Δημοσιεύουμε ένα κείμενο του καθηγητή Θ.Μαριόλη που μας είχε στείλει (και είχαμε δημοσιεύσει) στην πρώτη μορφή του ιστολογίου. Με ευχαριστίες και απο εδώ για την αποστολή.
Επιστροφή σε Υποτιμημένη Δραχμή, Πληθωρισμός Κόστους και Διεθνής Ανταγωνιστικότητα: Μία Μελέτη Εισροών-Εκροών
Θεόδωρος Μαριόλης
Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αποστόλης Κάτσινος
Τελειόφοιτος του ΠΜΣ Οικονομικής Επιστήμης, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Εκδοχή του παρόντος παρουσιάστηκε σε συνάντηση του «Study Group on Sraffian Economics», τον Ιούνιο του 2011: Ευχαριστούμε τους Κώστα Παπουλή, Νίκο Ροδουσάκη, και Γιώργο Σώκλη για σχόλια και παρατηρήσεις. Περαιτέρω, ευχαριστούμε τους Σπύρο Στάλια και Λευτέρη Τσουλφίδη για ενδιαφέρουσες συζητήσεις επί της συγκυρίας. Οι σημειώσεις δηλώνονται με [.], και βρίσκονται στο τέλος του κειμένου.
1. Εισαγωγή
Κατά την άποψή μας, το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι αυτό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και όχι του δημοσίου χρέους ή της αναδιανομής του εισοδήματος, τα οποία συνιστούν επιφαινόμενα. Η αντιμετώπισή του κρίνεται, επομένως, ως επιβεβλημένη και επείγουσα, καίτοι είναι μάλλον αδύνατο να πραγματοποιηθεί, για συστημικούς λόγους, εντός της ΟΝΕ (βλ. Μαριόλης, 1999, 2011, και Μαριόλης και Παπουλής, 2010). Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες βασίζονται (και) σε ορισμένες μη ρεαλιστικές, για την τρέχουσα περίοδο, παραδοχές, η εξισορρόπηση του τομέα εξωτερικών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας προαπαιτεί μία υποτίμηση, σε πραγματικούς όρους, της τάξης του 22.1% με 46.6%.[1] Στα ακόλουθα συνοψίζουμε τα αποτελέσματα μελέτης μας, η οποία εκτιμά τις επιπτώσεις ονομαστικής υποτίμησης κατά 50% στον πληθωρισμό κόστους και, κατ’ επέκταση, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (μετρούμενη σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας).
Με άλλα λόγια, δηλαδή, επιχειρούμε μία απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: εάν (i) σημειωθεί επιστροφή σε υποτιμημένη κατά 50% δραχμή, (ii) οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής παραμείνουν αμετάβλητες, (iii) αντιπαρέλθουμε κάθε άλλο παράγοντα πληθωρισμού (π.χ. πληθωρισμός ζήτησης προκαλούμενος από νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος) και (iv) οι εθνικές αρχές οικονομικής πολιτικής είναι σε θέση να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα της ακολουθούμενης συναλλαγματικής πολιτικής (επ’ αυτού, βλ. π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011, σσ. 320-335) και, γενικά, να διευθετήσουν τις όποιες διαταράξεις δημιουργήσει η αποχώρηση της χώρας από τη Ζώνη του Ευρώ, τότε ποια θα είναι η διαχρονική εξέλιξη των τιμών των εμπορευμάτων, τα οποία παράγει η ελληνική οικονομία;
Σπεύδουμε, ωστόσο, να τονίσουμε a priori ότι, καίτοι τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος «αδρανούς ατμόσφαιρας» είναι σημαντικά και χρήσιμα, δεν επαρκούν, αυτά καθαυτά, για να δικαιώσουν ούτε αυτές/ούς που είναι υπέρ της επιστροφής στη δραχμή ούτε εκείνους που είναι κατά. Δεν μπορούμε να επιμείνουμε, εδώ, σε ένα από τα κύρια γνωρίσματα της μοντέρνας εποχής, δηλ. στη συνεχή διαδικασία αναγωγής πολυδιάστατων ζητημάτων στο μονόμετρο ερώτημα «υπέρ ή κατά;», αλλά μόνον να υπενθυμίσουμε μία παρατήρηση του Vaneigem (1962-63, §18): «Προσφέροντας μία καρικατούρα των ανταγωνισμών, η εξουσία πιέζει τον καθένα να είναι υπέρ ή κατά της Μπριζίτ Μπαρντό, του «νέου μυθιστορήματος», της Σιτροέν Κατρ Σεβώ, του σπαγγέτι, του μεσκάλ, της μίνι φούστας, του ΟΗΕ, των κλασικών ανθρωπιστικών σπουδών, της εθνικοποίησης, του θερμοπυρηνικού πολέμου και του ωτοστόπ. Ζητείται η γνώμη όλων για κάθε λεπτομέρεια, προκειμένου να τους αφαιρεθεί ακόμα αποτελεσματικότερα η δυνατότητα να έχουν μία γνώμη για την ολότητα.» (πρόσθετη έμφαση).