Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Οι Κούρδοι: μια πονεμένη ιστορία

Νέα Πολιτική


του Γεωργίου Οικονόμου*
Από την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Κούρδοι ήσαν ένα έθνος χωρίς κρατική οντότητα, μια εθνότητα που συχνά στασίαζε κατά του κράτους που τους «φιλοξενούσε»,  μοιρασμένοι σε τέσσερα κράτη, Ιράκ, Τουρκία, Συρία και Ιράν.
Έχοντας αποκλεισθεί από την Βρετανία και την Γαλλία από το να ιδρύσουν το δικό τους κράτος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στα επόμενα εκατό χρόνια οι Κούρδοι έχουν υποφέρει συνεχή και κλιμακούμενη καταπίεση: εγκλεισμούς, βασανιστήρια και εκτελέσεις, την καταστροφή δικών τους περιοχών, βομβαρδισμούς με ποικιλία οπλικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων της ρίψης βομβών ναπάλμ, χημικών και δηλητηριωδών αερίων. Ακόμη και γενοκτονία υπέστησαν το 1988 από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν, όταν δεκάδες χιλιάδες Κούρδοι εκτελέστηκαν μεθοδικά.
Παρ’ όλα αυτά, η κάθε καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πολιτικό βήμα προς την επιδίωξη του ιστορικού δικαιώματος των Κούρδων για την δημιουργία κρατικής οντότητας. Οι πρόσφατες επιτυχίες τους στη Συρία και το Ιράκ κατά του ISIS έχουν συναντήσει μεγάλη συμπάθεια και ανταπόκριση στην Δύση.

Όμως, έχουμε δει την ταινία και στο παρελθόν. Η μέθοδος με την οποία αντάρτικα σώματα προωθούν την εκπλήρωση των φιλοδοξιών τους είναι να πιέζουν όταν η κεντρική διοίκηση είναι αδύναμη και να προσπαθούν να διατηρήσουν τα κέρδη τους όταν η κεντρική διοίκηση αναδιπλώνεται, όπως συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.
Οι Κούρδοι, στη σημερινή συγκυρία, αυξάνουν την περιοχή την οποία ελέγχουν όπου είναι δυνατόν – δίνοντας προτεραιότητα σε περιοχές οι οποίες περιέχουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι Κούρδοι έθεσαν σε εφαρμογή την μέθοδο αυτή μετά την ήττα του Saddam Hussein το 1991 στον πόλεμο του Κουβέιτ και εγκατέστησαν ένα ήμι-ανεξάρτητο θύλακα υπό την προστασία των στρατευμάτων των Ην. Πολιτειών. Το 2003 διεύρυναν τις εξουσίες τους και την περιοχή τους καθώς το Ιρακικό καθεστώς κατέρρεε. Σήμερα βλέπουν ότι η κατάσταση στην Συρία προσφέρεται για να ενώσει Κουρδικούς πληθυσμούς οι οποίοι στο παρελθόν είχαν διαχωρισθεί με μετά-Οθωμανικά σύνορα, προχωρούν δε στην κατάκτηση επιπρόσθετου εδάφους τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία προελαύνοντες με Δυτική στρατιωτική βοήθεια στα εδάφη τα οποία κατείχε το ISIS.
Σε κάθε τους βήμα, όμως, οι Κούρδοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τις διαφορές που τους είχαν επιβληθεί μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από ένα αιώνα. Θεωρητικώς αγωνίζονται να δημιουργήσουν ένα ενοποιημένο κράτος σε ολόκληρο το Κουρδιστάν, μια περιοχή που δεν είναι προσδιορισμένη αλλά η οποία, στους οραματισμούς των Κούρδων, εκτείνεται από βαθειά μέσα στο Ιράν μέχρι τις ακτές της Μεσογείου. Όμως, κατά μήκος των τεσσάρων φιλοξενούντων κρατών, οι Κούρδοι είναι εσωτερικώς διαιρημένοι όσον αφορά την στρατηγική τους. Μερικοί προσβλέπουν σε ένα κουρδικό έθνος – κράτος. Άλλοι προτιμούν αυτονομία εντός του κράτους που διαβιούν. Άλλοι θα ήσαν ευχαριστημένοι με την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους  ως μειοψηφία σε μια δημοκρατική χώρα – κάτι που δεν υφίσταται στην περιοχή. Και πολλοί έχουν δεχθεί τα μετα-Οθωμανικά τους σύνορα, αποδεχόμενοι την ταυτοποίησή τους ως Ιρακινοί, Σύριοι, Ιρανοί ή Τούρκοι Κούρδοι. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους που οι Κούρδοι δυσκολεύονται να έχουν πρόοδο στην επιδίωξη περισσότερης ελευθερίας χωρίς την παροχή εξωτερικής βοήθειας. Η βοήθεια αυτή – είτε προέρχεται από τις Ην. Πολιτείες, το Ιράν ή την Ρωσσία, δεν έχει δοθεί ποτέ αφιλοκερδώς: ήταν πάντοτε μέρος των στρατηγικών επιδιώξεων των δυνάμεων αυτών οι Κούρδοι να είναι πάντοτε «οι βοηθητικοί παίκτες». Οι πάτρωνές τους σπανίως ενδιαφέρονται για την τελική επιδίωξη των Κούρδων και πολλές φορές είναι εναντίον. Η ιστορία, επομένως, του μακρού αγώνα είναι μια σειρά από εναλλασσόμενες συμμαχίες πάντα με πιο ισχυρά κράτη, ακολουθούμενες από κραυγές ότι προδόθηκαν όταν οι συμμαχίες αυτές κατέρρευσαν. Την κατάρρευση ακολουθούν συνήθως αντίποινα και θηριωδίες, για να επουλωθούν δε οι πληγές απαιτείται μια ολόκληρη γενιά.
Ας εξετάσουμε ως παράδειγμα το δίλημμα που τώρα αντιμετωπίζει το PYD, το Συριακό τμήμα του ΡΚΚ, στην Βόρεια Συρία. Το στρατιωτικό του σκέλος, το YPG, έχει συμμαχήσει με το Πεντάγωνο στην διεθνή προσπάθεια να νικηθεί το ISIS. Αλλά το PYD ανησυχεί, δικαίως, περί του τι θα συμβεί στην συμμαχία όταν κατορθώσει να ανακαταλάβει την Raqqa και να απελευθερώσει την Βόρεια Συρία από τον έλεγχο του ISIS. Οι Ην. Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν το PYD όταν προσπαθήσει να διοικήσει την νεοαπελευθερωθείσα περιοχή έναντι των σθεναρών ενστάσεων της Τουρκίας και πιθανώς και του τοπικού μη Κουρδικού πληθυσμού; Το PYD θέλει να διώξει το ISIS αλλά κυρίως ως ένα βήμα προς εγκαθίδρυση στην περιοχή που ελέγχει κουρδικού ελέγχου. Σ ’αυτό δεν είναι σύμφωνη η πολιτική της Ουάσιγκτον, ούτε και του Assad αλλά ούτε και της Τουρκίας και του Ιράν. Η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιήσει το PYD ότι το μέλλον των Κούρδων στην Συρία πρέπει να αποφασισθεί με ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ της Δαμασκού και της αντιπολίτευσης και δεν θα επιβληθεί μονομερώς. Στην νέα Συρία είναι αμφίβολο αν τα δικαιώματα και οι φιλοδοξίες των Κούρδων ευοδωθούν.
Η Κουρδική ιστορία είναι ιστορία επαναλαμβανόμενων υποσχέσεων και αθετήσεων. Δεν υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα από το τηλεγράφημα που έστειλε προ τεσσαρακονταετίας ο πατέρας του Masoud Barzani, σημερινού ηγέτη του Ιρακινού Κουρδιστάν, ο Mulla Mustafa Barzani, ο θρυλικός ιδρυτής του Κουρδικού Εθνικού κινήματος στον Henri Kissinger, τότε Υπουργού των Εξωτερικών και Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας: «Οι καρδιές μας ματώνουν όταν βλέπουν ότι το άμεσο δευτερεύον επακόλουθο της συμφωνίας Ιράν – Ιράκ είναι η εξόντωση του ανυπεράσπιστου λαού μας κατά τρόπο που δεν έχει προηγούμενο, καθώς το Ιράν έκλεισε τα σύνορα και διέκοψε εντελώς την βοήθεια προς εμάς ενώ οι Ιρακινοί άρχισαν τη μεγαλύτερη επίθεση η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το κίνημά μας και το έθνος μας καταστρέφονται κατά απίστευτο τρόπο και όλοι σιγούν». Η χρονιά είναι το 1975.
Είναι η μοίρα των μικρότερων εθνών να επιδεικνύουν αγάπη και εμπιστοσύνη στου υποτιθέμενους προστάτες τους όμως σπανίως υπάρχει ανταπόδοση. Όταν το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται είναι πάντοτε ο αδύναμος που χάνει.
Ο Kissinger ενδιαφερόταν για τους Κούρδους μόνο μέχρι του σημείου που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την επιδίωξη των αμερικανικών σχεδίων και θα τους εγκατέλειπε στην τύχη τους αργά ή γρήγορα. Το Ιράκ και η Τουρκία ήσαν πολύ πιο σπουδαίοι παίκτες όσο διαρκούσε ο Ψυχρός Πόλεμος. Για να επανέλθουμε στην ικεσία του Barzani, ο Kissinger έδωσε οδηγίες στον Πρέσβη της Αμερικής στην Τεχεράνη να του μεταφέρει την λύπη του!!!
Μετά από χρόνια, ο Brent Scowcroft, βοηθός σύμβουλος ασφαλείας του Kissinger εξήγησε με πολύ φυσικότητα ότι η μοίρα των Κούρδων ήταν μέρος της φυσικής τάξεως των πραγμάτων: «Οι Κούρδοι είναι πιόνια στις πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων …… όπως ήταν πάντοτε». Και βέβαια, όπως όλα τα πιόνια, μπορούν να θυσιαστούν ελεύθερα.
Όπως έγραψε ο κορυφαίος δημοσιογράφος και συγγραφέας Christopher Hitchens στο βιβλίο του The Trial of Henry Kissinger” (Εκδόσεις “Verso”, 2001) ο Henry Kissinger στρατολόγησε και στην συνέχειa πρόδωσε τους Κούρδους του Ιράκ όταν τους ξεσήκωσε κατά του Saddam Hussein το 1974 – 1975 και τους εγκατέλειψε στην τύχη τους όταν ο Saddam συνθηκολόγησε με τον Σάχη της Περσίας. Το πόρισμα του Κογκρέσσου που ξεσκεπάζει την σκληρή αδιαφορία του Kissinger στην ανθρώπινη ζωή και στα ανθρώπινα δικαιώματα ακόμη σοκάρει. Η συμπεριφορά αυτή εμπίπτει στην κατηγορία της διεφθαρμένης realpolitik. 
Όπως το αντιλαμβάνονται οι Κούρδοι, η «μόνιμη» κατάστασή τους ως πιόνια στο «μεγάλο παιχνίδι» των μεγάλων δυνάμεων αρχίζει το 1923 με την Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία «τους έκλεψε» την ανεξαρτησία την οποία τους είχαν υποσχεθεί με την Συνθήκη των Σεβρών τρία χρόνια ενωρίτερα.
Η Συνθήκη της Λωζάννης ετακτοποίησε τα σύνορα της Τουρκίας, δίδοντάς τους διεθνή αναγνώριση και αφήνοντας τους Κούρδους στα κρύα του λουτρού. Βεβαίως το κράτος των Κούρδων θα ήταν σχετικώς περιορισμένο, θα εκάλυπτε μόνο το «Τουρκικό» Κουρδιστάν, εν τούτοις θα ήταν μια αρχή για μελλοντικές διεκδικήσεις.
Αντ’αυτού, οι Κούρδοι διασπάσθηκαν σε τέσσερα κομμάτια. Ως εθνοτικές μειονότητες μεταξύ Αράβων, Τούρκων και Περσών ήταν πάντοτε υπό την μπότα ενός κεντρικού καθεστώτος έτοιμου να χρησιμοποιήσει κάθε αναγκαίο μέσο για να πνίξει και το παραμικρό κίνημα αυτονομίας. Η Τουρκία, το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία, παρά τις μεγάλες διαφορές τους σε άλλα θέματα, κατά καιρούς συμμαχούσαν για να κρατήσουν υπόδουλους τους Κούρδους, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και συνεργαζόμενοι σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ασφαλείας. Σε άλλες περιόδους υποστήριζαν Κούρδους αντάρτες του «διπλανού» κράτους όταν τους συνέφερε. Έτσι άρχισε ο ατελείωτος κύκλος ανταρσίας, καταπίεσης, και ξανά ανταρσίας.
Οι Κούρδοι έγιναν «ειδήμονες» στο να αναμιγνύονται στις διαμάχες μεταξύ των διαφόρων παραγόντων των κρατών στα οποία κατοικούν, υποστηρίζοντες πότε τον ένα και πότε τον άλλο και σωρεύοντας εξωτερική υποστήριξη σε κάθε στροφή, εξαρτώμενοι από τις όποιες διεθνείς πολιτικές συγκυρίες είναι οι επικρατέστερες κατά την χρονική στιγμή.
Σήμερα υπάρχουν σημάδια μιας νέας σύμπλευσης μεταξύ Δαμασκού, Άγκυρας και Τεχεράνης (ίσως και Βαγδάτης) στο ένα θέμα πάνω στο οποίο όλοι ενδέχεται να συμφωνούν: στο να κρατήσουν τους Κούρδους υπόδουλους. Οι Ην. Πολιτείες μπορεί να είναι φιλικές προς τους Κούρδους του Ιράκ και της Συρίας, αλλά η φιλία αυτή δεν φαίνεται πιθανόν ότι εκτείνεται πέραν της προστασίας από εξωτερικές επιθέσεις ή την υποστήριξη της λογικής απαίτησης για ουσιαστική αυτονομία. Η εξέλιξη αυτή είναι βέβαια ένα σοβαρό βήμα, αλλά το ερώτημα είναι πως θα εκτιμήσει η Ουάσιγκτον υπό την νέα της διοίκηση και ηγεσία το ειδικό βάρος των Κούρδων έναντι εκείνου των συμμάχων της Τουρκίας και Ιράκ και ίσως και έναντι μιας μελλοντικής Συρίας, δηλαδή τι θα προωθήσει καλύτερα τα στρατηγικά της συμφέροντα. Ακόμη και η διστακτική διευθέτηση με την Τεχεράνη πρέπει να προβληματίσει τους Κούρδους. Ο κίνδυνος προδοσίας παραμένει ένα θέμα μεγάλης συζήτησης μεταξύ των Κούρδων. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Αμερική είναι βαθειά, και πολλοί εκφράζουν μια δυνατή απέχθεια προς μια παγκόσμια υπερδύναμη η οποία, κατά την άποψή τους, ποσώς δεν ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των κατοίκων της περιοχής και έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην ήττα του ISIS, ανεξαρτήτως του πόσο θα επηρεάσει τις φιλοδοξίες των Κούρδων. Οι εξελίξεις θα δείξουν αν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για επαναχάραξη συνόρων στην περιοχή.
*Δικηγόρος, Συνεργάτης της Νέας Πολιτικής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου