Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Το αισιόδοξο σενάριο και τα αναπάντητα ερωτήματα


Μετά από εφτά συναπτά έτη Μνημονίων, ο απολογισμός όχι απλώς είναι θεμιτός, αλλά και απολύτως επιβεβλημένος. Τα τρία Μνημόνια που εφαρμόσθηκαν με συμμετοχή του ΔΝΤ και τη συναίνεση των ελληνικών κυβερνήσεων, της σημερινής συμπεριλαμβανομένης, έχουν φέρει αποτελέσματα. Αποτελέσματα που πρέπει να κριθούν από τον διακηρυγμένο στόχο που ήταν η διάσωση από τη χρεοκοπία, η εξασφάλιση των δανειστών και η εξυγίανση της ελληνικής οικονομίας.

του Κώστα Βεργόπουλου
Δεν χρειάζεται ειδική μελέτη για να διαπιστωθεί πως ουδεμία πρόοδος έχει συντελεσθεί μέχρι σήμερα. Τα αρχικά προβλήματα κατά κανόνα παραμένουν, οξύνονται και επιδεινώνονται. Το ελληνικό χρέος, αντί να μειώνεται, παραμένει σε ακαταμάχητη δυναμική ανόδου σε σχέση με το εθνικό εισόδημα, από το οποίο θα εξυπηρετηθεί.
Όσο η επιλογή της λιτότητος παραμένει, όσο οι υπερφορολογήσεις εντείνονται και τα εισοδήματα συνθλίβονται, η οικονομία θα συνεχίσει να εξωθείται σε παρατεταμένη ύφεση. Συνέπεια αυτού είναι η διαιωνιζόμενη αδυναμία της οικονομίας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών.
Με τα τρία προγράμματα και εξαιτίας αυτών, η ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της όχι μόνο δεν βελτιώνεται, αλλά αντίθετα επιδεινώνεται. Εάν στην αρχή το χρέος ήταν «μη εξυπηρετήσιμο», σήμερα αποβαίνει ακόμη λιγότερο.

Το ΔΝΤ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει, μέσω των διευθυντών μελετών του Ολιβιέ Μπλανσάρ και Μορίς Όμπστφελντ, ότι η συνταγή που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα ήταν εσφαλμένη. Ωστόσο, το Ταμείο παραμένει –με τις γνωστές αντιρρήσεις για το χρέος– και συνεχίζει να την εφαρμόζει, λόγω της αξίωσης των Ευρωπαίων.

Tο βασικό σφάλμα των Μνημονίων

Βασικό σφάλμα των τριών προγραμμάτων ήταν το γεγονός ότι δόθηκε και δίνεται απόλυτη προτεραιότητα στην εξασφάλιση των δανειστών, με αναπόφευκτη συνέπεια την αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Αντί να διασφαλίζουν την ικανότητα αποπληρωμής των δανείων εκ μέρους της Ελλάδας, μέσω στήριξης και αύξησης του εθνικού εισοδήματός της, επιδιώκουν μονόπλευρα και εμονικά την εξασφάλιση των πληρωμών προς τους δανειστές. Ακόμη και με αφαίμαξη της υπερχρεωμένης χώρας.
Το ανεπίτρεπτο σφάλμα της συνταγής, που δεν διαπράχθηκε σε καμιά άλλη ομοιοπαθή και υπερχρεωμένη χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρο), συνίσταται στο ότι δεν δόθηκε προτεραιότητα στην άμεση σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Αν είχε συμβεί αυτό, θα αυξάνονταν οι διαθέσιμοι πόροι και συνεπώς θα διευκολυνόταν η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους.
Το χρέος δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετείται με συρρικνούμενο εθνικό εισόδημα, ούτε είναι δυνατόν η εξυπηρέτηση του να βασίζεται στην απόσπαση προϋπάρχοντος εθνικού πλούτου και στη λεηλασία της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη διατήρησης της διεθνούς σταθερότητος προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των χρεών με τη δημιουργία πρόσθετου νέου εισοδήματος της οφειλέτριας χώρας. Όχι με την καταβύθιση και παγίδευσή της σε διαρκή και διευρυνόμενη ύφεση.

Τα αυτονόητα αλλά ζητούμενα

Η ελληνική κυβέρνηση όφειλε να υπερασπισθεί τα αυτονόητα: να εξηγήσει ότι:
  • προϋπόθεση για ρεαλιστικά και εφικτά πρωτογενή πλεονάσματα είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμούς ανώτερους αυτών.
  • αντί να εξωθούν τη χώρα σε ασφυξία, οι δανειστές έχουν κάθε συμφέρον να τη στηρίζουν πραγματικά, ώστε να επανέλθει το συντομότερο σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτή είναι η απαράκαμπτη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ανάλογων πλεονασμάτων.
  • σε κάθε περίπτωση η εξυπηρετησιμότητα του χρέους επιβάλλει ρυθμούς της οικονομίας ανώτερους των πλεονασμάτων, όχι κατώτερους, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.
Οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με τους εταίρους παραμένουν επικεντρωμένες στο ζήτημα του χρέους και της εξασφάλισης των δανειστών, με συνέπεια να παρακάμπτεται το πρωταρχικό ζήτημα της επανεκκίνησης της οικονομίας. Έχει ήδη δοθεί περίοδος χάριτος μέχρι το 2022 για την αποπληρωμή του κεφαλαίου του χρέους. Ως εκ τούτου, για την επόμενη πενταετία (2017-22) περισσότερο και από τη ρύθμιση του χρέους, πιο επείγον είναι η από τώρα επανεκκίνηση της οικονομίας.

Η σκιά του χρέους

Η σκιά του χρέους στο βάθος του ορίζοντα επιδεινώνει το επιχειρηματικό κλίμα και απωθεί τις επενδύσεις. Ωστόσο, η κατάρρευση της εσωτερικής αγοράς σήμερα τις απωθεί ακόμη περισσότερο. Με τη διαιωνιζόμενη πολιτική λιτότητος εισοδημάτων, οι προβλέψεις για την ελληνική αγορά παραμένουν το λιγότερο απαισιόδοξες.
Μπορεί να δημιουργούνται κάποιες μονάδες με εξαγωγικό στόχο. Ενόσω, όμως, οι οικονομίες των εταίρων μας παραμένουν και αυτές σε συνθήκες λιτότητος, θα είναι δύσκολο για τη Ελλάδα να ανακάμψει με εξωστρεφή προσανατολισμό.
Επί του παρόντος, οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το ένα τέταρτο της παραγωγής, το κύριο μέρος της οποίας απορροφάται στην εσωτερική αγορά. Η επιλογή της εξωστρέφειας προϋποθέτει εκ βάθρων αναδιοργάνωση της οικονομίας και μάλιστα σε περίοδο κατά την οποία το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο εμπόριο καταγράφουν έντονα πτωτική πορεία.
Ο πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι υπουργοί διαβεβαιώνουν ότι η χώρα βρίσκεται ήδη στην οδό της ανάκαμψης. Πόσο αξιόπιστη είναι αυτή η εκτίμηση, ενόσω οι εστίες πιθανής ενδυνάμωσης της οικονομίας καθηλώνονται σε συνθήκες ασφυξίας;

Στη λογική της «πιστωτικής κάρτας»

Η διατυπωμένη επιδίωξη της κυβέρνησης, όπως άλλωστε και της προηγούμενης, παραμένει η έξοδος στις αγορές, προκείμενου να αντληθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση. Υποτίθεται ότι με αυτήν τελειώνει η περίοδος κηδεμονίας της Ελλάδας από τους δανειστές της. Τρεις προϋποθέσεις έχουν ήδη τεθεί για αυτό:
  • Πρώτον, η επιτυχής αξιολόγηση για την καταβολή της δόσης.
  • Δεύτερον, η ευνοϊκή ρύθμιση του εξωτερικού χρέους.
  • Τρίτον, η ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Ας υποτεθεί ότι όλες οι προϋποθέσεις εκπληρώνονται κατ’ ευχή και η χώρα επανέρχεται στις αγορές. Το κόστος δανεισμού θα είναι ασύγκριτα υψηλότερο από αυτό των προηγούμενων δανείων. Αναδυόμενες και ισχυρές οικονομίες, Βραζιλία και Ρωσία, χρεώνονται με δανειακό κόστος ανώτερο του 12%.
Για την Ελλάδα το κόστος δανεισμού θα είναι χαμηλότερο, λόγω του ευρώ. Προβλέπεται, όμως, να είναι τριπλάσιο ή και τετραπλάσιο του σημερινού. Πόσο υγιής και διατηρήσιμη θα είναι για την ελληνική οικονομία η εξυπηρέτηση χρεών που έχουν συναφθεί με 2% και 1,5% μέσω χρηματοδότησης από τις αγορές με κόστος 4% και 5%;
Ενόσω τα πιο πάνω σημεία δεν διευκρινίζονται αρμοδίως και με πειστικό τρόπο, η κοινωνία δεν θα βιώνει καμιά αισιοδοξία, αλλά καταλυτικό έλλειμμα ορατότητος και βαθιά ανησυχία. Περισσότερο ανησυχητικό  από την απουσία και αδυναμία απαντήσεων είναι ότι τα πιο πάνω θεμιτά ερωτήματα δεν αντιμετωπίζονται, αλλά παρακάμπτονται και αγνοούνται, σαν να μην έχουν τεθεί καν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου