Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Furor Teutonicus;

Νέα Πολιτική


του Χρήστου Ζιώγα*

Ο εν λόγω λατινικός όρος (τευτονική φρενίτιδα) αναφερόταν στην γερμανική επιθετικότητα την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η αναβίωση του όρου, ιδιαίτερα από την εποχή του Μπίσμαρκ και μετά, αποτελεί κατά το μάλλον ή το ήττον μια γεωπολιτική αναφορά στην Γηραιά Ήπειρο που θα μπορούσε να τιτλοφορείται ως «το γερμανικό πρόβλημα». Οι ενδιάμεσες παύσεις της επιθετικής γερμανικής πολιτικής ακολούθησαν κατά κανόνα τις πολεμικές ήττες του γερμανικού έθνους.

Η ιστορική πορεία της Γερμανίας τα τελευταία 150 έτη χαρακτηρίζεται από την επιδίωξή της να καταστεί κυρίαρχη δύναμη στην ηπειρωτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Από μια σύντομη επισκόπηση της μεταψυχροπολεμικής περιόδου στη Γηραιά Ήπειρο μπορούμε να συμπεράνουμε πως η ανακατανομή ισχύος, τόσο εξ αιτίας της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ όσο και εντός της δυτικής συμμαχίας που δρομολογήθηκε από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, θα επέφερε αργά ή γρήγορα την διεθνή αναβάθμιση της θέσης της ενιαίας Γερμανίας τόσο εντός της ΕΕ όσο και στο περιφερειακό σύστημα, καθώς σύμφωνα με τη θεωρία των διεθνών σχέσεων τα κενά ισχύος τείνουν να καλυφθούν από τις ισχυρότερες χώρες του συστήματος.



Το ενιαίο γερμανικό κράτος αξιώνει να καταστεί κυρίαρχο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αναβαθμίσει περαιτέρω τη θέση του στο διεθνές σύστημα. Όσοι διέκριναν στην αντίδραση της Γερμανίας έναντι των ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ το 2003 μια προσπάθεια χειραφέτησης της Ευρώπης έναντι της Αμερικής θα μπορούσαν ενδεχομένως να διακρίνουν και την πιθανή βούληση γερμανικής χειραγώγησης της Ευρώπης.

Η προσδοκία, γαλλικής κυρίως εμπνεύσεως, πως η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα τιθάσευε τη γερμανική ισχύ θα επαληθευόταν στο βαθμό που θα αφομοιωνόταν το έθνος-κράτος από μία ευρωπαϊκή υπερεθνική πολιτική δομή. Η Βόννη αρχικά, και το Βερολίνο αργότερα, συμμετείχε στο συσσωματικό εγχείρημα όχι για να απολέσει την κρατική της κυριαρχία αλλά μάλλον για την διευρύνει, όπως συνέβη λίγο-πολύ για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Δίχως αμφιβολία η δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που μετά το 1992 μετεξελίχθηκαν σε Ευρωπαϊκή Ένωση, σταθεροποίησαν τις διακρατικές σχέσεις στη Δυτική Ευρώπη μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Κεντρική και μέρους της Ανατολικής Ευρώπης μεταψυχροπολεμικά. Το εν λόγω εγχείρημα έλαβε χώρα υπό την στρατηγική εποπτεία και έγκριση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, κατάσταση που, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, υφίσταται ακόμη και σήμερα. Το θεσμικό πλαίσιο που επέφερε η Συνθήκη του Μάαστριχ και οι επακόλουθες αναθεωρητικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό μόρφωμα με υπερεθνικά, μεικτά και διακυβερνητικά χαρακτηριστικά που όμως σε καμία περίπτωση δεν έχει επιφέρει την πολιτική ένωση της Κοινότητας. Η πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης  αποτελεί, μάλλον, μόνο διακηρυκτικό στόχο ορισμένων κρατών-μελών, ελίτ, γραφειοκρατών και διαφόρων πατερναλιστικών πεποιθήσεων ατόμων ή ομάδων.

Η γερμανική πολιτική ελίτ σταθερά, αποφασιστικά και βαθμιαία κατόρθωσε να διοχετεύσει μεγάλο μέρος των γερμανικών στοχοθεσιών μέσα από τα κανάλια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ιδρύθηκε το 1998 καθ” εικόνα και καθ” ομοίωσιν της  γερμανικής Bundesbank. Βεβαίως καθ’ όλη την περίοδο των διαβουλεύσεων η τότε ελληνική κυβέρνηση ήταν παρούσα και τελικά συναίνεσε στην υιοθέτηση του «ιδιαίτερου» χαρακτήρα του νεοπαγούς οργάνου της ΕΕ που εξεύφευγε εντελώς της διακυβερνητικής λογικής. Η Γερμανία θα συνεχίσει και στο άμεσο μέλλον να χρησιμοποιεί τα ευρωπαϊκά όργανα και την οικονομική της υπεροχή για να διασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντά της και όχι μόνο. Με αυτό ως δεδομένο, οι θιασώτες της υπερεθνικής ολοκλήρωσης θα ήταν ίσως χρήσιμο να προβούν σε δεύτερες σκέψεις πριν συνεχίζουν να διακονούν την ανάγκη υιοθέτησης υπερεθνικών θεσμών σε όλο το φάσμα  του κοινοτικού κεκτημένου ως τη θεραπαινίδα όλων των προβλημάτων συνοχής και δράσης της Ένωσης. 

Είναι γεγονός πως η ύπαρξη της ευρωζώνης είναι ακόμη, έστω και ασύμμετρα, απαραίτητη και επωφελής για όλα τα κράτη-μέλη διότι το κόστος εξόδου είναι μεγαλύτερο από το κόστος παραμονής,τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η τελική όμως κατάληξη, όχι μόνο της ΟΝΕ αλλά ολόκληρου του εγχειρήματος, δεν μπορεί να προσδιοριστεί διότι κανείς δεν δύναται να προβλέψει μεσοπρόθεσμα τις συγκλίσεις και αποκλίσεις συμφερόντων των ευρωπαϊκών κρατών και των τρίτων δρώντων που εν τέλει θα κρίνουν και την έκβαση. Ο τρόπος που θα ενεργήσει η Γερμανία, όσον αφορά την θετική προοπτική της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, θα πρέπει να επαληθεύει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της Γερμανίας και να μην δημιουργεί παραστάσεις μιας γερμανικής Ευρώπης που στη παρούσα συγκυρία είναι έντονες. Διαφαίνεται, πάντως, πως περαιτέρω γερμανικές αξιώσεις που θα υπερβαίνουν τον οικονομικό τομέα δεν θα γίνουν αποδεκτές από σημαντικούς εταίρους και ατλαντικούς συμμάχους.

Ο τραγικός ρόλος που επιφυλάσσει η ιστορία στις μεγάλες δυνάμεις, όπως διεξοδικά ανέλυσε ο John Mearsheimer στο ομώνυμο βιβλίο του, μετριάζει τις πολύ αισιόδοξες προσεγγίσεις.

 *Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου