Νέα Πολιτική
του Χρήστου Ζιώγα*
Στο χώρο των μεταψυχροπολεμικών Βαλκανίων η περιστολή της σοβιετικής
επιρροής και η καθεστωτική μετάβαση επέφεραν προβλήματα σταθερότητας. Η
δεκαετία του ‘90 χαρακτηρίστηκε από την αξίωση της Σερβίας να ενισχύσει τη θέση
της στο περιφερειακό υποσύστημα ενσωματώνοντας εντός των συνόρων της Νέας
Γιουγκοσλαβίας τους σερβικούς πληθυσμούς που διαβιούσαν στα όμορα και διάδοχα,
της παλαιάς κρατικής δομής, κράτη. Τα διοικητικά σύνορα της ενιαίας
Γιουγκοσλαβίας ήταν προϊόν της πολιτικής του Γιόσιπ Τίτο στην προσπάθειά του να
δημιουργήσει μια βιώσιμη και ισχυρή κρατική οντότητα σχετικά χειραφετημένη από
τις επιδιώξεις της Μόσχας. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού κοσμοσυστήματος
αναβίωσε τους εν υπνώσει εθνικούς αυτοπροσδιορισμούς θεωρώντας πως εισέρχονταν
ξανά στο στάδιο της ιστορικής τους εκπλήρωσης.
Στη νοτιοανατολική Ευρώπη στην τωρινή συγκυρία παρουσιάζεται το εξής
παράδοξο φαινόμενο: φορείς αναθεωρητικών – αλυτρωτικών πολιτικών είναι δύο από
τα λιγότερο ισχυρά κράτη της περιοχής. Η Αλβανία και η ΠΓΔΜ δίχως αμφιβολία
υπολείπονται στον περιφερειακό καταμερισμό ισχύος έναντι των γειτονικών τους
κρατών, οι δε μεταξύ τους σχέσεις διέπονται από το στοιχείο της σύγκρουσης λόγω
της ύπαρξης σημαντικού πληθυσμού Αλβανών στην ΠΓΔΜ.
Η ευρωπαϊκή προοπτική των βαλκανικών κρατών αναμφίβολα θα αμβλύνει το
συγκρουσιακό στοιχείο. Η μονομερής ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ δεν έχει
επιφέρει την ανάλογη προσαρμογή της χώρας που εξακολουθεί ρητορικά να αξιώνει
την εθνική της ολοκλήρωση μέσω της ενσωμάτωσης σε ένα κράτος των ομοεθνών
πληθυσμών των Σκοπίων, του Κοσσόβου, του Πρέσεβο – Μπουγιάνοβατς επίσης μέρος
της Σερβίας, μιας μικρής μειονότητας στο Μαυροβούνιο και περιοχών της
βορειοδυτικής Ελλάδος. Ευτυχώς, μέχρι στιγμής η Αλβανία δεν διαθέτει τους
συντελεστές ισχύος για να πραγματώσει τους στόχους της. Η περίπτωση του
Κόσσοβου δηλαδή η ανατροπή με έξωθεν επέμβαση, πρωτοστατούντων των Ηνωμένων
Πολιτειών, των τετελεσμένων της ισχύος, που είχαν επιβάλει οι Σέρβοι, δεν
αποτελεί κανόνα αλλά συνήθως εξαίρεση στις διεθνείς σχέσεις και οι πιθανότητες
να επαναληφθεί σε άλλη περίπτωση μεσοπρόθεσμα είναι από ελάχιστες έως ουδεμία.
Στα δε Σκόπια από επίσημους και ανεπίσημους φορείς δηλώνεται πως τα γεωγραφικά
όρια του κράτους υπολείπονται της εθνολογικής και ιστορικής πραγματικότητας.
Φυσικά στη παρούσα φάση η επιβίωση του εν λόγω κράτους προηγείται των
αλυτρωτικών διεκδικήσεων.
Η Ελλάδα συνιστά ένα μη αναθεωρητικό κράτος που το τέλος του ψυχρού πολέμου
την ανέδειξε, μαζί με την Τουρκία, ως την ισχυρότερη χώρα των Βαλκανίων. Ενώ η
τουρκική διπλωματία διείδε την ευκαιρία και προσπάθησε εξ” αρχής να εδραιώσει
την επιρροή της στην περιοχή, η ελληνική εξωτερική πολιτική ακολούθησε μια
μονοδιάστατη λογική οικονομικών επενδύσεων στη βαλκανική ενδοχώρα που όμως
εστερείτο του έτερου πυλώνα τέτοιων στρατηγικών εγχειρημάτων, αυτού της άσκησης
πολιτικής ισχύος. Η απροθυμία της Αθήνας, για λόγους προφανώς ιδεοληπτικούς, να
λειτουργήσει ηγεμονικά και να σταθεροποιήσει τα Βαλκάνια, ασκώντας μια
στρατηγική που εν πολλοίς θα ήταν σύμφωνη με τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά
συμφέροντα, επέτρεψε την ευδοκίμηση αλυτρωτικών ιδεολογιών από όμορα και
λιγότερο ισχυρά κράτη. Το οξύμωρο είναι πως οι εδώθε διαπρύσιοι πολέμιοι του
ελληνικού εθνικισμού παραμένουν μάλλον σιωπηλοί έως χαμηλόφωνοι στα κατά
καιρούς αλυτρωτικά παραληρήματα των γειτόνων μας, αναμένοντας να ξιφουλκήσουν
μόνο κατά των εγχώριων αλλά σαφώς περιθωριακών φωνών. Βέβαια οι παροικούντες
της ελληνικής Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πως άλλο πράγμα η ιδεολογική συνέπεια άλλο η
εμμονή.
Η πιθανή αποσταθεροποίηση των Σκοπίων, η δεύτερη την τελευταία
δεκαπενταετία, οφείλεται τόσο στα εσωτερικά προβλήματα του γειτονικού κράτους,
όσο και στον αλβανικό εθνικισμό ο οποίος τείνει να εισέλθει σε φάση υλοποίησης.
Το κράτος των Σκοπίων αποτέλεσε ένα τεχνητό δημιούργημα του Τίτο προς το τέλος
του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που εξυπηρετούσε εσωτερικές σκοπιμότητες και
εξωτερικούς στόχους της περιόδου. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας οδήγησε στην
ανεξαρτησία και η επιθυμία του να χρησιμοποιήσει τον όρο «Μακεδονία», ως προς
την αναγνώρισή του από τη διεθνή κοινότητα, προκάλεσε διπλωματική αντιπαράθεση
με την Ελλάδα, κατάσταση που υφίσταται μέχρι σήμερα. Η αντιπαλότητα με την
Αθήνα για την ονομασία του νεοσύστατου κράτους προφανώς δεν συνιστά τα βασικό
λόγο απειλής της εδαφικής του ακεραιότητας, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν
ορισμένοι ακόμη κι εντός της χώρας μας. Η Ελλάδα, όπως προαναφέραμε, είναι μη
αναθεωρητική χώρα που επιθυμεί τη σταθερότητα των δυτικών Βαλκανίων και την
ένταξή τους στους δυτικούς πολιτικοστρατιωτικούς θεσμούς.
Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας μέσω μιας αμοιβαίας συμφωνίας, επί τη
βάσει ενός γεωγραφικού προσδιορισμού, θα εξομαλύνει τις μεταξύ των δύο χωρών
σχέσεις και θα καταστήσει βιώσιμη την συνύπαρξη του εθνολογικά διαιρεμένου
πληθυσμού των Σκοπίων. Η είσοδος της ΠΓΔΜ στην Ατλαντική Συμμαχία θα συμβάλλει
στη σταθερότητα του κράτους και της περιοχής, προοπτική που φαντάζει, λόγω
αυτών των προβλημάτων, πιο δύσκολη σε σχέση με το 2008. Ο αλβανικός
αλυτρωτισμός, τέλος, οφείλει να ελεγχθεί πριν εισέλθει στη φάση υλοποίησής του
και θέσει σε κίνδυνο την τάξη στη βαλκανική χερσόνησο.
·
Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου