Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Αγορές σε κατάσταση μανίας


JAMES SAFT / REUTERS

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται στη δίνη κερδοσκοπικής μανίας, κάτι που θα μπορούσε να είναι και ένας καλός λόγος για να μην περιμένει κανείς ότι θα καταρρεύσουν σύντομα. Αν και συχνά η άνοδος των αγορών φτάνει στο τέλος της όταν έχει οδηγηθεί σε ακραία επίπεδα, αυτό δεν συμβαίνει απλώς επειδή έχουν οδηγηθεί στα άκρα. Το να βρίσκεται μια αγορά σε ακραίο επίπεδο δεν αποτελεί πρόβλεψη πως θα γυρίσει, παρά μόνο πρόβλεψη των πιθανών μεσομακροπρόθεσμων αποδόσεων. Η πλέον σημαντική ένδειξη του μεγάλου πάρτι του 2017 δεν είναι η ηρεμία των επενδυτών του χρηματιστηρίου μετοχών.
Ο πολυδιαφημισμένος δείκτης μεταβλητότητας VIX, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα υποχώρησε δραματικά, δεν είναι το καλύτερο μέτρο. Δείτε προσεκτικά τον Δείκτη Οικονομικού Στρες της περιφερειακής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) του Σεντ Λούις, ο οποίος περιλαμβάνει πολύ περισσότερα στοιχεία από τις αγορές ομολόγων και βρίσκεται σήμερα σε τόσο χαμηλό επίπεδο, που μόνο δύο φορές στο παρελθόν είχε βρεθεί. Το αντίθετο του οικονομικού στρες είναι η οικονομική μακαριότητα, μια κατάσταση ηρεμίας και ευδαιμονίας η οποία είναι αυτοτροφοδοτούμενη. «Αποτίμηση, κλίμα και μόχλευση. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν μια οικονομική μανία», έγραψε την περασμένη εβδομάδα ο Ντέιβιντ Ρόζενμπεργκ της Gluskin Sheff προς πελάτες της εταιρείας. Ο δείκτης Σίλερ για την αναλογία τιμών/μετοχών, ο οποίος συγκρίνει τις τιμές των μετοχών με τα κέρδη της προηγούμενης δεκαετίας, βρίσκεται ψηλότερα από το 30, σημείο στο οποίο έχει βρεθεί μόλις δύο φορές στο παρελθόν: το 1929 λίγο πριν το κραχ και την περίοδο της φούσκας Γκρίνσπαν μεταξύ 1997 και 2002. 

Υπάρχουν επιχειρήματα για να δικαιολογήσει κανείς αυτές τις υψηλές αποτιμήσεις, όπως κάθε φορά άλλωστε, με τις πλέον πρόσφατες να είναι πως έχει αυξηθεί η παραγωγικότητα των αμερικανικών εταιρειών, μέσω της τεχνολογίας, της αλλαγής του κανονιστικού πλαισίου ή άλλων μέτρων που τις προφυλάσσουν από τον ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, σήμερα ένα δολάριο από έσοδα έχει υψηλότερη αξία, για τον πολύ καλό λόγο πως ο ανταγωνιστής έχει λιγότερες ευκαιρίες να το κερδίσει. Το να πιστεύει κανείς αυτό είναι ένα ζήτημα, και εγώ σχεδόν το πιστεύω. Για να το πιστέψω όμως ως επενδυτής, πρέπει όχι μόνο να είναι αληθές αλλά και διατηρήσιμο. Το να το αμφισβητεί κανείς, και εγώ το κάνω, είναι εντελώς διαφορετικό από το να περιμένει πως ο υπόλοιπος κόσμος θα ξυπνήσει μία από αυτές τις μέρες και θα ακολουθήσει τους αμφισβητίες.
Οσο για το τελευταίο κριτήριο του Ρόζενμπεργκ για τον καθορισμό της οικονομικής μανίας, τη μόχλευση, το θέμα δεν είναι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους των νοικοκυριών, το οποίο είναι όντως χαμηλό, αλλά το είδος της μόχλευσης και η ποιότητα των εγχειρημάτων για τα οποία δανείζεται κανείς. Η μόχλευση έχει αυξηθεί εκρηκτικά, με τον δανεισμό των επενδυτών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης να φτάνει σε επίπεδο ρεκόρ 240 δισ. δολαρίων στα τέλη Ιουνίου. Μπορεί οι πλούσιοι πελάτες των μεγάλων χρηματομεσιτικών εταιρειών που έχουν δανειστεί από αυτές με πολύ χαμηλό επιτόκιο δανεισμού και με εγγύηση τις επενδύσεις τους, 100 δισ. δολάρια, να αρχίσουν έξυπνες καινούργιες επιχειρήσεις, αλλά με βάση την εμπειρία και την ανθρώπινη φύση το πιθανότερο είναι πως θα αγοράζουν αυτοκίνητα, ταξίδια με ιδιωτικά τζετ ή δεύτερα σπίτια. Αυτό το είδος της μόχλευσης είναι που καθιστά την αγορά ευάλωτη αν χρειαστεί οι επενδυτές να καλύψουν τις θέσεις τους, διότι μια ξαφνική και έντονη υποχώρηση της αγοράς, αν προκύψει, θα τους ανάγκαζε να πουλήσουν τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Αυτό το είδος μόχλευσης καθιστά πιθανότερα τα βραχυπρόθεσμα κέρδη, διότι οι διαχειριστές κεφαλαίων, φοβούμενοι μήπως απολυθούν αν εμφανίσουν χαμηλότερη απόδοση από τον δείκτη, αναγκάζονται να αγοράζουν και αυτοί. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι να σταματήσει, ωστόσο δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να περιμένει κανείς στροφή της αγοράς σύντομα.

Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου