Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

«Τα μακεδονικά θύματα»

Το Ποντίκι


του Στάθη
Η στήλη δίνει σήμερα τον λόγο στην κυρία Γιώτα Σεχίδου. Η κυρία Σεχίδου είναι Δρ Φιλοσοφίας και συγγραφέας. Το κείμενό της δημοσιεύθηκε στην «Ίσκρα» στις 27.01.2019 και είναι το εξής:
«Γεννήθηκα στη Φλώρινα από πατέρα από γενιά προσφύγων από τον Πόντο και μάνα Σλαβομακεδόνισσα και Μικρασιάτισσα μαζί. Το σόι και της μάνας και του πατέρα μου πολέμησαν πρώτα τον Γερμανό κατακτητή, όπου από το σόι του πατέρα άλλους τους κρέμασαν κι άλλους τους εκτέλεσαν, ενώ το σόι της μάνας έχασε όλη του την ζώσα περιουσία που δημεύτηκε από τα στρατεύματα κατοχής.
Στον εμφύλιο, οι πρώτοι ανέβηκαν στο βουνό, πέρασαν από στρατοδικεία και σκοτώθηκαν στην πρώτη γραμμή στον Γράμμο, και οι δεύτεροι, το σόι της μάνας, πεθάνανε ένας ένας ενώ η γιαγιά διαπομπεύτηκε και την κούρεψαν οι χίτες στην πλατεία των Μαλγάρων, γιατί πήγε με το κάρο γεμάτο σιτάρι ν’ ακούσει μια ομιλία του Ζαχαριάδη στη Θεσσαλονίκη. Της κόψανε τις βαριές πλεξούδες, της κρεμάσανε μια ταμπέλα ότι ήταν πόρνη και πέθανε απ’ την ντροπή.


Ξεκληρίστηκαν.


Εμείς, η δεύτερη μετεμφυλιακή γενιά, μεγαλώσαμε με μνήμες πτωμάτων.


Ο παππούς, εσχάτως γεωργός, πρώην φωτογράφος, παντοπώλης και φορτηγατζής, έκαιγε τα μαρξιστικά βιβλία στην αυλή του σπιτιού όταν ανέβηκε η χούντα. Πούλαγα μαζί του έξι χρονών μήλα στο παζάρι της Φλώρινας, με την σχολική ποδιά, δίπλα στις Σλαβομακεδόνισσες αγρότισσες με τις βαριές μαύρες μάλλινες φορεσιές και τα λευκά τσεμπέρια στους πάγκους με τα χόρτα, τα φασόλια και τις πιπεριές που κατέβαιναν απ’ τα ορεινά χωριά στο χιόνι με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα, να τα πουλήσουν.


Οικογενειακά ετοιμαζόμασταν να φύγουμε μετανάστες στη Γερμανία. Δεν προκάνανε, ήρθε η μεταπολίτευση. Στο σπίτι μιλούσαν τέσσερις γλώσσες. Ελληνικά, Ρωσικά, Σλαβομακεδονικά και λίγα Τουρκικά. Εμάς μας απαγορεύτηκε να μάθουμε τις υπόλοιπες, παρά μόνο Ελληνικά. Προσωπικά, θα μ’ άρεσε να έχω μάθει και Σλαβομακεδονικά για να συνεννοούμαι, πέρναγα παιδί τα σύνορα με το ποδήλατο.
Εκτός από τη γλώσσα, πάντα πίστευα ότι εμείς κι οι γείτονες είμαστε σχεδόν ένας λαός. Έβλεπα στα Μπίτολα (Μοναστήρι) τα νεοκλασικά του μεσοπολέμου, τις ελληνικές επιγραφές στα σπίτια, ήταν πολλοί Έλληνες εκεί, τα μισά σόγια των Φλωρινιωτών ήταν από κει και άλλοι από δω, μιλούσαν πολλοί Ελληνικά.


Ήξερα ότι όσοι αντάρτες φύγανε μετά την ήττα του εμφυλίου στο πρώην ανατολικό μπλοκ το Ελληνικό κράτος τους πήρε τις περιουσίες και τους στέρησε την ιθαγένεια. Έτσι πηγαίνανε οι Φλωρινιώτες να δουν τους συγγενείς τους από τη μια πλευρά δηλαδή, γιατί εκείνοι δεν μπορούσαν να ’ρθουν, ήταν κομμουνιστές μας λέγανε, γι’ αυτό τους απαγορευότανε η είσοδος. Κάποιοι τα καταφέρανε με το ΠΑΣΟΚ, αλλά ήταν λίγοι, δεν μπορούσαν να πάρουν βίζα.


Όταν ξέσπασε το περίφημο “αυτονομιστικό” πολλοί Φλωρινιώτες από τα χωριά τάχθηκαν μαζί του. Γίνανε ταραχές. Ξέραμε ότι οι Αμερικάνοι ρίχνανε πολλά λεφτά στις “Μακεδονικές” οργανώσεις της Αυστραλίας και του Καναδά, ενισχύοντας αυτονομιστικές τάσεις και στις δύο χώρες, και πολλοί αριστεροί Φλωρινιώτες αποχώρησαν από αυτά τα μορφώματα όταν κατάλαβαν ότι το περίφημο “Μακεδονικό” δεν αποτελούσε  παρά πεδίο εκμετάλλευσης  των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός λαού για τα δικά τους ιμπεριαλιστικά σχέδια στα Βαλκάνια, για τα δικά τους συμφέροντα.


Κι όπως είχε πει τότε ένας φίλος μου αναρχικός, ο Κροπότκιν έλεγε ότι μια μειονότητα μπορεί να μεταβληθεί σε “στρατηγική μειονότητα” και να χρησιμοποιηθεί ως δούρειος ίππος τορπιλίζοντας τα συμφέροντα και των δύο λαών. Ήταν ηλίου φαεινότερον ότι κάποια στιγμή οι εθνοτικές διαφορές θα γνώριζαν τεχνητές εξάρσεις, αυτά περιμένουν οι γύπες.


Με το Κόσσοβο, ήρθαν οι Αμερικάνοι στα Σκόπια. Φτιάξανε την μεγαλύτερη στρατιωτική βάση στα Βαλκάνια, πέφτανε πολλά λεφτά. Δεν μπορούσαμε ούτε να καπνίζουμε όταν πηγαίναμε εκεί, ούτε να πετάξουμε ένα αποτσίγαρο στο δρόμο, έτρωγες πρόστιμο, ανοίγανε μαγαζιά, καζίνα το ’να πίσω απ’ το άλλο, και το μόνο ρώσικο ήταν τα βενζινάδικα.


Εμείς τους λέγαμε Σκοπιανούς, δεν τους λέγαμε ποτέ Μακεδόνες. Το μόνο αρχαιοελληνικό ερείπιο που υπήρχε στην περιοχή, ήταν η αρχαία Ηράκλεια, δεκατρία χιλιόμετρα από τα σύνορα, η τελευταία μακεδονική πόλη του Αλεξάνδρου, δεν αρκούν δεκατρία χιλιόμετρα για να ονομάσεις Μακεδονικό έναν λαό. Οι Αλβανοί είχαν στο κάτω κάτω την αρχαία Απολλωνία, το αρχαιοελληνικό στοιχείο εάν ταξίδευες εκεί ήταν πιο έντονο παρά στα Σκόπια, αλλά είπαμε, αυτά ψάχνουν να βρουν, αυτά βρίσκουν.


Η Φλώρινα μαράζωνε, με τα μνημόνια κλείνανε όλα τα μαγαζιά, για να βρούμε φτηνά τρόφιμα ή γιατρούς, όλοι πηγαίνανε στα Μπίτολα, 47% ανεργία. Ακόμα και το ρεύμα ήταν πανάκριβο, αν και ο μόνος πλούτος της περιοχής είναι οι λιγνίτες και τα ρυπογόνα εργοστάσια της ΔΕΗ που δόθηκαν κι αυτά σε πολυεθνικές και ολιγάρχες, ακόμα και το νερό, αν και είμαστε μέσα στις πηγές και στα βουνά. Κλείνανε ακόμα και οι φούρνοι, το ψωμί είχε 20 λεπτά απέναντι.


Τώρα η Φλώρινα είναι μια σκοτεινή πόλη, τα Μπίτολα είναι κατάφωτα και πλούσια. Ας είναι καλά ο Σόρος. Ο Σύριζα λέει ότι πέτυχε μια επικερδή συμφωνία, θα γίνουμε μια ελεύθερη οικονομική ζώνη, Σκοπιανοί και Έλληνες θα δουλεύουμε για τις πολυεθνικές και τα στρατόπεδα. Και θα τους βάλουμε – εμείς, οι κατεστραμμένοι – στην Ε.Ε. Και ο Τσίπρας και ο Ζάεφ θα πάρουνε το Νόμπελ. Κι άλλα στρατόπεδα θα γίνουν, κι άλλες εξορύξεις, όχι μόνο οι λιγνίτες. Θα βγουν και οι Αμερικάνοι στο Αιγαίο. Έτσι δικαιώνονται τα οράματα του ΕΑΜ, είπε η “πρώτη αριστερή κυβέρνηση”.

Αυτό είπε».

Email: stathispontiki@gmail.com




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου