Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Μια προσέγγιση για επανεκκίνηση


Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
Του Α.Δ. Παπαγιαννίδη

Έτσι, καθώς θα περιμένουμε να «ωριμάσει» το Eurogroup της 15ης Ιουνίου αξίζει να βλέπει τουλάχιστον κανείς τι προσεγγίσεις προκύπτουν στην ελληνοελληνική συζήτηση. Όπως την περασμένη Δευτέρα στις στήλες αυτές είχαμε δει τη συζήτηση Θοδωρή Πελαγίδη - Κυριάκου Μητσοτάκη στο Κτήριο Παλαμά, θα ήταν παράλειψη να μην έχουμε αναφερθεί σε μια άλλη δημόσια συζήτηση. Αυτή έφερε μαζί, στο ΕΒΕΑ, Νίκο Χριστοδουλάκη, Μιλτιάδη Νεκτάριο και Χάρη Θεοχάρη για μια πρόταση για «Επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας» (πράγμα που ενδιαφέρει έτσι όπως διακινούνται προσπάθειες για κάποια κοινή ελληνική θέση στο θέμα του χρέους...). Ξεκίνησε η τοποθέτηση των τριών με την καταγραφή από την έως τώρα διαδοχή «διασώσεων» της Ελλάδας.
Ο Α.Δ. Παπαγιαννίδης
Πρώτο, το μέτωπο του χρέους: «Τον Δεκέμβριο 2009 ήταν 300 δισ. ευρώ (δηλ. 127% του ΑΕΠ) και έχει μεσολαβήσει το PSI με ονομαστική διαγραφή χρέους 110 δισ. ευρώ. Έπειτα από 7 έτη μνημονίων, όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά σήμερα είναι 325 δισ. ευρώ (δηλ. στο 180% του ΑΕΠ) και απαιτείται νέα απομείωση».  
Ύστερα, η αρνητική εμπειρία της μεταρρυθμισιολογίας: «Το 2016 ο ΟΟΣΑδιαπίστωσε ότι η Ελλάδα έχει ψηφίσει τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε., όμως η εφαρμογή τους πάσχει με αποτέλεσμα η συνολική ποιότητα λειτουργίας των αγορών να έχει χειροτερέψει κατά πολύ μετά το 2009». Ο Ν. Χριστοδουλάκης δεν παύει να θυμίζει ότι όλη η θύελλα για το διαβόητο φρέσκο γάλα επί κυβερνήσεων Σαμαρά κατέληξε, όχι σε μείωση αλλά σε... αύξηση των τιμών στον καταναλωτή.
Το κυριότερο παράδοξο, όμως, και το πιο τραυματικό, είναι η μη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας: «Έπειτα από δραστική περικοπή μισθών, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, το κόστος εργασίας μειώθηκε μεν κατά 25%, πλην όμως η κατάταξη ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας χειροτέρευσε κατά πολύ και οι παραγωγικές επενδύσεις έχουν συρρικνωθεί δραματικά».

Αυτή η διάγνωση της αστοχίας των έως τώρα μνημονίων, προγραμμάτων προσαρμογής οδηγεί στην ανάγκη να το πάμε το πράγμα αλλιώς. Εδώ, η θέση των τριών ως προς τις προτάσεις Σόιμπλε (δική μας η διατύπωση) είναι σαφέστατη: «Οι μέχρι σήμερα ευρωπαϊκές απαιτήσεις για συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα 3,50% του ΑΕΠ είναι ανέφικτες και ενδεχόμενη εμμονή σε αυτές θα οδηγήσει είτε σε ρήξη Ελλάδας - Ευρωζώνης είτε σε εσωτερική ασφυξία».
Αυτή η τόσο κάθετη διαπίστωση τον οδηγεί -ο Ν. Χριστοδουλάκης το είχε ήδη αναφέρει προ καιρού, αλλά και ο Γ. Στουρνάρας το είχε προσεγγίσει- σε μια εναλλακτική πρόταση. Που διαφυλάσσει την υποχρέωση για στόχευση πλεονασμάτων, αλλά: «Μόνο το 1,50% του ΑΕΠ θα εγγράφεται τελικά ως πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα για την εξόφληση χρέους, ενώ το υπόλοιπο 1,50%-2% του ΑΕΠ θα κατευθύνεται εν συνεχεία στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και υποδομών για την αναστήλωση της οικονομίας».
Καθώς η πλέον ανασχετική για κάθε οικονομική πρωτοβουλία ρύθμιση των τελευταίων χρόνων είναι η κατάσταση του Ασφαλιστικού (ο διαβόητος νόμος Κατρούγκαλου), οι τρεις κάνουν μια βασική πρόταση-τομή: «Νέα και συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων της χώρας, με:
(α) Σημαντική μείωση των εισφορών του διανεμητικού συστήματος σε 12% αντί του σημερινού 20% και (β) Οι επικουρικές εισφορές παραμένουν στο 7%, όσο είναι και σήμερα, αλλά υπάγονται πλέον σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα διαχείρισης». Παράλληλα, προχωρούν σε μια ριζική αναδιατύπωση που αφορά το φορολογικό σύστημα: «(α) Φορολογία επιχειρήσεων όλων των νομικών μορφών με συντελεστή 20% επί των καθαρών κερδών, με ταυτόχρονη μείωση των εκπιπτόμενων μη παραγωγικών δαπανών.
(β) Φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων 20% και σταδιακά έως 30% άνω των 50.000 ευρώ.
(γ) Φορολογία αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων με συντελεστή 20% επί των καθαρών κερδών έως 40.000. Μετά ο συντελεστής αυξάνει 1% για κάθε 1.000 ευρώ εισοδήματος μέχρι το 30% στις 50.000 ευρώ.
(δ) Αυτοτελή εισοδήματα από τόκους, ενοίκια, μερίσματα κ.λπ. στο 20%.
(ε) Στον ΦΠΑ προτείνεται ενιαίος κύριος συντελεστής 20%, χαμηλός συντελεστής 10% και κατάργηση του ενδιάμεσου 13%».
Το τελικό συμπέρασμα, η τελική προσδοκία: «Με πρωτογενή πλεονάσματα εξόφλησης χρέους στο 1,50% του ΑΕΠ και το υπόλοιπο 1,50% έως 2% του ΑΕΠ να πηγαίνει σε επενδύσεις, το χρέος πέφτει κάτω από 100% στα μέσα της δεκαετίας του 2020 και οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες μένουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, ο συνδυασμός δημοσίων επενδύσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων βοηθά τις επιχειρήσεις και συντελεί στην αναβάθμιση των εξαγωγών και τον έλεγχο του εξωτερικού ελλείμματος. Με τις προτάσεις μείωσης ασφαλιστικών εισφορών και φόρων, η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί από την ενίσχυση ρευστότητας, τη μείωση των κινήτρων απόκρυψης και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος».

Ναυτεμπορική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου