Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Η Μακεδονική ταυτότητα κατά τον 19ο αιώνα

Θέματα Ελληνικής Ιστορίας


Του Δρ Ευάγγελου Κωφού 

Με τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους το 1830, η ελληνική εθνική ιδεολογία αναπτύχθηκε στη βάση της  εθνικής συνέχειας. Τόνιζε τις ελληνικές ρίζες από την κλασική εποχή, αλλά παρακολουθούσε, μέσα από το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία, την επιβίωση του ελληνικού έθνους στην ελληνική γλώσσα, τα ελληνικά έθιμα και, φυσικά, στην ελληνορθόδοξη θρησκεία.7 Στη Μακεδονία ωστόσο δινόταν έμφαση σε δύο ειδικότερα, αλλά εξίσου σημαντικά σημεία. Το πρώτο είχε ως επίκεντρο το μεγαλείο της αρχαίας Μακεδονίας και τό έπος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η έλξη του μεγάλου αυτού βασιλιά, τα επιτεύγματα του και το όνομα των Μακεδόνων είχαν κεντρίσει την ελληνική εθνική ιδεολογία στή Μακεδονία ακόμη και πριν από τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας.8 

Κατά την περίοδο του Διαφωτισμού,οι Έλληνες της Μακεδονίας, τόσο επιτοπίως όσο και στη διασπορά, έφεραν το μακεδονικό όνομα ως πρόσθετη μαρτυρία της ελληνικότητας τους.9 Την εποχή εκείνη δεν αντιτασσόταν καμιά αμφισβήτηση στην αίσθηση ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Έλληνες και ότι οι Έλληνες κάτοικοι της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας ήταν οι μόνοι που καλόπιστα είχαν το δικαίωμα να φέρουν το μακεδονικό όνομα. Αυτοί οι σύγχρονοι Μακεδόνες αισθάνονταν υπερήφανοι νά διεκδικούν την ιστορική καταγωγή τους από τους βασιλείς Φίλιππο και Αλέξανδρο, ακριβώς όπως οι Αθηναίοι χωρικοί του 18ου αιώνα ανήγαν νοερώς την καταγωγή τους στον Θεμιστοκλή και τον Περικλή.

Η εκπληκτική αναβίωση αρχαίων ελληνικών ονομάτων, ιδίως εκείνων πού είχαν αρχαία μακεδονική φύτρα, τα όποια δίνονταν σε παιδιά, σε πολιτιστικούς συλλόγους και σε πόλεις ακόμη (Έδεσσα αντί Βοδενά, Μοναστήρι αντί Βιτώλια) υποδηλώνει πόσο έντονα η κληρονομιά του παρελθόντος επηρέαζε τις εκδηλώσεις του εθνικισμού.10 Το ενδιαφέρον γιά την αρχαιολογική έρευνα στή Μακεδονία δεν περιορίστηκε στους κατ' επάγγελμα αρχαιολόγους και ιστορικούς, αλλά κυρίευσε τη φαντασία ντόπιων δασκάλων, ιερέων και επαγγελματιών. Το 1896 εκδόθηκε το μνημειώδες έργο του Μαργαρίτη Δήμιτσα, φιλολόγου από την Αχρίδα, μέ τον αρμόζοντα τίτλο «Ή Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις». 

Προϊόν πολυετούς κοπιαστικής έρευνας σε βιβλιοθήκες και επιτόπιας αναζήτησης από το ένα άκρο της Μακεδονίας ως το άλλο, τό βιβλίο αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον και την περηφάνια των Ελλήνων για τις ρίζες τους, καθώς και το αίσθημα ότι δικαιωματικά τούς άνηκε η γη πού έκρυβε τις μαρτυρίες της ελληνικότητας της. Δεν πρέπει νά εκπλήσσει το γεγονός ότι η εθνικιστική φιλολογία της περιόδου προέβαινε σέ συχνές αναφορές στά αρχαία ερείπια και τις ελληνικές επιγραφές για να αποδείξει τις ελληνικές καταβολές των Μακεδόνων.12

Με τη διάδοση της ελληνικής παιδείας και προς τις μη ελληνόφωνες κοινότητες, το έπος του Αλεξάνδρου αιχμαλώτισε και τη δική τους φαντασία. Επιδιώκοντας νά ταυτιστούν με τη δόξα των αρχαίων Μακεδόνων, συσχέτισαν τούς εαυτούς τους με την κλασική Ελλάδα. Δεν είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, οπότε, στην κεντρική κυρίως ζώνη της Μακεδονίας, οι ελληνικές και βουλγαρικές ιδεολογίες συναγωνίζονταν για να κερδίσουν την υποστήριξη των σλαβόφωνων κοινοτήτων, Έλληνες προπαγανδιστές εξέδωσαν και κυκλοφόρησαν μια εκλαϊκευτική εκδοχή του έπους του Αλεξάνδρου στην τοπική σλαβική διάλεκτο αλλά με ελληνική γραφή.13

Η ιστορική γεωγραφία επιστρατεύτηκε επίσης για τον προσδιορισμό των εθνολογικών ορίων, όπως τα αντιλαμβάνονταν οι ανταγωνιστικές ιδεολογίες. Η Μακεδονία, χώρα με ασαφή και μάλλον αυθαίρετα γεωγραφικά όρια, ήταν εύκολη λεία για εκμετάλλευση από γεωγράφους, ιστορικούς και πολιτικούς. Μέχρι τη δεκαετία του 1870 ήταν συνηθισμένο για τούς Έλληνες να διεκδικούν, με ιστορικά επιχειρήματα, ολόκληρο τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας μέχρι το βορειότερο άκρο της, το όρος Σκάρδο (σημερινό Σάρ). Στη συνέχεια, η εμφάνιση του βουλγάρικου εθνικού κινήματος —και σε μικρότερο βαθμό οι σερβικές δραστηριότητες— κατέστησαν αναγκαία μιά πιο ρεαλιστική προσέγγιση. Πράγματι, η μακεδονική εθνογραφία διέφερε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή. Εξαιρώντας τους μουσουλμάνους, θα ήταν δυνατόν να εντοπίσει κανείς χονδρικά τρεις ζώνες. 

Η βόρεια ζώνη, πού συνόρευε με τη Σερβία και τη Βουλγαρική Ηγεμονία, κάλυπτε πάνω από το ένα τρίτο ολόκληρου του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Στη ζώνη αυτή κατοικούσαν κυρίως σλαβόφωνοι πληθυσμοί πού είχαν είτε βουλγαρικό είτε σερβικό προσανατολισμό. Η νότια ζώνη, πού γειτνίαζε μέ τή Θεσσαλία (η όποια είχε προσαρτηθεί στο ελληνικό βασίλειο τό 1881), διακρινόταν για τον ελληνόφωνο πληθυσμό της. Η κεντρική ζώνη, ωστόσο, αποτελούσε εθνολογικά μεικτή περιοχή ελληνόφωνων, σλαβόφωνων και, σε μικρότερο βαθμό, βλαχόφωνων χριστιανών πού ο εθνικός τους προσανατολισμός διέφερε από περιοχή σε περιοχή. 

Με όρους εθνικής ταυτότητας, οι σλαβόφωνοι μπορούσαν σταθερά να διαιρεθούν σέ ελληνικές, βουλγαρικές καί σερβικές μερίδες, ακόμη και μέσα στην ίδια τοπική κοινότητα.14 Η συνειδητοποίηση αυτής της πολιτικής πραγματικότητας περιέκοψε προγενέστερες, υπέρμετρες ελληνικές διεκδικήσεις στή βόρεια ζώνη. Έλληνες ιστορικοί και διπλωμάτες πρότειναν περισσότερο εύλογες θεωρίες σχετικά με τα ιστορικά όρια της αρχαίας Μακεδονίας. Τα όρια αυτά ακολουθούσαν μια γραμμή πού ξεκινούσε, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, από τη λίμνη Αχρίδα, διερχόταν από τον Περλεπέ, βόρεια του Μοναστηρίου, από τη Στρώμνιτσα, το Νεβροκόπι, και κατέληγε στον ποταμό Νέστο. Συμπτωματικά ή εσκεμμένα, τα βόρεια αυτά όρια ανταποκρίνονταν σχεδόν απόλυτα στο βόρειο όριο της κεντρικής ζώνης.15 Οι Έλληνες μπορούσαν έτσι να ισχυριστούν ότι η πολιτική και πολιτισμική κληρονομιά της Μακεδονίας, η ιστορική γεωγραφία της περιοχής, καθώς και το μακεδονικό όνομα δικαιολογούσαν, όλα μαζί, τις βλέψεις τους τόσο στη νότια όσο και στην κεντρική ζώνη.

Το άλλο βάθρο της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας ήταν η κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ανεξάρτητα από την αντίληψη των υπερμάχων της Μεγάλης Ιδέας ότι το νεότερο ελληνικό κράτος ήταν προορισμένο να αποτελέσει τον πυρήνα για μια αναβίωση του Βυζαντίου, στη Μακεδονία η μεσαιωνική πολυφυλετική, πολυγλωσσική αυτοκρατορία ασκούσε ιδιαίτερη έλξη. Πριν από την εμφάνιση της βουλγαρικής, της σερβικής και της ρουμανικής ακόμη εθνικής ιδεολογίας στο χώρο αυτόν, η βυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση πολυεθνικών κοινωνιών υπήρξε προσφιλής στους Έλληνες των Βαλκανίων. Είχε βρει έκφραση στο όνειρο του Ρήγα Φεραίου για μια βαλκανική ομοσπονδία. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι αρκετοί από τούς μαθητές του Ρήγα ήταν Μακεδόνες, από τη διασπορά της Κεντρικής Ευρώπης. Ήταν ευνόητο ότι οι Έλληνες αυτοί προσδοκούσαν να διαδραματίσουν τον πρωτεύοντα ρόλο στην ομοσπονδία η αυτοκρατορία πού οραματίζονταν. Όπως οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου είχαν ώς αποτέλεσμα τα πολυφυλετικά ελληνιστικά κράτη των Διαδόχων, πού διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, και όπως η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε εξελιχτεί σε μια ελληνοβυζαντινή κοινωνία, έτσι και το κράτος πού οραματίζονταν οι οπαδοί του Ρήγα θα ήταν σε θέση να αγκαλιάσει άλλες εθνικές ομάδες πού ήταν πρόθυμες να μοιραστούν την ελληνική γλώσσα καί τον ελληνικό πολιτισμό.

Το παραπάνω κείμενο, είναι απόσπασμα από το άρθρο του Ευάγγελου Κωφού με τον τίτλο «Η Μακεδονία του 19ου και 20ου αιώνα», που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο  «Εθνική Ιδεολογία και Εθνικισμός στην νεότερη Ελλάδα». Ο τίτλος του νήματος όπως και οι επισημάνσεις είναι δικές μου και όχι του συγγραφέα. Ο δε παραπομπές είναι στο βιβλίο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου