Νέα Πολιτική
του Χρήστου Ζιώγα*
Η θέση πως από την παρούσα συγκυβέρνηση απουσιάζει μια εφαρμόσιμη και συνεπής πολιτική πρακτική, βάσει της οποίας θα πορεύεται στο εσωτερικό και στο διεθνές γίγνεσθαι, εμφανίζει όλο και μεγαλύτερη απήχηση στο κοινωνικό σώμα. Οι εμπεδωμένες παρελθούσες πρακτικές κοινωνικών εκβιασμών, για την επίτευξη «πολιτικών» στόχων, ουκέτι συνιστούν υλοποιήσιμες δράσεις στο εσωτερικό, όντας οι ίδιοι κάτοχοι της εξουσίας, καθώς και δεν επιφέρουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα, όπως κι όσο κατάλαβαν, ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Δημιουργείται, λοιπόν, η αίσθηση πως η πολιτική ηγεσία, αλλά κι ένα τμήμα της κοινωνίας δυσκολεύονται να εναρμονιστούν στις νέες και σαφώς πιο αντίξοες συνθήκες. Για σημαντικό ποσοστό της κοινωνίας η εν λόγω στάση συνίσταται στην απαίτηση να διατηρηθούν κεκτημένα προηγούμενων ετών, ενώ για την πολιτική ηγεσία να μην ανασκευασθούν, εν τοις πράγμασι, οι ζωτικοί της μύθοι, σύμφωνα με τους οποίους πορεύθηκε καθ’ όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Σμύρνη και οι επακόλουθες δηλώσεις του ιδίου αλλά και θεσμικά αρμοδίων, καταδεικνύουν την αδυναμία των κυβερνητικών στελεχών να προσαρμοστούν σ’ αυτό που θεωρείται, καλώς ή κακώς, κεντρικό πεδίο της διεθνοπολιτικής πραγματικότητας.
Ο τούρκος πρωθυπουργός Αχμετ Νταβούτογλου, αμέσως μετά την συνάντηση με τον Έλληνα ομόλογό του, δήλωσε πως: «η Ελλάδα και η Τουρκία μοιράζονται το προσφυγικό πρόβλημα». Εφ’ όσον το εννοεί και δεδομένου του κλεισίματος των βορείων συνόρων της χώρας μας, η συνέχιση των προσφυγικών ροών στην ίδια ένταση, συνιστά επί της ουσίας μια, τουλάχιστον, μη φιλική προς την Ελλάδα ενέργεια. Κατόπιν, ο εμπνευστής του δόγματος των «μηδενικών προβλημάτων» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ανέφερε ότι: «σημεία που για εσάς θεωρούνται παραβιάσεις, για εμάς δεν είναι παραβιάσεις. Και αντιστρόφως», ενώ ερωτηθείς για το casus belli, σχολίασε: «η απόφαση το 1996 ελήφθη ως απάντηση σε ελληνικές ενέργειες και κάλεσε τις δύο κυβερνήσεις να αποσύρουν αυτές τις αποφάσεις».Προς υπενθύμιση ημών, η ελληνική κυβέρνηση το 1995 κύρωσε τη νέα σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, πλέον κυρωθείσα από τουλάχιστον 180 κράτη, και η Τουρκία, ως απάντηση νομοθέτησε, πως η εφαρμογή της από την Ελλάδα συνιστά αίτιο πολέμου! Αυτές τις δύο ενέργειες εξομοίωσε ο τούρκος πρωθυπουργός παρόντος του Έλληνα ομολόγου του, ο οποίος δήλωσε: «Στο κοντινό μέλλον θα προσπαθήσουμε να κάνουμε το Αιγαίο μια θάλασσα ειρήνης» αναμένοντας, εικότως, να μας αναλύσει τον τρόπο.
Οι συγκεκριμένες πρωθυπουργικές δηλώσεις καθώς και οι συνακόλουθες του υφυπουργού των εξωτερικών πως : «Δεν δεχόμαστε τις συγκεκριμένες θέσεις των Τούρκων. Διπλωματικά, όπως πρέπει να κινηθούμε, κινούμαστε και δεν βλέπουμε να υπάρχει άλλος τρόπος… Διαφορετικά, πόλεμος!», και συνεχίζοντας: «Τι θα έπρεπε να κάνουμε, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, παγκόσμιας κοινωνίας, η οποία έχει οργανωθεί με ένα μεγάλο σύνολο θεσμών, οι οποίοι επιδιώκουν να λύσουν όλα τα προβλήματα, με ειρηνικό τρόπο», δημιουργούν έναν εύλογο προβληματισμό. Πρώτον, αναφέρεται σ’ ένα πολιτικό υποκείμενο, «παγκόσμια κοινωνία», που απλώς δεν υφίσταται. Δεύτερον, συνάγεται η άγνοιά του περί της στρατηγικής ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και τρίτον, καταδεικνύεται μια εκτεταμένη απροθυμία των κυβερνόντων να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα, διαφορετικότερη των κοσμοθεωρητικών τους καταβολών.
Η ελληνική κυβέρνηση δυσκολεύεται να αντιληφθεί πως η Τουρκία χρησιμοποίει τις προσφυγικές ροές ως μέσο διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πίεσης προς τη χώρα μας, προσπαθώντας μάλιστα να θέσει, με κάθε τρόπο, ζητήματα δικαιοδοσίας στο Αιγαίο. Η τουρκική ηγεσία, κεμαλική και μετακεμαλική κατά την τελευταία εικοσαετία, επεδίωξε και κατόρθωσε να μην ασκήσει η χώρα μας τις προβλεπόμενες, από το δίκαιο της θάλασσας, μέριμνες, ώστε, συν τω χρόνω, να αλλάξει, προς όφελός της, το καθεστώς του αρχιπελάγους. Σύμφωνα με την πάγια τουρκική αντίληψη η επίλυση των διμερών διαφορών, Αθήνας – Άγκυρας, θα ενίσχυε την περιφερειακή σταθερότητα. Η νέα πιο φιλόδοξη τουρκική στάση, εκμεταλλευόμενη και την πολυεπίπεδη κρίση που διέρχεται η χώρα μας, δηλοί πως η Άγκυρα δύναται να διαπραγματεύεται με τους ευρωπαίους για ζητήματα που άπτονται και των συμφερόντων και των δικαιωμάτων της Ελλάδος, ερήμην της!
Ο τρόπος που προσεγγίζει τον τουρκικό ηγεμονισμό η σημερινή κυβέρνηση προκαλεί βάσιμες υποψίες πως έχουν ενεργοποιηθεί, σε ορισμένα μέλη της, ψυχικές διαδικασίες αυτασφάλισης του «εγώ». Το νόστιμο είναι πως όλοι όσοι κατά τα προηγούμενα χρόνια ήταν έτοιμοι να «κατασπαράξουν» τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, όπου γης, και καλούσαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να αντιταχθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ασχέτως αν ήταν προς το συμφέρον ή όχι της χώρας, επισείουν, τώρα, προς την ελληνική κοινωνία την απειλή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, λόγω του αναθεωρητισμού της γείτονος! Προφανώς έχουν δίκιο διότι ο δεύτερος αποτελεί υπαρκτή απειλή για την χώρα μας, ενώ η αντιαμερικανική ρητορεία ήταν ευχάριστη και πολιτικά ωφέλιμη για τους ακτιβιστές της αριστεράς, κι όχι μόνο, αλλά, ευτυχώς και για τους ίδιους, όχι πολιτική επιλογή. Βέβαια δεν απαντούν πως θα αντιμετωπίσουν την ηγεμονική αξίωση της Άγκυρας ˙ οι τρόποι αποτροπής, εφ’ όσον είναι γνωστοί, αντετίθεντο των ιδεολογικών τους προτιμήσεων, εξ ου και η δυσκολία προσαρμογής στην πραγματικότητα. Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί της «άρνησης» και της «εκλογίκευσης», ως μέσα άμυνας του «εγώ», εμφιλοχωρούν όλο και περισσότερο στη συμπεριφορά μελών της συγκυβέρνησης και μολονότι είναι ψυχικά και ιδεολογικά αναγκαίοι, υποσκάπτουν το συλλογικό μας παρόν και μέλλον.
* Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου