Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το απεχθές χρέος, επίσης γνωστό ως παράνομο χρέος, είναι μία νομική θεωρία σύμφωνα με την οποία το εθνικόχρέος που έχει δημιουργηθεί από ένα καθεστώς για λόγους που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα, δεν πρέπει να είναι εκτελέσιμο. Επομένως, τέτοιου είδους χρέη θεωρούνται από αυτή τη θεωρία προσωπικά χρέη του καθεστώτος που τα δημιούργησε και όχι κρατικά χρέη. Κατά κάποιον τρόπο, η έννοια είναι ανάλογη με τη μη εγκυρότητα των συμβολαίων που υπογράφονται υπό συνθήκες εξαναγκασμού.
Το δόγμα επισημοποιήθηκε σε μια διατριβή του 1927 από τον Alexander Nahum Sack,[1] έναν Ρώσο νομικό θεωρητικό. Η διατριβή ήταν βασισμένη σε γεγονότα του 19ου αιώνα, που αφορούσαν την αποκήρυξη του χρέους του Μεξικού που είχε δημιουργήσει το καθεστώς του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, και η άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να αναγνωρίσουν την εγκυρότητα του χρέους της Κούβας, που είχε δημιουργηθεί από το αποικιοκρατικό καθεστώς της Ισπανίας.
Ο Σακ, αναπτύσσοντας τη θεωρία του, έθεσε τις τρεις βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρεί το χρέος μίας χώρας ώστε να χαρακτηρισθεί ως απεχθές. Πρώτον, η σύναψη του δανείου θα πρέπει να έχει γίνει από την κυβέρνηση της χώρας χωρίς τη συγκατάθεση ή ακόμα και χωρίς τη γνώση των πολιτών. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η σύναψη του δανείου να μην είχε ως σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πολιτών και ως εκ τούτου οι πόροι να σπαταλήθηκαν σε δραστηριότητες που δεν ωφέλησαν το λαό της χώρας. Η τρίτη βασική προϋπόθεση αφορά την πλευρά του πιστωτή, ο οποίος θα πρέπει να γνώριζε το γεγονός ότι το δάνειο και το χρέος λειτουργεί εις βάρος των πολιτών της χώρας, να γνώριζε επομένως τις δύο προηγούμενες προϋποθέσεις.





