Νέα Πολιτική
του Χρήστου Ζιώγα*
Η ελληνική κρίση διέρχεται τον έκτο χρόνο της δίχως να έχει απολέσει τη δυναμική της και χωρίς να διαφαίνεται στο εγγύς μέλλον έξοδος από τη νοσηρή αυτή κατάσταση που επηρεάζει όλες τις πτυχές του συλλογικού μας βίου. Ενώ οι υπόλοιπες χώρες, οι οποίες βρέθηκαν επίσης σε δύσκολη δημοσιονομική θέση, σταδιακά ολοκλήρωσαν τα προγράμματα εξυγίανσής τους και επανέκαμψαν οικονομικά, η Ελλάδα αδυνατεί να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό μέρος των προαπαιτούμενων και περιορίζεται σε μια αδιέξοδη πολιτική αύξησης της φορολογίας, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στην πραγματική οικονομία. Είναι γεγονός πως η πρώτη ενασχόληση της διακυβέρνησης Σύριζα- Ανελ με τα διεθνή ζητήματα είχε αντικείμενο την επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος, το οποίο ομολογουμένως αποτέλεσε μια τραυματική εμπειρία για τους ίδιους και τις πρότερες διεθνοπολιτικές αντιλήψεις τους, και επιπλέον επιδείνωσε ραγδαία την ούτως ή άλλως κρίσιμη θέση της χώρας.
Παρακολουθώντας τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης γίνεται αμέσως αντιληπτό πως η απειλή της τρομοκρατίας, το ζήτημα της περιφερειακής σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο καθώς και η απομάκρυνση συστημικού κινδύνου για την ευρωζώνη από την ελληνική κρίση, έχουν υποβαθμίσει τη σημασία του ελληνικού προβλήματος στην εσωτερική και διεθνή ατζέντα των εταίρων. Παράλληλα, παρατηρώντας τα δρώμενα στο περιφερειακό μας υποσύστημα, διαπιστώνουμε πως η περιορισμένη χρήση βίας και ο διαμελισμός ή ακρωτηριασμός χωρών γίνεται ως πρακτική αποδεκτή από όλο και μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας.
Ο ΟΗΕ συνήθως συνιστά το παρακολούθημα των τετελεσμένων ιδίως, δε, όταν εμπλέκονται κράτη που αποτελούν μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, αδυνατώντας εν τέλει να εκπληρώσει τον καταστατικό του ρόλο. Η διαμορφωθείσα κατάσταση ελλοχεύει σημαντικούς κίνδυνους για την παρουσία της χώρας μας στο υποσύστημα ασφαλείας, το οποίο προφανώς και βρίσκεται υπό διαμόρφωσή εν μέσω περιφερειακών και ευρύτερων ηγεμονικών ανταγωνισμών. Η πιθανότητα να καταστούν η Ελλάδα ή/και η Κύπρος μέσω ενός ομοουσίου του Ανάν σχεδίου, ως «αντίδωρα» για ένα γενικότερο διακανονισμό στην ανατολική Μεσόγειο, είναι υπαρκτή, όσο αδυνατούμε να ανακτήσουμε τον όποιο περιφερειακό μας ρόλο, αλλα κυρίως να χαράξουμε σαφή στρατηγική σε μια περίοδο ανακατατάξεων.
Ακόμη κι ο πιο δύσπιστος ή αδαής αντιλαμβάνεται πως η Τουρκία επιδιώκει απροκάλυπτα πλέον να εκμεταλλευθεί την αδυναμία της Ελλάδας αλλά και της ΕΕ, ώστε δια της προσφυγικής τραγωδίας στην Συρία να επιβάλλει τους στρατηγικούς της στόχους, οι οποίοι ενδέχεται εντονότατα να είναι και αναθεωρητικοί. Το «νόστιμο» είναι πως σ’ αυτήν της την προσπάθεια βρήκε ορισμένους συμμάχους ακόμη κι εντός της ΕΕ! Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του αμερικανού υπουργού εξωτερικών Τζον Κέρι (John Kerry), θα ήταν λογικό να υποθέσει κανείς ότι εκτός από τη στήριξη που ζήτησαν, οι άλλοτε παθιασμένοι εκφραστές του αντιαμερικανισμού στην χώρας μας, πιθανόν να διερεύνησαν το ρόλο της Ελλάδας στην επίλυση των προβλημάτων περιφερειακής σταθερότητας. Ελπίζει κανείς ότι επιπλέον εξέφρασαν απερίφραστα πως η παρούσα συγκυρία δεν πρέπει να αποτελέσει επ’ ουδενί αφορμή για αλυσιτελείς διακανονισμούς με την Τουρκία. Αλλά όλα αυτά είναι οι αναμενόμενες αντιδράσεις μιας φυσιολογικής χώρας με ξεκάθαρο στίγμα στα εξωτερικά θέματα, άρα μάλλον δε συνέβησαν.
Αναμφίβολα, η εξωτερική πολιτική της γείτονος προβληματίζει έντονα τα μεγάλα κράτη της διεθνούς σκακιέρας. Δρώντας με περίνοια, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την περιφερειακή αστάθεια για να ενισχύσουμε τη θέση μας, όχι όμως μένοντας αμέτοχοι, αλλά καθιστώνας τη χώρα χρήσιμη για την επίλυση των προβλημάτων. Το να ενδιαφέρουμε λιγότερο όλο και περισσότερους, σίγουρα πάντως δε δημιουργεί ευοίωνες προοπτικές.
* Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου