το ραφείο
Σε ένα πρωτόγονο κράτος κάθε οικογένεια έχει και τη στέγη της, πού της αρκεί για τις απαραίτητες ανάγκες. Μα, νομίζω, μιλώ λογικά όταν βεβαιώνω πώς ενώ το κάθε πουλί έχει τη φωλιά του, ή κάθε αλεπού το λαγούμι της και ό κάθε άγριος την καλύβα του, στη σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία ούτε οι μισές οικογένειες δεν έχουνε δικό τους σπίτι. Στις μεγάλες πόλεις μάλιστα όπου επικρατεί ό πολιτισμός ακόμη πιο χτυπητά, μόνο ένα μικρό μέρος από τους κατοίκους έχουνε δική τους στέγη. Οι υπόλοιποι πληρώνουν χρονιάτικο φόρο γι’ αυτό το εξωτερικό κάλυμμα, πού έχει γίνει πια απαραίτητο χειμώνα – καλοκαίρι. Ό φόρος αυτός θα αρκούσε ν’ αγοράσει κανένας ένα ολόκληρο χωριά Ινδιάνικες καλύβες. Μα τώρα μένουνε φτωχοί για όλη τους τη ζωή. Δε θέλω να επιμείνω εδώ για τα πλεονεκτήματα πού έχουνε τα νοικιασμένα σπίτια σε σύγκριση με την ιδιοκτησία. Μα είναι φανερό πώς ό άγριος έχει δική του στέγη γιατί του κοστίζει τόσο λίγο, ενώ ό πολιτισμένος άνθρωπος νοικιάζει σπίτι για να κατοικήσει γιατί δεν έχει χρήματα αρκετά να φτιάξει δικό του. Και σιγά -σιγά, ούτε να νοικιάσει σπίτι δεν του φτάνουνε τα χρήματα.
Μα με το χρονιάτικο αυτό φόρο, απαντούν, ό φτωχός πολιτισμένος άνθρωπος ζει σε σπίτι πού είναι παλάτι μπροστά στην καλύβα του άγριου. Ένα χρονιάτικο νοίκι εικοσιπέντε ως εκατό δολάρια του δίνει το δικαίωμα να χαίρεται τα αγαθά των αιώνων, μεγάλα δωμάτια με λαδομπογιά και ταπετσαρία, τζάκι τύπου Ράμφορντ, βενετσιάνικα παντζούρια, μεγάλο κελάρι, χάλκινες αντλίες, λουκέτο με σούστα, και πολλά άλλα πράματα. Πώς συμβαίνει όμως εκείνος πού τα χαίρεται όλα αυτά τα πράματα να είναι συνήθως ένας «φτωχός» πολιτισμένος, ενώ ό άγριος πού δεν τα έχει είναι πλούσιος σαν άγριος ; Αν δεχτούμε πώς ο πολιτισμός είναι αληθινή πρόοδος για τον άνθρωπο,— και πιστεύω πώς αυτό συμβαίνει, αν και μόνο οι σοφοί καλυτερεύουν τα πλεονεκτήματα πού τους δίνει, —τότε θα πρέπει να αποδείξουμε πώς έφτιαξε καλύτερες κατοικίες χωρίς να τις κάνει και ακριβότερες. Και το κόστος ενός πράγματος είναι ή ποσότητα αυτού πού ονομάζω ζωή και πού απαιτείται για αντάλλαγμα, είτε αμέσως είτε σιγά – σιγά. Ένα μέτριο σπίτι σ’ αυτή τη γειτονιά κοστίζει ίσως οχτακόσια δολάρια, και για να συγκεντρώσει αυτό το ποσόν ό γεωργός θα χρειαστεί οχτώ ως δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, και αν ακόμα δεν έχει οικογενειακά βάρη —υπολογίζω τη χρηματική αξία της δουλειάς του ανθρώπου ένα δολάριο την ημέρα· μερικοί βέβαια κερδίζουνε περισσότερα, άλλοι όμως κερδίζουνε λιγότερα— και έτσι θα πρέπει να ξοδέψει περισσότερη από τη μισή του ζωή πριν ν’ αποχτήσει στέγη. Αν πάλι υποθέσουμε πώς πληρώνει νοίκι, ή διαφορά δεν είναι δικό του κέρδος. Έτσι όπως έχουνε τα πράγματα θα θεωρούσαμε τον άγριο σοφό, αν δεχότανε ν’ ανταλλάξει την καλύβα του με παλάτι ;Όταν κοιτάζω τους γείτονες μου, τους γεωργούς της Κόνκορντ, πού είναι το λιγότερο τόσο εύποροι όσο και οι άλλες τάξεις, βλέπω πώς οι περισσότεροι κουράζονται είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, για να γίνουν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες στα αγρόκτημα, πού συνήθως έχουν κληρονομήσει, με υποθήκες ή έχουν αγοράσει με δανεικά, και μπορούμε να θεωρούμε πώς το ένα τρίτο από τους κόπους τους κοστίζει το σπίτι, μα συχνά δεν το έχουν πληρώσει. Ή αλήθεια είναι πώς καμιά φορά, οι υποθήκες είναι πιο βαριές από την αξία του κτήματος, έτσι πού το ίδιο το κτήμα γίνεται μεγάλο βάρος, μα και πάλι ό άνθρωπος το κρατάει γιατί, το έχει, όπως λέει, συνηθίσει. Όσους ρώτησα, δε βρέθηκε κανείς να μπορεί να μου ονομάσει μια δωδεκάδα αγρότες πού να έχουνε το κτήμα τους ολότελα ξεχρεωμένο. Αν θέλετε να μάθετε την Ιστορία αυτών των αγροτικών κατοικιών, ρωτήστε την Τράπεζα πού έχει τις υποθήκες. Ό άνθρωπος πού τις ξεπλήρωσε με τον κόπο του είναι κάτι τόσο σπάνιο, πού όλοι οι γείτονες τον ξέρουνε και τον δείχνουν. Αμφιβάλλω αν υπάρχουνε τρεις τέτοιοι άνθρωποι σ’ όλη την Κόνκορντ. Αυτό πού λένε για τους εμπόρους, πώς δηλαδή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, μέχρι ενενήντα εφτά στους εκατό, θα χρεοκοπήσουνε σίγουρα, ισχύει και για τους αγρότες. Οι έμποροι όμως λένε, πολύ σωστά, πολλές φορές δε χρεοκοπούν οικονομικά, δεν μπορούν όμως να ξεπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, και αυτό το ηθικό μέρος είναι πού τσακίζει. Έτσι όμως χειροτερεύει πολύ το ζήτημα. Φαίνεται δηλαδή πώς ίσως ούτε οι άλλοι τρεις στους εκατό κατάφεραν να σώσουνε την ψυχή τους, παρά είναι ίσως χρεωκοπημένοι κι αυτοί από μια άλλη χειρότερη άποψη από εκείνους πού χρεοκοπούν τίμια. Ή χρεωκοπία και ο διωγμός είναι οι ελαστικές σανίδες απ’ οπού πηδάει και κάνει, όπως οι κολυμβητές τούμπες, ό πολιτισμός μας. Ό άγριος όμως στέκεται στη στερεή σανίδα της πείνας. Κάθε χρόνο ή γεωργική έκθεση του Μίντλεσεξ ανοίγει τις πόρτες της με λαμπρότητα, σαν όλα τα τμήματα πού αποτελούν την αγροτική πραγματικότητα να είναι υγιέστατα.
Ό γεωργός προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα της ζωής με τρόπο πιο μπερδεμένο και από τα ίδια τα προβλήματα. Για να αγοράσει κορδόνια για τα παπούτσια του κάνει επιχειρήσεις με κοπάδι ολόκληρο από βόδια. Με μεγάλη τέχνη ετοίμασε την παγίδα πού θα του εξασφαλίσει άνεση και ανεξαρτησία και, καθώς γύριζε να φύγει, το ίδιο του το πόδι πιάστηκε! Γι’ αυτόν το λόγο είναι φτωχός. Και για παρόμοιους λόγους είμαστε όλοι φτωχοί, σε σύγκριση με την πολυτέλεια των αγρίων, όσο κι’ αν μας περιστοιχίζουν όλων των ειδών οι ανέσεις.
Όταν πια ο γεωργός αποχτήσει το σπίτι του, δεν πρόκειται να είναι ούτε πιο φτωχός, ούτε πιο πλούσιος. Θα είναι απλούστατα ο σκλάβος του σπιτιού του. Αύτη ήταν μια σοβαρή αντίρρηση, αν θυμάμαι καλά, πού είχε ο Μώμος εναντίον του σπιτιού πού κατασκεύασε μια φορά ή Αθήνα : το ότι δεν το είχε κάνει κινητό, άστε να αποφεύγει κανείς τις κακές γειτονιές! Και σήμερα ισχύει το ίδιο, γιατί ένα σπίτι είναι περίεργο πράμα. Συχνά δε στεγαζόμαστε μονάχα, παρά κλεινόμαστε μέσα του σα να είμαστε φυλακισμένοι σ’ αυτό. Και ή κακή γειτονιά πού θα έπρεπε να αποφεύγουμε είναι ό ίδιος ο εαυτός μας. Ξέρω τουλάχιστον μια ή δυο οικογένειες σ’ αυτή την πόλη πού, χρόνια πολλά, θέλουν να πουλήσουνε τα σπίτια τους και να μετακομίσουνε σε χωριό, μα δεν τα καταφέρνουνε και μόνο ό θάνατος θα τους ελευθερώσει. Παραδέχομαι πώς οι «περισσότεροι» είναι σε θέση να έχουν ή να νοικιάσουνε ένα σύγχρονο σπίτι με όλες του τις ανέσεις. Ενώ όμως ο πολιτισμός καλυτερεύει τα σπίτια, δεν καλυτερεύει δυστυχώς και τους ανθρώπους πού τα κατοικούν. Έχει δημιουργήσει παλάτια μα δε στάθηκε εύκολο να δημιουργήσει ευγενείς και βασιλιάδες. Και αν οι σκοποί και τα όνειρα του πολιτισμένου ανθρώπου δεν είναι ανώτερα από του άγριου, αν χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του για να αποχτάει μόνο τα ολότελα αναγκαία και τις ανέσεις του, τότε γιατί να έχει καλύτερη κατοικία από την καλύβα του αγρίου ;
ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ άνθρωποι δεν κάθισαν ποτέ να σκεφτούνε τί σημαίνει πραγματικά «ένα σπίτι» και υποφέρουν πάμπτωχοι σ’ όλη τους τη ζωή, άδικα, για να αποχτήσουν ένα σπίτι ίδιο με του διπλανού τους. Σα να ήταν να φοράει κανείς ότι είδος ρούχα του ετοιμάζει ό ράφτης, ή να αφήσει σιγά – σιγά τα φύλλα της φοινικιάς πού φορούσε στο κεφάλι και να παραπονιέται γιατί δεν έχει χρήματα ν’ αγοράσει κορόνα! Είναι πολύ εύκολα να φτιάχνουμε σπίτια πού κανείς δε θα μπορεί πια ν’ αγοράζει. Μα πόσον καιρό ακόμα θα προσπαθούμε να αποχτούμε περισσότερα, αντί να προσπαθούμε να βολευόμαστε με λιγότερα; Ό σεβάσμιος πολίτης θα διδάσκει όλα τα χρόνια της ζωής του τους νέους να αγοράζουν πολλά ζευγάρια γαλότσες, άπειρες ομπρέλες και αναρίθμητα άδεια δωμάτια για τους επισκέπτες του σπιτιού ; Γιατί να μην είναι τα έπιπλα μας απλά σαν των Ινδιάνων ή των Αράβων ; Όταν συλλογίζομαι τους μεγάλους δασκάλους της ανθρωπότητας πού τους αποθεώνουμε σαν απεσταλμένους του ουρανού, δε θυμάμαι να έσερναν ποτέ πίσω τους κάρα με έπιπλα. Και τί θα συνέβαινε αν παραδεχόμουνα να έχουμε περισσότερες ανέσεις όσο είμαστε ανώτεροι τους ψυχικά και πνευματικά ; Σήμερα τα σπίτια μας είναι γεμάτα έπιπλα και μια καλή νοικοκυρά πρέπει να περνάει όλο της το πρωινό για να τα ξεσκονίζει. Κι’ αυτό το λένε πρωινή εργασία! Σά ροδοκοκκινίζει ή Αυγή και με τη μουσική του Μέμνονα, αυτή είναι ή εργασία πού θα έπρεπε να κάνουνε πρωί-πρωί οι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο ; Είχα τρία κομμάτια ασβεστόλιθο στο γραφείο μου, μα τρόμαξα όταν ανακάλυψα πώς έπρεπε να τα ξεσκονίζω κάθε μέρα, ενώ ή επίπλωση του κεφαλιού μου ήταν ακόμα αξεσκόνιστη, και τα πέταξα έξω από το παράθυρο άγαναχτισμένος. Πώς να έχω λοιπόν επιπλωμένο σπίτι ; Προτιμώ να κάθουμαι στο ύπαιθρο, γιατί το χορτάρι δε μαζεύει σκόνη, εκτός αν υπάρχει καλλιεργημένη γη εκεί κοντά.
Αυτοί πού αγαπούν την πολυτέλεια, αυτοί είναι πού καθορίζουν τους κανόνες, και το κοπάδι ακολουθεί υπάκουα. Ό ταξιδιώτης πού μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία γρήγορα το μαθαίνει αυτό, γιατί τον παίρνουνε για το Σαρδανάπαλο και αν υποταχθεί στις τρυφερές τους περιποιήσεις, γρήγορα θα μείνει απένταρος. Νομίζω πώς μέσα στο σιδηρόδρομο έχουμε την τάση να ξοδεύουμε περισσότερα για την πολυτέλεια παρά για την ασφάλεια και άνεση μας και έτσι όπως πάμε θα μιμηθούμε και εκεί αυτό πού γίνεται στα σαλόνια μας, με τα ντιβάνια και τα μαξιλάρια και τα αμπαζούρ, και. χίλια άλλα ανατολίτικα πράματα, πού κουβαλήσαμε μαζί μας στη Δύση και πού είχαν εφευρεθεί για τις χανούμισσες στα χαρέμια και για τους θηλυπρεπείς κατοίκους της Ουράνιας Αυτοκρατορίας, πού ο Ιωνάθαν θα ντρεπότανε και τα ονόματα τους να ξέρει. Θα προτιμούσα να κάθομαι επάνω σε μια κολοκύθα πού να μου ανήκει, παρά να μοιράζομαι ένα βελούδινο μαξιλάρι με άλλους. Θα προτιμούσα να κυκλοφορώ με βοϊδάμαξα στη γη, παρά να πάω στον ουρανό με πολυτελές εκδρομικό βαγόνι και να έχω σ’ όλο το δρόμο τον κίνδυνο ν’ αρπάξω ελονοσία.
Η απλή και πρωτόγονη ζωή του προϊστορικού ανθρώπου είχε τουλάχιστον αυτό το πλεονέκτημα, πώς ήταν σε στενή επαφή με τη φύση. Μόλις ξεκουραζόταν και έπινε κι’ έτρωγε, σηκωνότανε να συνεχίσει την περιπλάνηση του. Κατοικούσε, όπως θα λέγαμε, έχοντας για στέγη τον ουρανό και μπορούσε να περνάει τις πεδιάδες και να σκαρφαλώνει ελεύθερος στα βουνά. Αλίμονο όμως, οι, άνθρωποι εξαρτώνται τώρα απ’ τα εργαλεία τους. Ό άνθρωπος πού μάζευε ανεξάρτητος τους καρπούς όταν πεινούσε, έγινε αγρότης κι’ εκείνος πού ζητούσε καταφύγιο κάτω από δέντρο έγινε νοικοκύρης. Δε στήνουμε πια το βράδυ τις σκηνές μας, παρά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τον ουρανό. Υιοθετήσαμε το Χριστιανισμό σαν ένα τρόπο αγρό-καλλιέργειας. Χτίσαμε για τούτο τον κόσμο ένα οικογενειακό σπίτι και για τον άλλο ένα οικογενειακό τάφο. Τα καλύτερα έργα τέχνης είναι εκείνα πού εκφράζουνε τον αγώνα πού κάνει ό άνθρωπος για να ελευθερωθεί, μα το αποτέλεσμα είναι να ανεχόμαστε τη χαμηλή μας θέση και να ξεχνούμε την ανώτερη. Σ’ αυτό το χωριό δεν υπάρχει πραγματική θέση-για έργο τέχνης —αν κανένα έφτανε ως εμάς— γιατί τα σπίτια μας, ή ζωή μας, οι δρόμοι μας δεν έχουνε να του προσφέρουν ωραία βάση. Δεν υπάρχει, θα έλεγα, καρφί για να κρεμάσουνε μια εικόνα, ούτε ράφι για να δεχτεί το άγαλμα ήρωα ή αγίου. Όταν συλλογίζομαι πώς είναι χτισμένα τα σπίτια μας, και πως πληρώθηκαν, αν πληρώθηκαν, και πώς διατηρείται και συνεχίζεται ή εσωτερική τους οικονομία, απορώ πώς έτσι, καθώς κάθεται ο επισκέπτης και θαυμάζει τα διάφορα πράματα πού το έχουμε γεμίσει, πώς δεν υποχωρεί το πάτωμα να τον γκρεμίσει στο κελάρι, σε γερά και τίμια —όσο κι’ αν είναι χωματένια— θεμέλια. Βλέπω τους κόπους πού χρειάζεται μια πλούσια και ραφιναρισμένη ζωή και δεν μπορώ να χαρώ την αισθητική της ομορφιά, όσο συλλογίζομαι πόσο στοίχισε. Χωρίς υποστήριγμα ό άνθρωπος δεν αντέχει στις απαιτήσεις αυτές. Ή πρώτη ερώτηση πού μου έρχεται να κάνω σ’ αυτούς πού έχουν στην ιδιοκτησία τους όλα αυτά τα άχαρα πράματα είναι : Ποιος σας υποστηρίζει ; Είσαστε ένας από τους ενενήντα εφτά πού πέφτουν, ή ένας από τους τρεις πού πετυχαίνουν ; Απαντήστε μου σ’ αυτά κι’ υστέρα μπορεί να βρω τον καιρό να κοιτάξω τα κομψοτεχνήματα σας, και να τα βρω και όμορφα. Το κάρο όταν μπει μπροστά από το άλογο δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε ωραίο. Πριν να στολίσουμε τα σπίτια μας με ωραία αντικείμενα, οι τοίχοι πρέπει να γυμνωθούν και οι ζωές μας να γκρεμιστούν για να βάλουμε θεμέλια γερά και, για τα δυο.
Τώρα, το όμορφο βρίσκεται μόνο στο ύπαιθρο, όπου δεν υπάρχουν σπίτια και δεν υπάρχουν νοικοκυραίοι…
Και λίγο παρακάτω:
…Ένας νεαρός γνωστός μου πού κληρονόμησε μερικά στρέμματα γη, μου είπε πώς θα ζούσε όπως εγώ αν «είχε τα μέσα». Δε θα ήθελα κανένας να μιμηθεί τον τρόπο πού ζω εγώ γιατί θέλω στον κόσμο να υπάρχουν όσο γίνεται διαφορετικοί άνθρωποι. Μα θα ήθελα ό καθένας να βρει τον τρόπο πού του ταιριάζει καλύτερα, και όχι να ακολουθεί τυφλά τον τρόπο ζωής του πατέρα του, της μητέρας του ή του γείτονα. Ό νέος ας φυτεύει, ας ταξιδεύει, ας χτίζει, φτάνει να μην εμποδίζεται από το να κάνει εκείνο πού λέει πώς θέλει να κάνει. Δεν έχει σημασία αν θα φτάσουμε στο λιμάνι μας γρήγορα ή αργά, σημασία έχει αν ακολουθούμε το σωστό δρόμο.
*Το κείμενο αυτό είναι από το βιβλίο του Henry David Thoreau, ΟΥΩΛΝΤΕΝ (σελ.34 – 41, 67) που κυκλοφορεί από την εκδ. ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ σε μετάφραση της Ι.Ζαχαράκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου