Νέα Πολιτική
του Σπύρου Λυγκούρη*
Η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου (1947-1991) αποτελεί κάτι παραπάνω από την διαμάχη μεταξύ δύο αντίπαλων συνασπισμών. Στην διάρκειά του δεν συγκρούστηκαν απλώς δύο γεωπολιτικοί πόλοι, αλλά στην ουσία δύο «Κόσμοι». Από την μία, ο κόσμος του καπιταλιστικού δυτικού μοντέλου και από την άλλη ο κόσμος των «Λαϊκών Δημοκρατιών» σε μία αντιπαράθεση με ένα και μοναδικό διακύβευμα: Ποιο από τα δύο διαφορετικά κοινωνικό-πολιτικά συστήματα είναι το καταλληλότερο για την συγκρότηση και την ευημερία της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως αποκρυσταλλώνεται σε μία φράση του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου ως μία «διαμάχη για την ψυχή και το μυαλό της ανθρωπότητας».
Αυτό το ερώτημα την πρώτη περίοδο της μεγάλης αναμέτρησης έδειχνε να απασχολεί πολύ περισσότερο τις χώρες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφάτως σπάσει τα δεσμά της παλιάς αποικιοκρατίας μέσα από τη ανάπτυξη εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων και ενδιαφέρονταν για την υιοθέτηση ενός από τους δύο δρόμους ανάπτυξης προκειμένου να βρουν τον δρόμο για την ανασυγκρότηση.
Τέτοια περίπτωση θα αποτελέσει αναμφίβολα ο Πόλεμος του Βιετνάμ ή αλλιώς ο μακροχρόνιος «Πόλεμος της Ινδοκίνας». Στην χερσόνησο αυτή της Νοτιοανατολικής Ασίας θα λάβει χώρα η πολεμική αναμέτρηση, που αποτελεί το σήμα-κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής, εφόσον εκεί η αποφασιστικότητα ενός γνήσιου εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος και οι δυσχέρειες του διεθνούς πλαισίου «τσαλάκωσαν» επικίνδυνα το γόητρο της ηγέτιδας του Δυτικού κόσμου, της αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Το Βιετνάμ, αυτή η παλιά γαλλική αποικία, κατά την περίοδο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε κάτω από ιαπωνική κατοχή. Ένας, μέχρι τότε, άγνωστος άνδρας, ο Χο Τσι Μινχ, θα ιδρύσει την «Ένωση για την Ανεξαρτησία του Βιετνάμ», η οποία θα κηρύξει την έναρξη του αντάρτικου των Βιετνμίνχ, οι οποίοι θα πολεμήσουν αρχικά εναντίον των Ιαπώνων και στην συνέχεια, μετά την παράδοση της Ιαπωνίας (Σεπτέμβριος 1945), των Γάλλων, οι οποίοι θέλησαν να επαναφέρουν την αποικιοκρατική τους εξουσία στην Ινδοκίνα.
Από το 1946 και μετά θα ξεκινήσει ένας πραγματικός ανταρτοπόλεμος μεταξύ της κυβέρνησης της «Λαϊκής Δημοκρατίας του Βιετνάμ» με έδρα το Ανόι του Βορείου Βιετνάμ υπό τον Χο Τσι Μινχ -ο οποίος από το 1949 λάμβανε σημαντική βοήθεια από την νεότευκτη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την Σοβιετική Ένωση- και των γαλλικών στρατευμάτων του Νότου. Η απόληξη αυτής της αναμέτρησης τοποθετείται τον Μάιο του 1954, οπότε και ο στρατός των κομμουνιστών ανταρτών υπό την ηγεσία του Βο Νγκουγιέν Γκιαπ θα καταλάβει την πανίσχυρη γαλλική βάση του Ντιεν-Μπιεν-Φου θέτοντας ένα τέλος στην γαλλική παρουσία στην περιοχή. Το διπλωματικό τέλος του πολέμου θα τεθεί στην Διάσκεψη της Γενεύης, η οποία προέβλεπε την παρουσία δύο βιετναμέζικων κρατών, ενός στον Βορρά υπό την εξουσία των κομμουνιστών του Χο Τσι Μίνχ και ενός στον Νότο υπό τον αυτοκράτορα Μπάο Ντάι, ο οποίος λίγο καιρό μετά θα τοποθετήσει στην θέση του πρωθυπουργού τον Νγκο Ντινχ Ντιέμ. Ως φυσικό σύνορο των δύο κρατών τέθηκε ο 17ος παράλληλος. Επίσης, υπήρχε πρόβλεψη για την διενέργεια εκλογών για την ενοποίηση της χώρας.
Το τελευταίο δεν έμελλε να γίνει σεβαστό. Γρήγορα ο Ντιέμ θα αρνηθεί να προχωρήσει στην διενέργεια των εκλογών, ενώ θα επιβάλλει ένα καθεστώς προσωποπαγούς δικτατορικού χαρακτήρα. Η διαφθορά του καθεστώτος του και η έλλειψη λαϊκής νομιμοποίησης από τους αγροτικούς, κυρίως, πληθυσμούς της χώρας θα αφήσει ελεύθερο το πεδίο για την έναρξη δράσης μικρών, στην αρχή, ομάδων ανταρτών, των λεγομένων «Βιετκόνγκ», οι οποίοι τελούσαν υπό την βοήθεια του Βορείου Βιετνάμ. Βραχυπρόθεσμος σκοπός των ομάδων αυτών ήταν η τέλεση δράσεων σαμποτάζ έναντι στόχων της κρατικής και στρατιωτικής δομής και μακροπρόθεσμα η ίδια η ανατροπή του καθεστώτος Ντιέμ. Οι Βόρειοι στήριζαν τις ελπίδες για ανατροπή του Ντιέμ στην έντονη δυσαρέσκεια της λαϊκής βάσης της χώρας κατά του διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού και στην ακτινοβολία, που είχαν ακόμη τότε τα συνθήματα για κοινοκτημοσύνη και ενοποίηση του Βιετνάμ.
Η συνεχιζόμενη δράση των Βιετκόνγκ και η κατανόηση της έλλειψης νομιμοποίησης του καθεστώτος του Νότου δημιούργησαν έντονες ανησυχίες στον αμερικανικό παράγοντα, ο οποίος στήριζε το καθεστώς της Σαϊγκόν ήδη από το 1955. Από το 1947 και το λεγόμενο «μακρύ τηλεγράφημα Κένναν», η επίσημη στρατηγική της Ουάσινγκτον έναντι του ανατολικού μπλοκ εκφράζεται με μία και μόνο λέξη: Ανάσχεση (containment). Αυτή η πολιτική της ανάσχεσης φαινόταν να απειλείται από μία ενδεχόμενη κατάρρευση του καθεστώτος Ντιέμ και της ενοποίησης του Βιετνάμ υπό κομμουνιστικό έλεγχο.
Οι φόβοι της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής εξηγούνται μέσα από την λεγόμενη «θεωρία του ντόμινο». Όπως στο γνωστό επιτραπέζιο παιχνίδι η πτώση του πρώτου τούβλου συμπαρασύρει και τα αμέσως επόμενα, έτσι και εδώ η «πτώση» του Βιετνάμ θα απελευθέρωνε αντίστοιχες δυνάμεις και στις γειτονικές χώρες, όπως το Λάος, η Καμπότζη, η Ταϊλάνδη.
Η ύπαρξη ισχυρών αντάρτικων δυνάμεων με κομμουνιστικό χαρακτήρα σε αυτές τις χώρες, όπως το Πάθετ Λάος και οι Ερυθροί Χμερ, και η παρουσία της Λαϊκής Κίνας, ενός ορκισμένου εχθρού των ΗΠΑ, κρίνονταν ως επιβεβαιωτικοί αυτού του ισχυρισμού. Ακόμη και η Ινδία δεν φαινόταν να είναι ασφαλής σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Για αυτό το λόγο η επίσημη αμερικανική πολιτική την περίοδο 1960-1964, υπό τις προεδρίες των Τζον Κέννεντυ και Λίντον Τζόνσον, θα εξελιχθεί από την αρχική αποστολή στρατιωτικών συμβούλων σε ανοικτή στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ προς αποσόβηση αυτού του γεωστρατηγικού κινδύνου. Το σημείο καμπή τοποθετείται στο καλοκαίρι του 1964, όταν και μονάδες του Βορείου Βιετνάμ θα επιτεθούν εναντίον αμερικανικού πλοίου στον Κόλπο Τονκίν. Η ενέργεια αυτή θα οδηγήσει τον Πρόεδρο Τζόνσον να ζητήσει την έγκριση από το Κογκρέσο, προκειμένου να απαντήσει στις ενέργειες του Βορείου Βιετνάμ. Από το σημείο αυτό θα ξεκινήσει μία ραγδαία αύξηση της αμερικανικής παρουσίας στον «Πόλεμο του Βιετνάμ», η οποία θα φτάσει στο απόγειο της το 1968, οπότε και στην Ινδοκίνα καταγράφεται η παρουσία πάνω από 500.000 Αμερικανών στρατιωτών.
Η επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ δεν είχε, όμως, την μοίρα, που φαντάζονταν αυτοί που την σχεδίασαν. Όσο πέρναγε ο καιρός, γινόταν αντιληπτό ότι το τέλος του Πολέμου δεν ήταν κοντά. Η εικόνα της αμερικανικής υπερδύναμης να προστρέχει να στηρίξει ένα απονομιμοποιημένο καθεστώς, το οποίο χαρακτήριζε η θεσμική διαφθορά, στερούσε επιχειρήματα από την όλη επιχείρηση. Επίσης, οι μαζικοί βομβαρδισμοί του Βορείου Βιετνάμ και η συμμετοχή Αμερικανών αξιωματούχων και στρατιωτών σε εγκλήματα πολέμου, όπως η σφαγή στο χωριό Μάυ-Λάυ προκάλεσαν μία αίσθηση ηθικής κατάπτωσης σε έναν λαό, όπως ο αμερικάνικος, που είχαν διαποτιστεί από την εικόνα του Αμερικανού στρατιώτη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από την άλλη η διαμάχη με τους Αμερικανούς ενίσχυε το γόητρο και την εικόνα των Βιετκόνγκ και των συμμάχων τους στον Βορρά, οι οποίοι παρουσιάζονταν ως οι υπερασπιστές της ανεξαρτησίας και της ενότητας όλου του Βιετνάμ.
Το γεγονός, που θα επιφέρει την αρχή της αμερικανικής υποχώρησης και αναδίπλωσης, τοποθετείται στην αρχή του 1968, οπότε και στις 31 Ιανουαρίου 1968 θα πραγματοποιηθεί η λεγόμενη «Επίθεση του Τετ». Η επιχείρηση αυτή περιελάμβανε συντονισμένες επιθέσεις βορειοβιετναμέζων και Βιετκόνγκ έναντι των σημαντικότερων πόλεων και βάσεων του Νοτίου Βιετνάμ, όπως η βάση του Κε Σαν, η πρωτεύουσα Σαϊγκόν και η παλιά αυτοκρατορική πόλη Χούε, καθώς και 36 από τις 44 πρωτεύουσες επαρχιών και νομών του Νότου. Μετά από σφοδρές μάχες, όπως αυτή για την Χούε, τα αμερικανικά στρατεύματα κατάφεραν να αποκρούσουν το σύνολο των επιθέσεων και να ανακαταλάβουν τις πόλεις, που είχαν περάσει στα χέρια των Βορείων. Παρόλα αυτά, η μαζικότητα της επίθεσης, η σφοδρότητα της αναμέτρησης και η πεποίθηση, ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί με στρατιωτικά μέσα, τραυμάτισαν το ηθικό του αμερικανικού στρατού και ξεκίνησαν μια διαδικασία σταδιακής υποχώρησης.
Από το 1968 έως το 1973 η αμερικανική στρατηγική θα περάσει στο στάδιο της «Βιετναμοποίησης του Πολέμου», η οποία περιλαμβάνει σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων και ανάληψη του βάρους του πολέμου από τα στρατεύματα του Νότου. Επίσης, προβλεπόταν προσεκτικοί βομβαρδισμοί σε Λάος και Καμπότζη, προκειμένου να πληγούν οι δρόμοι εφοδιασμού των Βιετκόνγκ, όπως το περίφημο «Μονοπάτι Χο Τσι Μίνχ».
Υπολογίζεται, ότι μέχρι το 1972 το σύνολο των μάχιμων μονάδων των ΗΠΑ είχαν αποχωρήσει από την βιετναμική ενδοχώρα. Τον λόγο πλέον είχαν οι διπλωματικές συνεννοήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες παρέκαμπταν το Νότιο Βιετνάμ, προκειμένου να μπει ένα τέλος στον λεγόμενο «Βρώμικο Πόλεμο». Στις 27 Ιανουαρίου του 1973 οι δυο πλευρές θα καταλήξουν σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε κατάπαυση των εχθροπραξιών και την αποχώρηση όλων των αμερικανικών δυνάμεων εντός 60 ημερών. Την ημέρα εκείνη, η ηγέτιδα δύναμη του Δυτικού Κόσμου υπέγραφε ουσιαστικά την ήττα και την συνθηκολόγησή της στον «Πόλεμο του Βιετνάμ».
Η ουσία αυτής της υπογραφής θα διαφανεί δύο χρόνια αργότερα, όταν το 1975 οι δυνάμεις του Βορείου Βιετνάμ θα αποδιοργανώσουν τις αντίστοιχες του Νότου και θα προελάσουν μέχρι την πρωτεύουσα Σαϊγκόν κηρύσσοντας την ένωση της χώρας υπό τον έλεγχό τους.
Η εικόνα των έντρομων Νότιων να προσπαθούν να εισέλθουν σε ελικόπτερα στην ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας θα δηλητηριάσει την σκέψη των δυτικών αναλυτών. Ο παράλληλος θρίαμβος των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη και του Πάθετ Λάος στην γειτονική χώρα σε μια εποχή, που η Δύση χειμαζόταν από τις συνέπειες της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης του 1973 συσκότισε τις αναλύσεις των δυτικών, οι οποίοι διέβλεπαν, ότι μετά από 11 χρόνια πολέμου και 50.000 νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες ο άμεσος αντίπαλος ενισχυόταν σε μια ευαίσθητη περιοχή για τις εξελίξεις του Ψυχρού Πολέμου.
Με το τέλος του «Πολέμου της Ινδοκίνας» το σοσιαλιστικό μπλοκ έφτασε στο ανώτερο στάδιο της γεωγραφικής του επέκτασης, την στιγμή, που η Δύση αναζητούσε την φόρμουλα, που θα την έβγαζε από το οικονομικό αδιέξοδο και θα της έδινε την χαμένη της αυτοπεποίθηση έναντι της Ανατολής.
*Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου