Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Tο ζήτημα της Ταϊβάν – β’ μέρος

Νέα Πολιτική


του Στάθη Καραπάνου*
Μετά το θάνατο του Μάο, το 1976, και τις επακόλουθες μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, που σηματοδότησαν το άνοιγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στον υπόλοιπο κόσμο, η Ταϊβάν βρέθηκε σταδιακά στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Εξαιτίας της προσέγγισης της κομμουνιστικής Κίνας που διηύθυνε ο Νίξον, το 1971 η Ταϊβάν είχε ήδη χάσει την έδρα της στον ΟΗΕ, την οποία πήρε η κομμουνιστική Κίνα. Στα τέλη του 1970, πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, έκλεισαν τις πρεσβείες τους στην Ταϊπέι, προτιμώντας να τις ανοίξουν στο Πεκίνο, αναγνωρίζοντας ότι «η Κίνα είναι μία και η Ταϊβάν είναι μέρος της Κίνας». Παρά ταύτα, οι ΗΠΑ συνέχισαν να έχουν ανεπίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν.
Κατά τη διάρκεια εκείνων των χρόνων, διαφαινόταν πολύ πιθανό το ενδεχόμενο η Ταϊβάν να πέσει στα χέρια της Κίνας. Εντούτοις, ο νέος πρόεδρος της Ταϊβάν, Τσιανγκ Τσινγκ Κουό, υιός του στρατηγού Τσιανγκ Κάι Σεκ, αντιστάθηκε στην παράδοση της κυριαρχίας της νήσου. Το 1987, ο ίδιος κατάφερε να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της Ταϊβάν σε δημοκρατικό. Το Εθνικιστικό Κόμμα συνέχισε να κυβερνά, δημοκρατικά πλέον. Με το «1992 Consensus» συμφώνησε με το Πεκίνο πως οι δύο πλευρές αποτελούν ένα ενιαίο έθνος, πως «η Κίνα είναι μία», αφήνοντας όμως απροσδιόριστες τις λεπτομέρειες για το ποιος είναι ο ηγέτης του έθνους. Το αντίπαλο Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα της Ταϊβάν δεν δέχθηκε ποτέ αυτή τη συμφωνία.

Το 2000, το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα κέρδισε για πρώτη φορά τις εκλογές στην Ταϊβάν, με το θέμα της ανεξαρτησίας από την Κίνα να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της πολιτικής τους ατζέντας. Το Πεκίνο απέκτησε αμέσως μία πολύ σκληρή στάση: 500 περίπου πύραυλοι παρατάχθηκαν στα παράλια της Κίνας, σημαδεύοντας την Ταϊβάν (σήμερα αυτοί οι πύραυλοι έχουν σχεδόν τετραπλασιασθεί). Το 2005, η κινεζική κυβέρνηση πέρασε έναν νόμο με τον οποίο αυτοματοποίησε τις διαδικασίες στρατιωτικής επέμβασης σε περίπτωση που η Ταϊβάν κηρύξει επισήμως την ανεξαρτησία της. Η αμερικανική κυβέρνηση του Τζωρτζ Μπους εγγυήθηκε προστασία στην Ταϊβάν, ζήτησε όμως να μην επισημοποιηθεί η ανεξαρτησία της.
Αυτές οι τριβές έθεσαν για ένα διάστημα σε σοβαρό κίνδυνο τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα και άνοιξαν ενδεχόμενα κλιμάκωσης των εντάσεων. Το 2008, το Εθνικιστικό Κόμμα επέστρεψε στην εξουσία και τα πράγματα σταθεροποιήθηκαν. Οι εθνικιστές υποστηρίζουν ακόμη την ύπαρξη μίας ενιαίας Κίνας, έχοντας δηλώσει πως θα συμφωνήσουν με την ενοποίηση μόνο όταν η Κίνα θα έχει αποκτήσει ένα πλήρως δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
Το 2016, το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα της Ταϊβάν κέρδισε και πάλι τις εκλογές με επικεφαλή την χαρισματική Τσάι Ινγκ Βεν. Οι παράγοντες που ώθησαν τους Ταϊβανέζους να ψηφίσουν υπέρ της αλλαγής στην κυβέρνηση ήταν επί τω πλείστων οικονομικοί, το θέμα της ανεξαρτησίας όμως επέστρεψε δυναμικά στην επιφάνεια.
Το άρθρο συνεχίζεται στο γ’ και τελευταίο μέρος του.
Σινολόγος, βοηθός ερευνητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Νάπολης «LOrientale»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου