Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

1950 – 1953: ο «ξεχασμένος» πόλεμος της Κορέας (α’ μέρος)

Νέα Πολιτική


του Στάθη Καραπάνου*
Η απομονωμένη δικτατορία της Βορείου Κορέας είναι ένα «ενεργό ηφαίστειο» στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας, το οποίο κάθε τόσο δραστηριοποιείται με μικρές εκρήξεις για να θυμίσει την παρουσία του και να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας σε διπλωματικό επίπεδο. Στις 7 Φεβρουαρίου η Πιονγκγιάνγκ πραγματοποίησε νέα δοκιμαστική εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς. Η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία προχώρησαν σε σκληρές οικονομικού τύπου κυρώσεις, ενώ αναζωπυρώθηκαν οι διαφωνίες μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, μοναδικού συμμάχου του καθεστώτος, για το ποιά μέτρα πρέπει να ληφθούν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Με αφορμή αυτές τις νέες εντάσεις, χρήσιμο είναι να θυμηθεί κανείς τον ρόλο των ΗΠΑ στην κορεατική χερσόνησο και το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη διαδραματίστηκε η θερμότερη στιγμή του Ψυχρού Πολέμου, οδηγώντας Κίνα και ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με απολογισμό πέντε περίπου εκατομμυρίων νεκρών.
Το 1910, η Ιαπωνική Αυτοκρατορία ενέταξε την Κορέα στην επικυριαρχία της. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την συντριβή της Ιαπωνίας, η Κορέα χωρίστηκε πρόχειρα σε δύο τμήματα, το βόρειο υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης και το νότιο υπό τον Έλεγχο των ΗΠΑ. Οι διαπραγματεύσεις για την επανένωση απέτυχαν και ως αποτέλεσμα το 1948 δημιουργήθηκαν δύο ξεχωριστές κυβερνήσεις.

Στις 25 Ιουνίου 1950 ο στρατός της Βόρειας Κορέας πέρασε τον 38ο παράλληλο, όπου είχαν οριστεί η διαίρεση της Κορέας, κατακτώντας σχεδόν ολόκληρο το νότιο τμήμα της χερσονήσου σε τέσσερις μόλις ημέρες. Η αιφνιδιαστική εισβολή έθιγε τα αμερικανικά συμφέροντα και έβαλε τις ΗΠΑ μπροστά σε ένα δίλλημα: να αντιδράσουν ρισκάροντας κλιμάκωση των εντάσεων και πιθανότητα ολοκληρωτικού πολέμου με το σοβιετικό μπλοκ ή υποχώρηση από την κορεατική χερσόνησο; Οι στρατηγοί του Λευκού Οίκου προφανώς αντιλήφθησαν πως η Βόρεια Κορέα δρούσε υπό τις εντολές του Κρεμλίνου, το οποίο ήθελε να βάλλει σε δοκιμή την δυνατότητα και την αποφασιστικότητα της Δύσης να πολεμήσει έναν πόλεμο σε περιφερειακό σημείο σε σχέση με την Ευρώπη. Με αυτή τη λογική, οι ΗΠΑ δέχθηκαν την πρόκληση του διεθνούς κομμουνισμού και αποφάσισαν να εμπλακούν στη σύρραξη.
Στις 27 Ιουνίου, υπό την σημαία του ΟΗΕ ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν διέταξε τις αμερικανικές δυνάμεις να αντεπιτεθούν, με αρχιστράτηγο τον Στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ -υποστηρικτής της σκληρής γραμμής, ο οποίος ασκούσε δημόσια κριτική στον Τρούμαν επειδή τον θεωρούσε μάλλον διστακτικό απέναντι των κομμουνιστών. Ο Μακάρθουρ, μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, καταφέρνει όχι μόνο να αντικρούσει την εισβολή, αλλά κατακτά και το μεγαλύτερο τμήμα της Βόρειας Κορέας, φτάνοντας πρακτικά στα πρόθυρα των κινεζικών συνόρων.
Η αποτελεσματικότητα του Μακάρθουρ μετατρέπει τους φόβους του Τρούμαν σε πραγματικότητα. Η προώθηση των αμερικανικών στρατευμάτων εκλαμβάνεται από την Κίνα ως άμεση απειλή για την εθνική της κυριαρχία, αποφασίζοντας έτσι να μπει στον πόλεμο. Στις 25 Οκτωβρίου 1950 τα κινεζικά στρατεύματα εισβάλλουν στη Βόρεια Κορέα με 500.000 περίπου άντρες και την τεχνική υποστήριξη των Ρώσων. Αυτή ήταν και η στιγμή που οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν πλήρως πως η Κίνα «ήταν χαμένη», πως θα παρατασσόταν δηλαδή στο πλάι της Σοβιετικής Ένωσης. Οι κινεζικές δυνάμεις κατάφεραν και αυτές με τη σειρά τους να περάσουν τον 38οπαράλληλο, προς το νότο, αναγκάζοντας τον αμερικανικό στρατό να υποχωρήσει. Οι Αμερικανοί κατάφεραν να αναδιοργανωθούν και να σταματήσουν την κινεζική προέλαση. Τον Μάρτιο του 1951 Αμερικανοί και νοτιοκορεάτες ξαναπήραν τον έλεγχο της Σεούλ και από τον Απρίλιο το μέτωπο σταθεροποιήθηκε στο ύψος του 38ου παραλλήλου.         
Σινολόγος, βοηθός ερευνητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Νάπολης «LOrientale»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου