![]() |
| EUROKINISSI//Λυδία Σιώρη |
Πριν από μερικές μέρες 93 καθηγητές της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, μέσω ανοιχτής επιστολής διαμαρτυρίας, κατέθεσαν μια «κραυγή αγωνίας» για την κατάσταση που επικρατεί στο κτίριο και στον περιβάλλοντα χώρο.
Οι πανεπιστημιακοί αυτοί κάνουν λόγο για «κατάσταση βαριάς παρανομίας» και τονίζουν ότι «καθημερινά τελούνται στον χώρο αυτό αξιόποινες πράξεις (διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, απειλές, σωματικές βλάβες και εξυβρίσεις), κάποιες εκ των οποίων έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα».
Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι, ασφαλώς, να διαφωνήσει με την κίνηση αυτή. Οποιοσδήποτε πολίτης που κινείται στο κέντρο της πρωτεύουσας οφείλει να διαπιστώσει ότι η διακίνηση ναρκωτικών κάνει την Αθήνα μια μοναδική ίσως ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα.
Απλώς η δημοσιότητα που πήρε αυτή η επιστολή μάς θύμισε πόσο σπάνια πια παρεμβαίνουν οι πανεπιστημιακοί στη δημόσια συζήτηση για κάποιο θέμα,... για κάποιο θέμα,… να, για κάποιο θέμα λίγο πιο ενοχλητικό, λίγο πιο αντισυστημικό.
Θα μπορούσε κανείς να αλλάξει τη λέξη «πανεπιστημιακός» με τη λέξη «διανοούμενος» και θα έπρεπε να σημαίνει περίπου το ίδιο πράγμα.
Και αυτοί, οι διανοούμενοι, είναι κραυγαλέα απόντες από τη δημόσια συζήτηση, εδώ και πολλά χρόνια.
Η τελευταία φορά που εμφανίστηκαν έντονα στη δημόσια συζήτηση ήταν σε τηλεοπτικά παράθυρα ιδιωτικών καναλιών για να γίνουν, σχεδόν αμέσως, κωμικοί χαρακτήρες στις μιμήσεις του Γιώργου Μητσικώστα ή αρθρογραφώντας σε διάφορα free press, λίγο πριν αναλάβουν υπουργεία.
Στη μια περίπτωση ήταν ένας διανοούμενος/πανεπιστημιακός ο οποίος μιλούσε «ακαταλαβίστικα», ή τουλάχιστον χρησιμοποιώντας μια γλώσσα διακριτά διαφορετική από αυτήν των σταθερών καλεσμένων αυτών των παραθύρων. Το στερεότυπο έμεινε, στα καφενεία γελούσαν με αυτό το περίεργο είδος.
Στην άλλη περίπτωση ήταν ένας διανοούμενος/πανεπιστημιακός ο οποίος, ανάμεσα στις συνήθεις στήλες του εντύπου για τα καινούργια νυχτερινά μαγαζιά και τους πιο ανερχόμενους καλλιτέχνες εκείνης της εβδομάδας, διακήρυττε μια κοινωνική επανάσταση.
Το επιχείρημα, φαντάζομαι, ήταν ότι σε μια εποχή παρακμής του Πανεπιστημίου ως τόπου κριτικής, σε μια εποχή απαξίωσης των παραδοσιακών ΜΜΕ, σε μια εποχή ερήμωσης των βιβλιοπωλείων, αυτό έμοιαζε ως το προσφορότερο βήμα.
Η υπουργοποίηση λίγο αργότερα έθεσε τέλος στην αρθρογραφία αυτή. Με άλλα λόγια, η προσπάθεια διείσδυσης του συστήματος από τη μεταμοντέρνα διανόηση/ακαδημία δεν κατάφερε να είναι αποτελεσματική...
Σ' ένα παλιότερο άρθρο του με τίτλο «Ο θάνατος του Πανεπιστημίου» στην εφημερίδα The Guardian, o Τέρι Ιγκλετον θρηνούσε τον θάνατο των Πανεπιστημίων, ιδιαίτερα των ανθρωπιστικών σπουδών, με αφορμή μεγάλες περικοπές στη χρηματοδότησή τους (κάτι που συνέβη με παρόμοιους όρους και στη χώρα μας):
«Αυτό που είδαμε στον καιρό μας είναι ο θάνατος των Πανεπιστημίων ως κέντρων κριτικής. Από τη Mάργκαρετ Θάτσερ, ο ρόλος του ακαδημαϊκού κόσμου είναι να υπηρετεί το status quo, όχι να το αμφισβητήσει στο όνομα της δικαιοσύνης, της παράδοσης, της φαντασίας, της ανθρώπινης ευημερίας, του ελεύθερου παιχνιδιού του νου ή των εναλλακτικών οραμάτων του μέλλοντος. Δεν θα το αλλάξουμε αυτό απλώς αυξάνοντας την κρατική χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών επιστημών, ως απάντηση στην κατάργησή της. Θα το αλλάξουμε επιμένοντας ότι ένας κριτικός προβληματισμός σχετικά με τις ανθρώπινες αξίες και αρχές θα πρέπει να είναι κεντρικό στοιχείο για όλα όσα συμβαίνουν στα Πανεπιστήμια, όχι μόνο για τη μελέτη του Ρέμπραντ ή του Ρεμπό».
Μήπως αυτό που πέθανε δεν είναι απλώς ο ρόλος των Πανεπιστημίων και των πανεπιστημακών δασκάλων ως φορέων κριτικής του συστήματος, αλλά και η έννοια του διανοούμενου συνολικά;
Πριν από τριάντα χρόνια ο συντηρητικός Μπερνάρ Ανρί-Λεβί αναρωτιόταν αν το παρακάτω λήμμα θα εμφανιζόταν στα γαλλικά λεξικά του μέλλοντος: «Διανοούμενος, ουσιαστικό, γένους αρσενικού, κοινωνική και πολιτιστική κατηγορία. Εμφανίστηκε στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της υπόθεσης Ντρέιφους. Πέθανε στο Παρίσι στο τέλος του εικοστού αιώνα».
Χωρίς ιδιαίτερη ιστορική έρευνα μπορούμε να υποθέσουμε ότι αν το φαινόμενο πέθανε στο Παρίσι του τέλους του εικοστού αιώνα, θα πήρε μερικά χρόνια ακόμη (η γνωστή καθυστέρηση) για να πεθάνει και στην Ελλάδα. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, δεν φαίνεται κανείς να θρηνεί για την απώλεια αυτή.
Στη σειρά των απαξιωμένων τύπων της εποχής μας, ο διανοούμενος και ο πανεπιστημιακός κατέχουν πρωτεύουσα θέση. Κι όμως, η μοίρα του ουτοπικού οράματος είναι συνδεδεμένη με τη μοίρα των διανοουμένων, γιατί, αν η ουτοπία βρήκε ποτέ πατρίδα, αυτή ήταν ανάμεσα στους ανεξάρτητους στοχαστές και στους πελάτες των καφενείων.
Στον βαθμό που αυτοί δεν υπάρχουν πλέον, και το Πανεπιστήμιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε κέντρο διεκπεραίωσης ή υποστήριξης του συστήματος, τότε δεν έχουμε να περιμένουμε πολλά από το μέλλον, έτσι δεν είναι;
*αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας Τέχνης και της Θεωρίας του Πολιτισμού στο Πολυτεχνείο Κρήτης
Πηγή efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου