Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Πως έσβησε το Made in Japan (β)

analyst

Με την ελπίδα της επίλυσης της χρηματοοικονομικής κρίσης, οι αρχές υποχρεώθηκαν σε μεγαλύτερη απορρύθμιση. Αποτέλεσμα είχε η Ιαπωνία να συγκλίνει προς το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο και κανένας τομέας της οικονομίας δεν είναι σήμερα υπό άμεσο κρατικό έλεγχο.

του Βασίλη Παζόπουλου

Η ανατίμηση του νομίσματος

Τον Σεπτέμβριο του 1985, η Ιαπωνία και πέντε άλλα έθνη υπέγραψαν στο ξενοδοχείο Plaza της Νέας Υόρκης την υποτίμηση του δολαρίου έναντι του γιεν, με σκοπό να αυξήσουν τις εξαγωγές των ΗΠΑ, καθιστώντας τις έτσι φθηνότερες.

Μετά την περίφημη συμφωνία στο Plaza, η κερδοφορία των εξαγωγικών κατασκευαστικών βιομηχανιών σταδιακά άρχισε να μειώνεται, οδηγώντας σε ύφεση. Για να μετριάσει την επίδραση του υψηλού γιεν, η κυβέρνηση το 1986 χαλάρωσε την φορολογική πολιτική και μείωσε τα επιτόκια.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν τα χαμηλά επιτόκια, μείωσαν τον δανεισμό τους και προχώρησαν σε μεγάλης κλίμακας επενδύσεις. Η ιδιωτική κατανάλωση σημείωσε επίσης μεγάλη άνοδο, ειδικά στις εισαγωγές.
Από την ανατίμηση του γιεν, έγιναν φθηνότερα για τις ιαπωνικές εταιρείες τα ξένα περιουσιακά στοιχεία. Ακολούθησε μια υπερβολή αγορών στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ. Επιλέγονταν ακίνητα, όπως το Rockefeller Center στη Νέα Υόρκη και γήπεδα γκολφ στη Χαβάη και την Καλιφόρνια.

Η ανατίμηση του Yen έκανε τις Ιαπωνικές εξαγωγές ακριβότερες και τις επενδύσεις από την Ιαπωνία προς το εξωτερικό φτηνότερες. Το ακριβό εργατικό κόστος, το ισχυρό γιεν και η προσπάθεια εξασφάλισης πρώτων υλών, έστειλε σημαντικά ποσά σε επενδύσεις στις ασιατικές χώρες. Επενδύσεις γίνανε και στην Αμερική, με σκοπό τη δημιουργία τοπικής βάσης και στόχο την τεράστια αγορά της.

Οι μεγάλες Ιαπωνικές εταιρίες μεταφέροντας μέρος της παραγωγής τους στο εξωτερικό, απελευθέρωσαν βιομηχανική γη, αφήνοντας χώρο για ανέγερση νέεων κατοικιών. Η υπερβάλλουσα προσφορά γης αποτέλεσε το πρωτογενές αίτιο, από όπου ξεκίνησε την κρίση στην αγορά ακινήτων.

.

Η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας

Η κυβέρνηση, θορυβημένη από την αλόγιστη κερδοσκοπική έκρηξη, διόρισε  γενικό διευθυντή της Τράπεζα της Ιαπωνίας τον Γασούσι Μιένο. Ένα ανώτερο τραπεζικό στέλεχος που του άρεσε να καυχιέται δημόσια ότι ποτέ δεν είχε αγοράσει μετοχές.

Τα Χριστούγεννα του 1989 ο Μιένο αύξησε το επίσημο προεξοφλητικό επιτόκιο. Επίσης εξέφρασε δημόσια την επιθυμία του να πέσουν οι τιμές, καθορίζοντας το ποσοστό πτώσης στο 20%. Τέσσερις  ημέρες αργότερα, ο Nikkei έφτασε στο μεγαλύτερο ύψος στην ιστορία του. Ο Μιένο ανέβασε τα επιτόκια άλλες 5 φορές, φτάνοντας το 6% τον Αύγουστο του 1990, δημιουργώντας απότομη νομισματική στενότητα.

Οι τιμές των μετοχών βέβαια δεν καθορίζονται κατά παραγγελία. Έπεσαν πολύ παραπάνω, παρά τις προσπάθειες των αρχών να στηρίξουν το χρηματιστήριο. Μαθημένοι σε παρεμβατικές πολιτικές οι αρχές δεν άφησαν την αγορά να καθορίσει από μόνη της το κατώτατο σημείο και να βρει το σημείο ισορροπίας.

Για παράδειγμα δόθηκαν εντολές στις ασφαλιστικές εταιρίες να σταματήσουν να πουλούν μετοχές, απαγορεύτηκε η διάθεση νέων μετοχών και τα κεφάλαια των συνταξιοδοτικών ταμείων διοχετεύτηκαν σε αγορές μετοχών.

H εισβολή στο Ιράκ στις 2 Αυγούστου του 1990 έδωσε την χαριστική βολή, αφού οι επενδύτες φοβήθηκαν για πληθωριστικές τάσεις, και υψηλότερες τιμές πετρελαίου. Μέσα σε μια μέρα ο Nikkei 225 έχασε το 11% της αξίας του.
.

Τα ακίνητα

Η χρηματιστηριακή αγορά βρέθηκε στο αποκορύφωμά της το Δεκέμβριο του 1989, αλλά η τιμές των κατοικιών συνέχισαν να αυξάνονται μέχρι το 1991. Παρά το κραχ του χρηματιστηρίου, η BOJ διατήρησε προεξοφλητικό επιτόκιο στο 6% μέχρι τον Ιούλιο του 1991, για να περιορίσει την φούσκα των ακινήτων.

Η φούσκα ή μπαμπούρου, όπως την αποκάλεσαν οι Ιάπωνες,  ήταν πρωτίστως μια ανεξέλεγκτη άνοδος της αγοράς ακίνητης περιουσίας. Η γη έχει μια ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία για τους Ιάπωνες. Η ιδιοκτησία γης προσδίδει κύρος σε μια κοινωνία που είχε σχετικά πρόσφατα απελευθερωθεί από την φεουδαρχικού τύπου δουλοπαροικία.

Μεγάλοι φόροι επιβάλλονταν στα βραχυπρόθεσμα κέρδη από την ρευστοποίηση ακίνητης περιουσίας, για να ενθαρρύνονται οι μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις. Στην πραγματικότητα αυτό υποκινούσε την κερδοσκοπία στην γη, γιατί δημιούργησαν μια αγορά μη ρευστοποιήσιμων ακίνητων περιουσιών.

Από το 1956 έως το 1986 οι τιμές ακινήτων αυξήθηκαν κατά 5000%, ενώ οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων απλά διπλασιάστηκαν. Με εδραιωμένη την αντίληψη πως οι τιμές δεν θα πέσουν ποτέ, οι τράπεζες χορηγούσαν δάνεια σε επιχειρήσεις με κριτήριο την ακίνητη περιουσία τους, και λιγότερο την βιωσιμότητα ή το επιχειρηματικό πλάνο τους.
.

Αλαζονεία και φόβος

Την δεκαετία του ’90, οι βιομηχανικές εταιρίες της Ιαπωνίας υπερτερούσαν στις νέες τεχνολογίες. Εκείνην την εποχή, οι 11 από τις 20 μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου ήταν Ιαπωνικές. Η Ιαπωνία αποτελούσε τον μεγαλύτερο δανειστή στο κόσμο κυρίως λόγω του ισχυρού γιεν.

Οι New York Times προειδοποιούσαν ότι 40 χρόνια μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, οι Ιάπωνες πραγματοποιούν μία από τις πιο μεγαλοφυείς εμπορικές επιθέσεις στην ιστορία, καθώς κατακτούν την αμερικάνικη βιομηχανία. Παρόλο που είχε χάσει τον πόλεμο, η Ιαπωνία είχε κερδίσει εν καιρώ ειρήνης και είχε αναδυθεί ως μια οικονομική υπερδύναμη.

Οι Ιάπωνες είναι ένας ιδιαίτερα πειθαρχημένος λαός. Μέθυσαν όμως με την φούσκα και ξέχασαν την πειθαρχία τους. Αποκτήσανε υπερβολική εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και αυτή η υπεραισιοδοξία τους έκανε αλαζόνες.

Από την άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι έτρεμαν την επιθετική εξαγωγική πολιτική των Ιαπώνων.
Η ανερχόμενη χρηματιστηριακή αγορά θεωρήθηκε από τους πολιτικούς μια αντανάκλαση των οικονομικών επιτευγμάτων της χώρας. Η κερδοσκοπία πήρε διαστάσεις αμόκ που κανείς δεν ενδιαφερόταν να ελέγξει.
Η χρηματιστηριακή ευφορία συχνά αναδύει συμπτώματα αλαζονείας. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλες κερδοσκοπικές μανίες εμφανίζονται σε εποχές που η ισορροπία της οικονομικής δύναμης μετατοπίζεται από ένα έθνος σε άλλο.

Η μανία με τις τουλίπες εμφανίστηκε στην Ολλανδία λίγο μετά το ολλανδικό οικονομικό θαύμα, που μετέτρεψε το Άμστερνταμ στο μεγαλύτερο διαμετακομιστικό κέντρο του κόσμου.

Στις αρχές του 20ου αιώνα σημειώθηκε η έκρηξη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, όταν οι ΗΠΑ έγιναν η πρώτη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο παίρνοντας τα σκήπτρα από την Μεγάλη Βρετανία.

Ο δρόμος προς στην κορυφή

Το δολάριο άρχισε να γίνεται φθηνότερο ακριβώς στην κορύφωση της οικονομικής δύναμης του στον τομέα της μεταποίησης. Σε μια περίοδο που οι περισσότεροι Ιάπωνες είχαν τεράστια ποσά προσωπικών αποταμιεύσεων.
Τα επιτόκια ήταν χαμηλά και η ανοδική τάση του γιεν αποθάρρυνε τους ιάπωνες να μεταφέρουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό. Το 1988 καταργήθηκαν οι αφορολόγητοι λογαριασμοί αποταμίευσης, οι οποίοι βρήκαν διέξοδο στο χρηματιστήριο.

Ταυτόχρονα είχαμε έκρηξη στην αγορά ακινήτων. Το 1990 η αποτίμηση του συνόλου της ιαπωνικής αγοράς ακινήτων ήταν τετραπλάσια από την αντίστοιχη αξία όλων των ακινήτων περιουσιών των ΗΠΑ. Η αύξηση των δανείων με εγγύηση ακίνητη περιουσία, ανέβασε την ρευστότητα στην οικονομία.

Η γρήγορη άνοδος του δείκτη Nikkei στηριζόταν στην πεποίθηση ότι αν η τιμή της γης και των ακινήτων ανεβαίνει, τότε ανεβαίνει και η αξία των εταιρειών που την κατέχουν. Αυτό φαινόταν πειστικό, γιατί είχε λογική βάση. Η άνοδος της τιμής της γης έδινε τη δυνατότητα στις εταιρείες να δανείζονται όλο και περισσότερο και μάλιστα με χαμηλό κόστος.

Δεν υπήρξε καθόλου προβληματισμός, ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από τις τράπεζες, ούτε φυσικά από τους απλούς επενδυτές, για το τι θα γίνει αν οι τιμές της ακίνητης αρχίσουν να μειώνονται. Απλά δεν θεωρούσαν πως μπορεί ποτέ να συμβεί!

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1989, ο βασικός δείκτης Nikkei 225 είχε φτάσει κοντά στις 39.000 μονάδες, τετραπλασιάζοντας την αξία του σε μόλις 4 χρόνια. Μόνο η χρηματιστηριακή αξία της τηλεφωνικής εταιρίας NTT, έφτασε να ξεπερνάει το άθροισμα της συνολικής κεφαλαιοποίησης της Γερμανίας και του Χονγκ Κονγκ.
Βασικός λόγος ήταν πως υπήρχε η ακλόνητη πεποίθηση στους επενδυτές πως η κυβέρνηση τους δεν θα επέτρεπε να υποστούν ζημιές. Η αντίληψη αυτή ενισχύθηκε όταν μετά το μίνι κραχ του 1987, το σύνολο σχεδόν των ιαπωνικών μετοχών ανέκαμψαν πολύ γρήγορα.

Όταν στις αρχές του 1987 πέθανε από AIDS μια ιερόδουλος, υπήρξε ένας παροξυσμός για τις μετοχές των εταιριών που κατασκεύαζαν προφυλακτικά. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι γιαπωνέζοι χρησιμοποιούσαν ήδη προφυλακτικά ως μέθοδο αντισύλληψης, η τιμή τους 4 πλασιάστηκε. Κατόπιν στράφηκαν στις μετοχές εταιριών που παρήγαγαν πορνογραφικές κινηματογραφικές ταινίες.
.

Καταναλωτικές υπερβολές

Οι Ιάπωνες αύξησαν μαζικά τις καταναλωτικές δαπάνες τους, απαρνούμενοι την παραδοσιακή λιτότητα. Η άνοδος των τιμών των περιουσιακών τους στοιχείων, σε συνδυασμό με το ισχυρό γιεν, δημιούργησαν φρενίτιδα αγορών σε εισαγόμενα είδη πολυτελείας.

Οι περικοπές στην φορολογία εισοδήματος αύξησαν την αγοραστική δύναμη. Ενθαρρυμένοι από τα χαμηλά επιτόκια, αύξησαν τα καταναλωτικά τους χρέη από 9 τρισεκατομμύρια το 1980 σε 67 τρις, μόλις σε μια δεκαετία.

Ήταν επίσης η περίοδος των διεθνών ταξιδιών. Οι ιάπωνες πήγαιναν στο εξωτερικό σε αριθμούς ρεκόρ, αποτελώντας τους καλύτερους πελάτες. Ψώνιζαν τις ακριβότερες μάρκες, μένανε στα καλύτερα ξενοδοχεία, δειπνούσαν σε πολυτελή εστιατόρια.

Στην πιο γνωστή και ακριβή περιοχή του Τόκιο, στην Ginza, έφτασε το ένα τετραγωνικό μέτρο να κοστολογείται 1.500.000 δολάρια. Η αξία της γης στην εμπορική περιοχή της Ginza ξεπερνούσε την αξία της γης στην Καλιφόρνια! Ένα χαρτονόμισμα των ¥ 10,000 που έπεφτε κάτω, άξιζε λιγότερο από το έδαφος που κάλυπτε με την επιφάνεια του.
.

Εσφαλμένες εκτιμήσεις που οδήγησαν στην κατάρρευση

Τα επισφαλή δάνεια δεν παρουσιάστηκαν ξαφνικά μέσα σε 2-3 χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης αλλά συσσωρεύτηκαν με το πέρασμα των χρόνων. Οι Ιαπωνικές τράπεζες χρειάστηκαν 7 χρόνια για να υπολογίσουν με ακρίβεια το μέγεθος των επισφαλών δάνειων.

Αυτό οφείλεται κυρίως στην πολιτική των τραπεζών που είτε αναχρηματοδοτούσαν τα επισφαλή δάνεια είτε προχωρούσαν σε ρύθμιση των επισφαλών δανείων, παρουσιάζοντας τα ως νέα.

Μέχρι τότε, οι αρχές θεωρούσαν ότι η τραπεζική κρίση είναι προσωρινή και ότι οφείλεται σε βραχυπρόθεσμα προβλήματα ρευστότητας των τραπεζών λόγω των προσπαθειών τους για προσαρμογή στην Base I.
Μόνο όταν άρχισαν οι πρώτες πτωχεύσεις και η κατάρρευση τραπεζών, η κυβέρνηση άρχισε να αντιμετωπίζει την κρίση στο τραπεζικό τομέα με πιο δραστικά μέσα.

Μέχρι το 1997 οι ενέσεις ρευστότητας από την κυβέρνηση προς τις τράπεζες είχαν ως στόχο τη διατήρηση της ικανότητας τους να προχωρήσουν προς δανειοδοτήσεις και όχι την αντιμετώπισης της κρίσης.

Η κατάρρευση των τιμών σε μετοχές και ακίνητα, οδήγησε σε κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, λόγο της ανασφάλειας. Η υπερεπένδυση των προηγούμενων ετών έχει οδηγήσει σε υπερπροσφορά που αδυνατεί να καλύψει η αναιμική εσωτερική ζήτηση. Το δε υπερτιμημένο γιεν εμποδίζει τις εξαγωγές.

Το 1995 το προεξοφλητικό επιτόκιο ουσιαστικά μηδενίστηκε. Παρά την παροχή δωρεάν χρήματος στο τραπεζικό σύστημα, η εσωτερική ζήτηση δεν αντιδρά, οδηγώντας σε μια παγίδα ρευστότητας. Οι εισαγωγές μειώθηκαν, με αποτέλεσμα να επανεμφανίζονται μεγάλα πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο.

Με την ελπίδα της επίλυσης της χρηματοοικονομικής κρίσης, οι αρχές υποχρεώθηκαν να υποσχεθούν ότι θα προχωρούσαν σε μεγαλύτερη απορρύθμιση. Αποτέλεσμα είχε η Ιαπωνία να συγκλίνει προς το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο και κανένας τομέας της οικονομίας δεν είναι σήμερα υπό άμεσο κρατικό έλεγχο.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου