Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής


Του Γιώργου Α. Κορομηλά*
Στόχος της φορολογικής διοίκησης με τους ελέγχους που έχουν προγραμματισθεί και διενεργούνται είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής η οποία κοστίζει σε έσοδα, σύμφωνα με τη σχετική έρευνα της διαΝΕΟσις με στοιχεία του 2015, από 11 έως και 16 δισ. ευρώ ήτοι σε ποσοστό 6% έως 9% του ΑΕΠ.
Όμως παρά το ότι η οικονομική αστυνομία και οι ελεγκτές της ΓΓΔΕ και του ΣΔΟΕ βρίσκονται καθημερινά στο δρόμο και παρά το ότι τα πρόστιμα πέφτουν βροχή και σε πολλά καταστήματα έχει μπει λουκέτο για 48 ώρες, ενώ σε άλλα έχουν κινηθεί οι διαδικασίες για το μηνιαίο λουκέτο, το «πάρτι» συνεχίζεται. Σε πολλές περιοχές, όχι κατ’ ανάγκη γνωστούς τουριστικούς προορισμούς, από τα 100 ευρώ που πέφτουν στην αγορά τα 70 και παραπάνω είναι φορολογικά ανύπαρκτα. Απόδειξη μπορείς να πάρεις μόνο αν απειλήσεις ότι θα εφαρμόσεις τη διάταξη η οποία ορίζει ότι ο καταναλωτής δικαιούται να μην πληρώσει εφόσον δεν λάβει τη νόμιμη απόδειξη και αυτό όχι παντού διότι, ειδικά σε ορισμένα μαγαζιά «πολιτιστικού» χαρακτήρα, αν τολμήσεις να ζητήσεις απόδειξη ή να επικαλεσθείς το νόμιμο δικαίωμά σου να μην πληρώσεις έρχεται το «βουβαλόπαιδο» για τα περαιτέρω.
Επειδή όμως αφενός δεν μπορεί να είναι ένας ελεγκτής πάνω από κάθε επιχείρηση καθημερινά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της και αφετέρου το ελάχιστο επιβαλλόμενο ανά έλεγχο πρόστιμο των 250 ή 500 ευρώ που επιβάλλεται θα αποσβεσθεί την επόμενη μέρα όπου οι κατ’ επάγγελμα και εξακολούθηση παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας θα συνεχίσουν σαν να μην έχει συμβεί τίποτα να οικειοποιούνται τα δημόσια έσοδα απαιτείται η λήψη άμεσων και ουσιαστικών μέτρων. Είναι γνωστό ότι η φοροδιαφυγή έχει αρνητικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο διότι επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργία της οικονομίας, περιορίζει τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών και δυσκολεύει τον έλεγχο του χρέους, άρα υποθηκεύει το μέλλον της χώρας. Μοιάζει με επιθετικό καρκίνο που κατατρώγει τα υγιή κύτταρα με στόχο την πλήρη επικράτησή του, μια επικράτηση που όταν ολοκληρωθεί αφήνει ένα νεκρό σώμα. Οι κατ’ επάγγελμα και εξακολούθηση παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας αναπτύσσονται οικονομικά εις βάρος όλων των άλλων που αναγκάζονται να επωμισθούν και τα δικά τους βάρη, πρακτική που πρέπει να σταματήσει αλλά για να σταματήσει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών πρέπει να βγει στην αντεπίθεση.

Ορισμένα από τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν έχουν εξαγγελθεί αλλά ακόμα δεν έχουμε δει τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις να κατατίθενται στη Βουλή. Ειδικότερα η διασύνδεση των φορολογικών ταμειακών μηχανών και μηχανισμών με την ΓΓΠΣ και η παροχή ουσιαστικών φορολογικών κινήτρων για τη χρήση πλαστικού χρήματος (χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών), στις συναλλαγές θα είναι ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της μέρα με τη μέρα διογκούμενης παραβατικής συμπεριφοράς. Φυσικά πρέπει να ισχύει το ακατάσχετο των σχετικών επαγγελματικών λογαριασμών έτσι ώστε να μπορεί κάθε επιχείρηση να καλύπτει τις ανάγκες της (αγορές, καταβολή μισθοδοσίας κ.λπ.), να μειωθούν στο ελάχιστο οι προμήθειες των τραπεζών και οι συναλλαγές αυτές να μετράνε ουσιαστικά διαμορφώνοντας πραγματικό αφορολόγητο όριο για τον καταναλωτή και όχι, όπως ισχύει, να καθορίζεται υποχρεωτικό ποσοστό συναλλαγών βάσει του εισοδήματος το οποίο αν δεν πραγματοποιηθεί να τιμωρείται ο φορολογούμενος με πρόσθετο φόρο.
Το σύστημα αυτό δηλαδή ετήσιο εισόδημα από όλες τις πηγές μείον το σύνολο των ετησίων δαπανών διαβίωσης, επειδή θα δημιουργήσει αντικρουόμενα συμφέροντα εκτιμάται ότι θα αυξήσει σε μεγάλο βαθμό τα έσοδα επιτρέποντας παράλληλα τη μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης φυσικών και νομικών προσώπων, (σχετική έρευνα του Ι.Ο.Φο.Μ. από το 2010). Για παράδειγμα αν ένας φορολογούμενος έχει έσοδα έστω από μισθούς και ενοίκια συνολικού ύψους 24.000 ευρώ και έχει δαπανήσει μέσα στη χρονιά δαπάνες διαβίωσης ύψους 20.000 ευρώ θα φορολογείται για τη διαφορά, ήτοι για το ποσό των 4.000 ευρώ με συντελεστή που μπορεί να ξεκινάει από 25% έτσι ώστε να μην δίνεται περιθώριο για άνευ αποδείξεων συναλλαγές με πρόσχημα την «ωφέλεια» από το ΦΠΑ. Ο φόρος δε που θεωρητικά «χάνεται» από αυτόν τον φορολογούμενο είναι φόρος που θα βαρύνει τους επαγγελματίες – επιχειρήσεις με τους οποίους θα έχει συναλλαγές ο φορολογούμενος του παραδείγματος. Στο ερώτημα - αντίλογο που διατυπώνεται ότι με αυτόν τον τρόπο ενθαρρύνεται η κατανάλωση και αποθαρρύνεται η αποταμίευση, η απάντηση είναι «ποια αποταμίευση;» αφού ως γνωστόν η έννοια αυτή συναντάται τα τελευταία χρόνια μόνο στα λεξικά.
Η κοινή λογική λέει ότι η δαπάνη του καταναλωτή είναι έσοδο του επιχειρηματία άρα η στρατηγική, όπως προαναφέρεται, πρέπει να επικεντρωθεί στη δημιουργία φορολογικά αντικρουόμενων συμφερόντων, έτσι ώστε να βελτιωθεί η εισπραξιμότητα του ΦΠΑ ο οποίος βαρύνει τον τελικό καταναλωτή και πρέπει να φτάνει το συντομότερο δυνατόν στα κρατικά ταμεία και όχι στις τσέπες των επιτήδειων και να διευρυνθεί η φορολογική βάση γιατί θα ενταχθούν και θα αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο εισοδήματος και οι φορολογικά «άποροι επιχειρηματίες» έτσι ώστε να αποκατασταθεί η κοινωνική δικαιοσύνη διότι, όπως πολλές φορές έχω γράψει, τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί φορολογικά μέτρα τα οποία έχουν εξουθενώσει τους συνεπείς αυξάνοντας παράλληλα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. 
*Ο κ. Γιώργος Α. Κορομηλάς είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών. 




Πηγή liberal

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου