Λογαριάζοντας την ήττα μας στα μετόπισθεν ενώ ο μεγάλος πόλεμος μαίνεται στα χαρακώματα, θα ήθελα να συνομιλήσουμε πάνω στη σύντομη ιστορία των εκλογών, ξεκινώντας από τα ταπεινά μας βήματα στην ομίχλη του δυσοίωνου Σεπτέμβρη και των δύο μηνών που προηγήθηκαν, για να φτάσουμε ύστερα σε όσα ερμηνεύουν η «κοινοτοπία του κακού» και η υπεροπλία των αντιπάλων μας.
Το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, το κοινοβουλευτικό ΟΧΙ,
η Λαϊκή Ενότητα
της Ελένης Πορτάλιου
Μας έκλεψαν το χρόνο, λέμε όλοι για να ερμηνεύσουμε μια αιτία του αποτελέσματος. Ναι, αλλά ο χρόνος είναι πάντα στη δικαιοδοσία της εξουσίας που αιφνιδιάζει με στρατηγικές πολέμου, εν προκειμένω εκλογές, με σκοπό να διαλυθεί το αντιμνημονιακό στρατόπεδο και να προκύψει μνημονιακή κυβέρνηση.
Το βαθύτερο τραύμα όσων πήραν μέρος στους κοινωνικούς αγώνες και τον ΣΥΡΙΖΑ έχει διάρκεια, δεν μπορούσε να κλείσει με σύντομη αντιβίωση αγωνιστικής συνέχειας. Το ερώτημα είναι, όμως, γιατί οι οργανωμένες τάσεις και τα ενεργά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν συμμετείχαν στην αδήλωτη στρατηγική του προεδρικού κέντρου, δεν έβλεπαν ή δεν ήθελαν να βλέπουν ότι η σύγκρουση με τους «θεσμούς» ήταν αδύνατον να συμβεί, τόσο γιατί δεν είχαμε και δεν χρησιμοποιήσαμε κανένα εφόδιο όσο και γιατί δεν αποτελούσε επιλογή.
Τα ΟΧΙ των βουλευτών/τριων έσπασαν την αδιανόητη, ακόμα και για τους πιο υποψιασμένους, ταχύτατη μετάλλαξη του βουλευτικού σώματος του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο ανέλαβε, χωρίς αιδώ, να διαμεσολαβήσει στο λαό την υποχρέωση να πειθαρχήσει στην αυτοκαταστροφή του. Αν δεν είχαν υπάρξει τα ΟΧΙ της βουλής και τα ΟΧΙ που συνόδευσαν τις μαζικές αποχωρήσεις χιλιάδων μελών του κόμματος, θα πιστεύαμε, δικαίως, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα αδειανό πουκάμισο που χάθηκε στον αδυσώπητο χρόνο της ιστορίας για να υπάρξει η μετωνυμία του με την παλιά διεύθυνση και απολύτως νέα ταυτότητα. Το σύντομο, λοιπόν, καλοκαίρι της επικύρωσης του τρίτου μνημονίου διέλυσε μεν τις αυταπάτες αλλά τίποτε δεν τις δικαιολογεί. Δυστυχώς, αυτή η ψυχολογίζουσα λέξη περισσότερο συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει το βάθος των πραγμάτων. Πρέπει να σκεφτούμε αναδρομικά τόσο τις συλλογικές όσο και τις ατομικές διαδρομές που έχουμε διανύσει.