και η πατρίς; Τι ζητεί από όλους τους πνευματικούς ανθρώπους;  Δύο μόνο πράγματα.  Να προσφέρουν τας πνευματικάς των υπηρεσίας και να είναι θεματοφύλακες των ηθικών και πνευματικών αξιών του ελληνικού λαού. Είχα υποχρέωσιν, επομένως, κύριοι στρατοδίκαι, να εξοφλήσω αυτό το μεγάλο χρέος μου, ακόμη και αν παρίστατο ανάγκη να δώσω και την ζωή μου».
Ο ελληνικός, λοιπόν, λαός, κατά Καράγιωργα, ζητά από τους πνευματικούς του ανθρώπους να τον υπηρετούν με τις γνώσεις τους και να είναι θεματοφύλακες των ηθικών και πνευματικών του αξιών. Αυτή η υψηλή αίσθηση του χρέους ήταν γι’ αυτόν υπέρτατος και δια βίου νόμος της συνείδησής του.
Αυτό σημαίνει πως η λειτουργία αυτού του νόμου, καθόρισε, χωρίς αναιρετικά διλήμματα, την πολιτική του στάση και κατά τη Μεταπολίτευση,  με τους διαφορετικούς προφανώς όρους και τις διαφορετικές ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων του μεταπολιτευτικού περιβάλλοντος. Διαφορές, όμως, που σε καμιά περίπτωση δεν επέτρεπαν ελαστικοποίηση και ρευστοποίηση του εσώτερου πυρήνα αυτού του χρέους.
Αναφερόμενος ο Νίκος Πετραλιάς στο βαθύτερο περιεχόμενο της απολογίας Καράγιωργα σημειώνει:
«Χαρακτηριστικό γνώρισμά της είναι ότι ξεφεύγει όχι μόνο από της συμβάσεις του ίδιου του δικανικού λόγου, αλλά και από εκείνο το είδος απολογιών, στις οποίες ο κατηγορούμενος, μη αναγνωρίζοντας τη νομιμότητα του Στρατοδικείου, επικαλείται το φυσικό δικαστή… Η παράθεση των λόγων, που τον οδήγησαν στην αντίσταση κατά του καθεστώτος της στρατιωτικής δικτατορίας, δείχνει ότι δεν πρόκειται απλώς για την περίπτωση ενός εξεγερμένου διανοούμενου, που με τις πράξεις του αντιστέκεται εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος. Αντίθετα, γνωρίζει τη νομιμοποιητική βάση της αντιστασιακής του δράσης και την αντιπαραθέτει προς τη σαθρή νομιμοποιητική βάση του καθεστώτος της δικτατορίας».

Η πολιτική σκέψη του ως στρατηγική διεξόδου

Μετά απ’ αυτή την ενδεικτική αναφορά στο αντιστασιακό του ήθος, περνώ στην πολύ κρίσιμη ιχνηλάτηση της μεταπολιτευτικής πολιτικής διαδρομής του Σάκη Καράγιωργα. Θα προσπαθήσω  να φωτίσω και να αναδείξω την ασύγκριτα προωθημένη πολιτική του σκέψη για τη διαχείριση του μεταπολιτευτικού τέλματος και την ανακύκλωση των επιτεινόμενων αδιεξόδων. Η πολιτική σκέψη του Καράγιωργα, λοιπόν, εξακολουθεί να είναι μοναδικά επίκαιρη και να σηματοδοτεί τη στρατηγική διεξόδου για τον τόπο μας, σε αντινεοφιλελεύθερη, αντιμονεταριστική, όπως θα έλεγε ο ίδιος, και αντιμνημονιακή προφανώς κατεύθυνση.
Στο  πρώτο σημείο αυτής της ιχνηλασίας, στην αυτονόητη δηλαδή αντίθεσή του με το μεταπολιτευτικό συντηρητικό μπλοκ εξουσίας, που ανέλαβε, όπως ανέλαβε, τη διακυβέρνηση της χώρας μας μετά την κατάρρευση της χούντας, δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιμείνουμε.  Ο σοσιαλιστής Καράγιωργας δεν μπορούσε παρά να βρεθεί  απέναντι, στην άλλη όχθη.
Χωρίς, όμως, απλοϊκές ισοπεδωτικές και μανιχαϊστικές θεωρήσεις, όπως και χωρίς να παραβλέπει τον συντελούμενο συντηρητικό εκσυγχρονισμό, σίγουρα εγγενώς οριακό, απ’ αυτή την εξουσία.  Κι όχι μόνο χωρίς να παραβλέπει, αλλά πρωτίστως αυτός να βλέπει και να ερμηνεύει σωστά το χαρακτήρα του πολιτικού εκσυγχρονισμού που αρχιτεκτόνησε ο Καραμανλής. 
Εννοώ το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα της δικομματικής εναλλαγής στη διαχείριση της εξουσίας.  Που, αν το είχε αναλύσει σωστά η μεταπολιτευτική Αριστερά, θα είχε βγάλει την «αντι-δεξιά», με όρους παρελθόντος (εμφύλιος, κράτος Δεξιάς, Χούντα), θηλιά και θα αντιμάχονταν τη σύγχρονη Δεξιά στη δικομματική διαχειριστική της έκφραση και όχι το «φάντασμά» της.  Που, βέβαια, εκτόνωνε τη σωρευμένη οργή του αριστερού και δημοκρατικού κόσμου, που είχε υποστεί το μετεμφυλιακό κράτος αυτής της Δεξιάς και τη Χούντα που κυοφορήθηκε στα σπλάχνα του.
Γράφει επ’ αυτού ο Καράγιωργας το 1981:
«Τα κέντρα εξουσίας προετοίμασαν μια πολιτική διάρθρωση του εξής τόπου: Δύο αστικά κόμματα που να έχουν βασικό στρατηγικό σκοπό τη διαχείριση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κυρίως τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Αυτά τα κόμματα θα εναλλάσσονται στην εξουσία. Γιατί δύο κόμματα; Γιατί κάθε εκσυγχρονισμός έχει ένα κόστος που πέφτει στις πλάτες κάποιας κοινωνικής ομάδας. Αυτή την κοινωνική δυσαρέσκεια θα την απορροφά μια το ένα κόμμα και μια το άλλο» (Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες – Άρθρα – Ομιλίες, 3 τόμος, σελ. 204).
Πρόκειται για μια κεφαλαιώδους σημασίας πολιτική ανάγνωση, που, αν ήταν κοινή ανάγνωση της μεταπολιτευτικής Αριστεράς και του προοδευτικού κόσμου συνολικότερα, προφανώς και θα ήταν άλλη η πορεία αλλά και η έκβαση της Μεταπολίτευσης.  Καθώς, αν μη τι άλλο, δεν θα υπήρχαν ή θα ήταν πολύ στενά τα περιθώρια της πολιτικής παραπλάνησης του κόσμου.

Η τραυματικά άδοξη επιλογή ΠΑΣΟΚ

Αφήνοντας για πιο κάτω τις επιπτώσεις της παρωχημένης και αυτο-παγιδευτικής «αντιδεξιάς» πολιτικής της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, περνώ στο δεύτερο σημείο της μεταπολιτευτικής πορείας του Σάκη Καράγιωργα. Κομβικό σημείο, που είναι η επιλογή του ΠΑΣΟΚ, τραυματικά άδοξη επιλογή, όπως όλοι ξέρουμε.
Δεν χωράνε σε αυτές τις γραμμές τα «πώς» και τα «γιατί» αυτής της επιλογής, που σε κάθε περίπτωση μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο στις ιδιαίτερες συνθήκες που συντελέστηκε. Και προπαντός υπό το βάρος της προσδοκίας πως η εφτάχρονη δικτατορία είχε βάλει μυαλό σε όλους μας.
Θα αρκεστώ, γι’ αυτό, να πω, ως υποψία εξήγησης, πως ο Σάκης συνδέονταν στενά με τον Ανδρέα απ’ την προδικτατορική περίοδο. Ήταν από τους κύριους υπέρμαχους της συνεργασίας «Δημοκρατικής Άμυνας» – Ανδρέα, ρίχνοντας όλο το αυξημένο βάρος του υπέρ αυτής της συνεργασίας και αντιμετωπίζοντας με καλοπιστία τον παλιό του φίλο.  Με την πίστη πως η ρήτρα των δημοκρατικών διαδικασιών, τέταρτη καταστατική αρχή της «Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη», θα απέτρεπε τις όποιες πιθανές επιπλοκές.  Κάτι που δυστυχώς δεν έγινε.
Όπως και να έχει, ο σοσιαλιστής Καράγιωργας, σ’ εκείνη την κρίσιμη για τον τόπο μας αφετηρία, επέλεξε ένα νεότευκτο σοσιαλιστικό φορέα, απολύτως πεπεισμένος για την αναγκαιότητα ενός σύγχρονου σοσιαλιστικού κόμματος, ενός ριζοσπαστικού κόμματος της νέας Αριστεράς. Με δεδομένες τις αδυναμίες, την ιστορικότητα της κρίσης και το πολιτικο/ιδεολογικό βραχυκύκλωμα της παραδοσιακής Αριστεράς.
Με τη μεγάλη, όμως, επιπλοκή στη λειτουργία του ΠΑΣΟΚ, η ρήξη Ανδρέα Παπανδρέου – Σάκη Καράγιωργα δεν άργησε.  Αναφέρομαι στη μεγάλη κρίση του 1975, με τις δεκάδες και εκατοντάδες διαγραφές στελεχών, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Καράγιωργας.
Πρόκειται για ένα  πολύ κρίσιμο επεισόδιο, που προσδιόρισε τον βαθύτερο χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ. Αλλά, διαμέσου αυτού, και την πορεία της Μεταπολίτευσης συνολικότερα. Όσο κι αν μια τέτοια ερμηνευτική αναγωγή μοιάζει υπερβολική ή και ανεδαφική, ιδίως γιατί το κατάπιε αυτό το «επεισόδιο» η χοάνη της Μεταπολίτευσης και δεν φωτίστηκε ποτέ το βάθος του.
Στη διάρκεια πάντως αυτής της κρίσης, μέσα από την οποία αναδύθηκε το αρχηγικό ΠΑΣΟΚ, με το «βυθό» του, από όπου και η ύβρις σε εκείνο το παράξενο «προσυνέδριο»: «κάτσε κάτω κουλοχέρη»! Με το βαθύτερο συμβολισμό της, αναμετρήθηκαν, στην πρώϊμη μορφή της, οι δυο κυρίαρχες αντιλήψεις όχι μόνο για τη λειτουργία του νεοϊδρυμένου κόμματος αλλά και του μεταπολιτευτικού πολιτικού μας συστήματος.
Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για μια κρίση που προέκυψε από διαδικαστικού χαρακτήρα αίτια, που κι αυτά, ως αφορμές, σίγουρα δεν έλειψαν. Αλλά για μια πολύ μεγάλη κρίση, μέσα από την οποία μπορούν να αναγνωστούν και οι πολιτικές συντεταγμένες της Μεταπολίτευσης.
Γιατί, στο βάθος της, συγκρούονται δύο αντιλήψεις: από τη μια η αρχιτεκτονημένη, όπως είπαμε, απ’ τον Καραμανλή δημοκρατία επί της κοινωνίας,  στην οποία προσχώρησε με τον τρόπο του, έξυπνα παραπλανητικό, και ο Αντρέας. Η «κρίση» δεν ήταν ίσως άσχετη απ’ αυτή του την επιλογή. Από την άλλη η δημοκρατία της κοινωνίας, που θέλει τον λαό γνήσιο συλλογικό υποκείμενο και όχι «δημοκρατικώς» ελεγχόμενο αντικείμενο της ιστορίας του. Οπότε και με όλες τις ψευδαισθήσεις δρώντος συλλογικού υποκειμένου, όπως ο δικός μας λαός στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες.
Για τον Σάκη Καράγιωργα, η δημοκρατία δεν ήταν είδος πολυτελείας, που μπορούσε να λείψει απ’ το πολιτικό τραπέζι του ΠΑΣΟΚ. Ως υπέρτατο μέσο και υπέρτατος σκοπός η ίδια, αποτελούσε το θεμέλιο της σωστής ύπαρξής του, τον πρωταρχικό και αναπαλλοτρίωτο όρο για να πετύχει τους στόχους του, κοντινούς και μακροπρόθεσμους, των οποίων επίσης ήταν η βαθύτερη ουσία.
Δεν ήταν, δηλαδή, απλώς η εγγύηση για να οδηγηθεί το ΠΑΣΟΚ στην επιτυχία, αλλά, πολύ περισσότερο, η εγγύηση και η ουσία αυτής της επιτυχίας. Γιατί ο Καράγιωργας ήξερε καλά πως χωρίς δημοκρατία τα πάντα μεταπίπτουν σε μέσα προς σκοπόν, με συνέπειες που δεν ήταν και πολύ δύσκολο να τις φανταστεί κανείς.
Όπως δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί και η σταδιακή μετάπτωση της πολιτικής διαχείρισης της εξουσίας απ’ το ΠΑΣΟΚ σε διαχειριστική νομή της εξουσίας, που είναι και το βασικό αίτιο της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης. Το αρχηγικό κομματικό μοντέλο, με τα αρχηγικά «ποπουλίστικα» χαρακτηριστικά του, έπληττε στην καρδιά της την πολιτική φιλοσοφία του σοσιαλιστή Καράγιωργα, που πίστευε πως:
«Το σοσιαλιστικό κόμμα πρέπει να αποτελέσει τον ισχυρότερο μηχανισμό πολιτικής διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων στην ιδέα της κοινωνικής δημοκρατίας. Το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι περισσότερο όργανο πολιτικής και ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης και λιγότερο όργανο πολιτικής εξουσίας. Βασική προϋπόθεση για να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο του είναι ότι το ίδιο το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι δημοκρατικά οργανωμένο» (Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες – Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, Σελ. 275)

Το ΣΥΝ στον συνασπισμό

Με την βεβαιότητα ότι γίνονται οι ερμηνευτικές αναγωγές για το πώς φτάσαμε στη Χρεοκοπία, γι’ αυτό και τα λέω, περνώ στο τρίτο σημείο της ιχνηλασίας των μεταπολιτευτικών βημάτων του Σάκη Καράγιωργα, που είναι αυτό της «Συμμαχίας» του 1977.  Όπου, μετά το ΠΑΣΟΚ, κρίθηκε επίσης άδοξα και η δεύτερη ελπίδα του, μικρότερη αυτή, για μια ποιοτική προοδευτική πολιτική παρέμβαση στην πολιτική μας ζωή.
Με αφορμή αυτό το εγχείρημα-πείραμα διατύπωσε βασικές κατευθύνσεις μιας συνολικής για το αριστερό και προοδευτικό κίνημα στρατηγικής (Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες – Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, σελ. 107 – 112). Μετά την αποτυχία της «Συμμαχίας» και δέκα χρόνια αργότερα, φάνηκε να αποτελεί και τη στρατηγική βάση του ενιαίου «ΣΥΝ της Αριστεράς και της Προόδου».
Πάλι, όμως, χωρίς αποτέλεσμα.  Κι έχει σχεδόν ξεχαστεί πως και το όνομα του ΣΥΝ, εννοιολογικά τουλάχιστον, είχε τότε προαγγελθεί απ’ τον Καράγιωργα, που πρώτος αυτός μίλησε για «συνασπισμό των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων», η  βαθύτερη στρατηγική λογική του οποίου είναι εξακολουθητικά επίκαιρη.

Η παραπλάνηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Τον Ιούνιο του 1985, σε συνέδριο που οργάνωσαν στα Χανιά το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τοπικές πολιτιστικές οργανώσεις με θέμα: «Η πολιτική των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης για τη διαχείριση της οικονομική κρίσης», εκφώνησε μια σαγηνευτικής απλότητας ομιλία, όπως το συνήθιζε. Την τελευταία δυστυχώς της ζωής του. Σ’ αυτήν αποκάλυψε με ενάργεια όλο το παιγνίδι της ιδεολογικο/πολιτικής παραπλάνησης των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης, κύριων υπεύθυνων, με τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις τους, για τα σημερινά αδιέξοδα της ΕΕ. Όπως, μαζί τους, αποκάλυψε και την ιδεολογικο/πολιτική παραπλάνηση του ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο της ελληνικής δικομματικής διαχειριστικής συγκυριαρχίας (Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες – Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, σελ. 298 – 305, εκδ. ΙΣΥ).
Στηριζόμενος κυρίως σ’ αυτή την ομιλία του, όχι όμως μόνο σ’ αυτήν, περνώ στο τέταρτο και τελευταίο σημείο της μεταπολιτευτικής ιχνηλασίας των βημάτων του Σάκη Καράγιωργα. Έχει ακριβώς σχέση με τις αληθινά μαρξιστικές και γι’ αυτό πολύ προωθημένες, τότε, αναλύσεις για το ρόλο του ΠΑΣΟΚ ως κόμματος εξουσίας, την ώρα που τα κόμματα της Αριστεράς παρέμεναν αφελώς, όπως έχουμε προαναφέρει, παγιδευμένα σε παρωχημένες «αντι-δεξιές»  και τραυματικές πολιτικές και στα συνακόλουθα περί προοδευτικών δυνάμεων της «Αλλαγής».
Κι είναι απ’ τα πολύ παράδοξα, που ακόμα και σήμερα, παρά τη Χρεοκοπία και την αποκαθήλωση «εικονισμάτων» της Μεταπολίτευσης, επανέρχονται, για την ώρα …αιδημόνως,  τέτοιες «αναγνώσεις». Αναγνώσεις που δείχνουν πως κάποιοι δεν έχουν καταλάβει τι και γιατί συνέβη σ’ αυτό τον τόπο. Προπαντός δεν έχουν καταλάβει πως, χωρίς ρήξη με τις νοσηρές λογικές και πρακτικές της Μεταπολίτευσης, ή ακόμα χειρότερα, ανακυκλώνοντας τα πολιτικά της «πίτουρα», δεν θα βγούμε σε μεταμνημονιακό ξέφωτο.

Η αποκαλυπτική αναλυτική λογική του Καράγιωργα

Θα δώσω, εν συντομία, δείγματα αυτής της αποκαλυπτικής αναλυτικής λογικής του Σάκη Καράγιωργα, κυρίως για να μην υπάρχει η εντύπωση πως κανείς δεν είδε, κανείς δεν κατάλαβε, κανείς δεν μίλησε για τα κακώς γινόμενα, ή για να μην υπάρχει η εντύπωση πως πήγε στραβά η Μεταπολίτευση, γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Πως κατά προέκταση χρεοκοπήσαμε, γιατί δεν γινόταν αλλιώς, πως είναι άγονη η εφταετής διαχείριση της χρεοκοπίας, γιατί δεν γίνεται αλλιώς.
Όχι, υπήρχαν άνθρωποι που είδαν, κατάλαβαν και μίλησαν εγκαίρως, όπως ο Σάκης Καράγιωργας.  Όχι, προφανώς και γινόταν αλλιώς, όπως και τώρα μπορεί να γίνει αλλιώς.  Πάντοτε γίνεται και αλλιώς στην ιστορία των λαών, όταν  αυτοί το θέλουν και είναι αποφασισμένοι να πληρώσουν το κόστος του «αλλιώς».
Πρώτο δείγμα, λοιπόν: Τον Δεκέμβριο του 1981, με τον ενθουσιασμό της «αλλαγής» στο κατακόρυφο, λίγο δηλαδή μετά τις νικηφόρες για το ΠΑΣΟΚ αλλαγές, ο Καράγιωργας, που έβλεπε πίσω απ’ την  επιφάνεια των πραγμάτων, φαινόταν παράταιρος και ξένιζε, καθώς χαρακτήριζε την περιώνυμη πασοκική αλλαγή «εναλλαγή για εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστικής εξουσίας» και προσγείωνε στα δεδομένα της πραγματικότητας.
Διαβάζουμε σε συνέντευξή του στην ΑΥΓΗ (13.12.81):
«Κολοσσιαίας σημασίας, μπορώ να πω ιστορικής σημασίας γεγονός, ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα της 18ης Οκτωβρίου. Βασική όμως όχι όπως ερμηνεύουν το αποτέλεσμα τα δημοκρατικά κόμματα. Ότι δηλαδή μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, διώχτηκε οριστικά η Δεξιά κι έχουμε απαρχή σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτά, ψυχρά θεωρώντας τα, είναι ευσεβείς πόθοι».
Δεύτερο δείγμα: Αναλύοντας τα βαθύτερα αίτια των αδιεξόδων της διαχειριστικής πολιτικής των σοσιαλιστικών, κατ’ όνομα, κομμάτων της Ευρώπης, μαζί και του ΠΑΣΟΚ, αναφέρεται στον ιδιαίτερο ρόλο τους στη διαχείριση της κρίσης των κοινωνιών τους:
«Τα κόμματα αυτά, λέει, ουσιαστικά δεν είναι σοσιαλιστικά. Είναι αστικά κόμματα, που ντύνονται τον μανδύα του σοσιαλισμού για να νομιμοποιηθούν σε αριστερές μάζες του λαού, έτσι ώστε να περάσουν την εκσυγχρονιστική πολιτική του καπιταλισμού, χωρίς κοινωνικές εντάσεις και αναταραχές. Πρόκειται για ένα, γκραμσιανού τύπου, ιδεολογικο/πολιτικό μπλοκ εξουσίας, που χρησιμοποιεί την ιδεολογία του σοσιαλισμού για να εγκλωβίζει μάζες λαού και για να μπλοκάρει κοινωνικές εντάσεις και αναταραχές από την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων». (Σάκης Καράγιωργας Μελέτες-Άρθρα-Ομιλίες 3ος Τόμος, σελ.303).
Τρίτο και τελευταίο δείγμα: Στο πλαίσιο αυτών των καίριων αναλύσεών του εισάγει και έναν όρο-κλειδί, για να κατανοηθεί η σύνθετη πολιτική του κυρίαρχου αστικού μπλοκ εξουσίας μέσα από τον αριστεροφανή πόλο των σοσιαλιστικών κομμάτων. Εννοώ την ιδεολογικη/πολιτική παραπλάνηση, που προωθείται με τους εγχώριους και τους διεθνείς μηχανισμούς της αστικής εξουσίας.
Προπαντός με την ενσωμάτωση ενός μεγάλου μέρους της διανόησης, κατά προτίμηση πρώην αριστερής ή εμφανιζόμενης ως αριστερής, με προνομιακή πάντοτε πρόσβαση στα συστημικά ΜΜΕ και προβολή στο δημόσιο χώρο. Παρ’ ότι πολύ θα άξιζε, δεν θα ενδώσω στην πρόκληση για περαιτέρω αναφορά στην πολύ διαφωτιστική αναλυτική του σκέψη επ’ αυτού.
Πρέπει να περάσω στον επίλογο της πολύ ενδεικτικής ιχνηλασίας μου στη φωτεινή, φωτισμένη και μοναδικά διαφωτιστική πολιτική σκέψη του Σάκη Καράγιωργα, που πολύ τη χρειαζόμαστε τούτους τους πολύ δίσεκτους καιρούς της οδυνηρά βιούμενης μεταπολιτευτικής χρεοκοπίας και της παρομοίως οδυνηρά άγονης εφταετούς  διαχείρισής της.

«Γίνεται κι αλλιώς»

Αποφεύγοντας, θέλω να πιστεύω, αγιογραφικές υπερβολές αταίριαστες στο ήθος του και περιττές, προσπάθησα να αναδείξω, με όση καθαρότητα μπορούσα, τη διαρκή αντίσταση του Σάκη Καράγιωργα. Έτσι, όπως αυτή απέρρεε απ’ το υψηλό αξιακό διατακτικό της διαλεκτικής ενότητας: παιδείας, δημοκρατίας, ελευθερίας, σοσιαλισμού και πατριωτισμού. Του δημοκρατικού πατριωτισμού του Ρήγα Φεραίου και της ΕΑΜικής Αντίστασης, που του όριζε το υψηλό του χρέος προς τον ελληνικό λαό και την πατρίδα.  Κι είναι διαχρονικά οδηγητικό δείγμα μεγάλου ανδρός η ερώτησή του και η απάντησή του μπροστά στους στρατοδίκες:
«Τι ζητεί ως αντάλλαγμα από εμέ ο ελληνικός λαός και η πατρίς;  Τι ζητεί από όλους τους πνευματικούς ανθρώπους;  Δύο μόνο πράγματα.  Να προσφέρουν τας επιστημονικάς των υπηρεσίας και να είναι θεματοφύλακες, των ηθικών και πνευματικών αξιών του ελληνικού λαού».
Ο Σάκης Καράγιωργας έρχεται απ’ τις καλύτερες αγωνιστικές παραδόσεις του ελληνικού λαού, αλλά και απ’ το καλύτερο μέλλον του. Δεν είναι, όπως λέει ο συναγωνιστής του Νίκος Κωνσταντόπουλος «ιστορικό έκθεμα, αλλά ενεργός δύναμη αφύπνισης και δημιουργικής αντίστασης», «δικάζει» με ό,τι συμβολίζει. Δικάζει την πολιτική της ενοχής και την κοινωνία της συνενοχής.  Δικάζει την εξουσία της ενοχής και τη διανόηση της συνενοχής. Δικάζει, γιατί θυμίζει πως υπήρχε και άλλος δρόμος στη Μεταπολίτευση. Δικάζει, γιατί και τώρα, στην άγονη εφταετή διαχείριση της Χρεοκοπίας της χώρας μας, με την μελαγχολία, την «κατήφεια» και «κατάμεμψη», για να προσφύγουμε στον Θουκυδίδη, υπάρχει άλλος δρόμος.
  • Μπορούμε να προχωρήσουμε αλλιώς, χωρίς να φάμε κι εμείς, όπως θα ξαναέλεγε, το ψωμί του μέλλοντος των παιδιών μας ή ό,τι άφησαν απ’ αυτό οι γνωστοί άρπαγες, που έχουν το θράσος να θέλουν να ξανακυβερνήσουν τον δύσμοιρο Τόπο μας.
  • Μπορούμε να προχωρήσουμε αλλιώς, χωρίς να υποθηκεύουμε διαρκώς το μέλλον μας, όπως σηματοδοτεί αυτόν τον άλλο προσανατολισμό ο Σάκης Καράγιωργας. Κι «αλλιώς» χωρίς εθνική αυτεξουσιότητα, δεν νοείται.
Ας μου επιτραπεί, κλείνοντας, μια τελευταία κουβέντα: ας μην φορτώσουν ασήκωτο άγος και στίγμα στους απογόνους τους, όσοι αφρόνως τα βάζουν με τη μνήμη του.  Γιατί οι γενιές του μέλλοντος θα μνημονεύουν Σάκη Καράγιωργα!






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου