Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Η αισιοδοξία και τα αγκάθια για την ελληνική αγορά


Κρίσιμοι οι επόμενοι μήνες για την πορεία της οικονομίας. Το μήνυμα από τα deals που κλείνουν τις τελευταίες εβδομάδες και ο κίνδυνος της στασιμότητας. Σε ποια όπλα ποντάρει η αγορά και ποιοι είναι οι μεγάλοι πονοκέφαλοι.

του Στέφανου Kοτζαμάνη
Την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά το Eurogroup της 15ης Ιουνίου προσπαθούν να προβλέψουν επενδυτές, για να πάρουν τις σωστές επενδυτικές αποφάσεις.
Αν και όλοι συμφωνούν πως αποκαταστάθηκε ως ένα βαθμό η ομαλότητα και πως αναμένονται αρκετοί «ήρεμοι» μήνες μπροστά μας, άλλοι θεωρούν πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκκίνησης ενός μακροπρόθεσμου ανοδικού κύκλου για την ελληνική οικονομία και άλλοι φοβούνται πως κινδυνεύουμε να μπούμε σε μια φάση «στασιμοχρεοκοπίας», με το ΑΕΠ να κινείται για μεγάλο χρονικό διάστημα με ένα ρυθμό γύρω στο +1%.
Επί του παρόντος, πάντως, η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία επιτρέπει σε επενδυτές του εξωτερικού να τοποθετούν μεγάλα ποσά σε εγχώρια περιουσιακά στοιχεία, όπως ασφαλιστικές εταιρείες, ξενοδοχεία, εμπορικά ακίνητα και λοιπά εγχώρια περιουσιακά στοιχεία.
Οι αισιόδοξοι μιλούν για ένα πολύ καλύτερο κλίμα στην Ευρώπη (μείωση πολιτικού ρίσκου, ανάπτυξη κοντά στο 2%), για ύπαρξη πολύ μεγάλης ρευστότητας στο εξωτερικό που αναζητά επενδυτικούς προορισμούς και για μια Ελλάδα που αρκεί να απορροφήσει… σταγόνες από αυτό το ενδιαφέρον για να μπει ξανά σε τροχιά (ουσιαστικής) ανάπτυξης.

«Είναι τόσο αφελείς οι επενδυτές της Εθνικής Ασφαλιστικής που είναι διατεθειμένοι να δώσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, αποκτώντας μια εταιρεία γεμάτη ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ομόλογα μετοχές και ακίνητα;», αναρωτιέται γνωστό στέλεχος της αγοράς. «Είναι τόσο αφελείς οι ιδιοκτήτες της Varde που προτίθενται να δώσουν τόσα πολλά εκατομμύρια ευρώ για να τοποθετηθούν σε ελληνικά επαγγελματικά ακίνητα, άρα και στην εγχώρια ζήτηση;», συμπληρώνει.
Ειδικότερα, ο Θεόδωρος Μητράκος, υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, αναφέρθηκε με ενθαρρυντικά σχόλια τόσο για την ελληνική οικονομία, όσο και για τις προοπτικές του ασφαλιστικού κλάδου, εστιάζοντας μεταξύ άλλων: α) στην εξισορρόπηση που έχει επιτευχθεί τόσο, στο δημοσιονομικό μέτωπο, όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών β) στις προβλέψεις των αναλυτών, οι περισσότερες εκ των οποίων αναφέρονται σε αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ γύρω στο 2% μέσα στο 2017, και γ) στα θετικά στατιστικά στοιχεία που προκύπτουν σε διάφορους τομείς, όπως στον τουρισμό, στις εξαγωγές και στη βιομηχανία.
Υπό την προϋπόθεση, λοιπόν, ότι η Ελλάδα θα καταφέρει από το δεύτερο εξάμηνο του 2017 να επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, διαμορφώνονται θετικές προοπτικές και για το ελληνικό χρηματιστήριο, όπου:
1. Η κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών (πλην των τραπεζών) συνεχίζει να ανεβαίνει και φέτος, για τέταρτη συνεχή χρονιά μετά το ελάχιστο επίπεδο του 2013.
2. Όλα δείχνουν πως αυξημένες θα είναι φέτος και οι χρηματικές διανομές (μερίσματα και επιστροφές κεφαλαίου) των εισηγμένων εταιρειών προς τους μετόχους τους. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει απάντηση στο ερώτημα του αν οι ελληνικές μετοχές στο Χρηματιστήριο της Αθήνας είναι πλέον «ακριβές», καθώς, αν δεν συμπεριλάβουμε τις τράπεζες, οι τιμές τους καταγράφουν υψηλό επταετίας! Και αυτό γιατί λόγω των αυξημένων χρηματικών διανομών, η μέση μερισματική απόδοση υπερβαίνει σαφώς το 2%, όταν τα επιτόκια των προθεσμιακών τραπεζικών καταθέσεων δύσκολα ξεπερνούν το 0,5% -και μάλιστα η τάση τους είναι πτωτική.
Συνολικότερα, οι υποστηρικτές του θετικού σεναρίου ποντάρουν στο φαινόμενο της σταδιακής επανόδου της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα. Αυτή ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2015 με την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και συνεχίστηκε με τις δύο θετικές αξιολογήσεις. Παράλληλα, παρατηρείται μια σταδιακή στροφή της κυβέρνησης υπέρ επιλογών που υποστηρίζονται από την αγορά (όπως προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και των επενδύσεων) που με τη σειρά τους μπορούν να βοηθήσουν στο τίναγμα της οικονομίας.

Οι επιφυλακτικοί

Υπάρχει, ωστόσο, και διαφορετική ανάγνωση της επόμενης μέρας για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα, λοιπόν, με γνωστό παράγοντα της αγοράς, «Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να τρέχει για την επόμενη πενταετία με μέσο ρυθμό ανάπτυξης άνω του 1% ή έστω του 1,5% και ο λόγος είναι προφανής. Από το 2013 και μετά η εγχώρια κατανάλωση είναι μεγαλύτερη από το εισόδημα (κατά 7,5% το 2015, κατά 9% περίπου το 2016), πράγμα που σημαίνει ότι το μέσο ελληνικό νοικοκυριό… τρώει από τα έτοιμα. Είναι προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα και ότι μέσα στα επόμενα χρόνια η κατανάλωση θα επηρεαστεί πτωτικά.
Επιπλέον, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι το πρόγραμμα της δημοσιονομικής λιτότητας θα εντείνεται χρόνο με τον χρόνο, τουλάχιστον μέχρι και το 2020. Ενδεικτικά παραδείγματα η πλήρης εξάλειψη του ΕΚΑΣ, οι νέες μειώσεις συντάξεων από το 2019 και η πτώση του αφορολόγητου ορίου από το 2020.
Και το ζητούμενο τώρα είναι το εξής: πόσο θα αυξηθούν οι επενδύσεις για να μπορέσουν να υπερκαλύψουν τις παραπάνω επιπτώσεις; Η απάντηση είναι πως σε ένα πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα που παραμένει ασταθές εδώ και τόσα χρόνια, ή με μια κρατική μηχανή που χαρακτηρίζεται από απίστευτες δυνάμεις αδρανείας, εκτιμώ ότι τα περί προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων είναι παρακινδυνευμένες εκτιμήσεις».

Τρέχουν τα τραπεζικά επιτελεία

Μετά από πολλά χρόνια, κατά το πρώτο φετινό εξάμηνο βλέπουμε τον τραπεζικό δείκτη να καταγράφει κέρδη, καθώς λόγω της επικρατούσας κινητικότητας, εκφράζεται από πολλούς πλέον η εκτίμηση ότι οι εγχώριες τράπεζες είτε δεν θα χρειαστούν νέα ανακεφαλαιοποίηση είτε αυτή θα είναι σαφώς περιορισμένη.
Με ενδιαφέρον επίσης παρακολουθεί η επενδυτική κοινότητα την έντονη κινητικότητα που επικρατεί το τελευταίο χρονικό διάστημα στον χώρο των τραπεζών και μάλιστα σε όλα τα μέτωπα που τις αφορούν.
Βλέπουμε για παράδειγμα να γίνονται αρκετοί πλειστηριασμοί εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια, με αποτέλεσμα να μπαίνει ζεστό χρήμα στα ταμεία των τραπεζών.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά του ΔΟΛ, του ξενοδοχείου «Ledra» και τα περιουσιακά στοιχεία της Mamidoil. Από το φθινόπωρο αναμένεται να βγουν προς πώληση και οι μετοχικές, πλειοψηφικές συμμετοχές στους δύο μεγάλους ιχθυοκαλλιεργητικούς ομίλους της χώρας (Νηρέας και Σελόντα).
Παράλληλα, οι τράπεζες τρέχουν για να πουλήσουν θυγατρικές τους εταιρείες σε Ελλάδα και εξωτερικό, προκειμένου να ενισχύσουν τους δείκτες κεφαλαιακής τους επάρκειας. Ειδικότερα η Εθνική Τράπεζα ΕΤΕ 0,00% μετά την πρόσφατη διάθεση της θυγατρικής της στη Ρουμανία, μέσα στον Ιούνιο θα ανακοινώσει επισήμως την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής, ενώ δεν αναμένεται να αργήσει ιδιαίτερα και η ίδια εξέλιξη σε ότι αφορά τη θυγατρική της Ρουμανίας.
Στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι τράπεζες από τη μια πλευρά προσπαθούν να εντοπίσουν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές (π.χ. ερευνούν την πιθανή ύπαρξη ακινήτων στο εξωτερικό) και από την άλλη πλευρά θα ξεκινήσουν να προσφέρουν πιο ρεαλιστικές και ευέλικτες λύσεις προς τους κόκκινους δανειολήπτες, έτσι ώστε να μπουν γρηγορότερα λεφτά στο ταμείο και παράλληλα να αποφευχθούν ανεπιθύμητα κοινωνικά φαινόμενα.
Τέλος, είναι προφανές ότι μετά το τέλος του Eurogroup της 15ης Ιουνίου, θα ενταθούν οι προσπάθειες επιστροφής των καταθέσεων στα γκισέ των τραπεζών και μάλιστα σε ένα περιβάλλον πτωτικών καταθετικών επιτοκίων (αναμένεται πως μέχρι το τέλος του έτους θα φτάσουμε γύρω στο 0,35%). 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου