analitis
του Paulo Mouro
Καθώς επαναδιαπραγματεύονται το πακέτο βοήθειας με τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ελλάδας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα πρέπει να εμμείνουν στην απαίτηση δημοσιονομικής διατηρησιμότητας και μεταρρυθμίσεων. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να απορρίψουν τυχόν καλές ιδέες που προωθούνται από την Αθήνα.
Μια ιδέα που αξίζει να ασπαστούν είναι πως οι αποπληρωμές χρεών προς τις πιστώτριες κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα πρέπει να συναρτώνται με τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Εάν η Ελλάδα αναπτυχθεί γοργά, θα πρέπει να πληρώσει περισσότερα· αν η Ελλάδα παραμείνει σε τέλμα, θα πρέπει να πληρώσει λιγότερα. Αυτό είναι, από οικονομική σκοπιά, πολύ λογικό: οι Ευρωπαίοι πιστωτές θα μοιράζονταν τον κίνδυνο, βάσει μίας συμφωνηθείσας φόρμουλας, αντί να αντιμετωπίζουν περιοδικές κρίσεις σε περίπτωση οικονομικής στασιμότητας και υπερβολικών δυσαναλογιών μεταξύ χρέους και ΑΕΠ. Για να είμαστε συνεπείς ως προς την έννοια του καταμερισμού του κινδύνου ανάμεσα στα μέλη της ζώνης του ευρώ, οι αποπληρωμές της Ελλάδας προς τις πιστώτριες κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα μπορούσαν να συναρτώνται με τη διαφορά οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης.
Αλλά για να λειτουργήσει το πρόγραμμα, η Ελλάδα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων φορολογουμένων, διασφαλίζοντας την ποιότητα των οικονομικών στατιστικών της και την ανεξαρτησία της στατιστικής υπηρεσίας της από πολιτικές παρεμβάσεις.
Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και αρκετοί υπουργοί της κυβέρνησής επιχειρηματολογούν σταθερά και εύγλωττα υπέρ της σύνδεσης των αποπληρωμών με την οικονομική απόδοση και συνεπώς την ικανότητα της Ελλάδας να πληρώνει, για τουλάχιστον ένα ή δύο χρόνια. Το ζήτημα του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης και τα εμπόδια που δύναται να συναντήσει έχουν εδώ και πολύ καιρό αναλυθεί από οικονομολόγους. Μέχρι στιγμής, πραγματική έκδοση τίτλων με ρήτρα ανάπτυξης στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει παρατηρηθεί μόνο στο πλαίσιο αναδιαρθρώσεων χρέους, υπό τη μορφή ενταλμάτων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ, με πιο πρόσφατη περίπτωση, το 2005 την Αργεντινή, της οποίας τα εντάλματα έκτοτε αποτελούν τακτικά αντικείμενο διατίμησης και εμπορίας. Σε ό,τι αφορά στις υποχρεώσεις κυβερνήσεων προς κυβερνήσεις, υπάρχει μία προηγούμενη περίπτωση (όπως σημειώνεται από πολλούς επιφανείς οικονομολόγους σε επιστολή της 22ης Ιανουαρίου προς τους Financial Times): το λεγόμενο «bisque clause» (μτφ. ρήτρα-σούπα), στην αγγλο-αμερικανική χρηματοδοτική συμφωνία του 1946, η οποία προέβλεπε την παραίτηση από πληρωμές τόκων για κάθε έτος κατά το οποίο τα έσοδα του Ηνωμένου Βασιλείου από ξένο συνάλλαγμα ήταν ανεπαρκή για να καλύψουν τα προπολεμικά επίπεδα εισαγωγών σε πραγματικούς όρους.
Τρία αντεπιχειρήματα είναι πιθανό να προβληθούν. Το πρώτο σχετίζεται με την προέλευση του χρέους: Οι σκεπτικιστές ενδέχεται να πουν πως το χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου προέκυψε από τις αμυντικές δαπάνες της χώρας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το χρέος της Ελλάδας ήταν απόρροια της γελοίας κακοδιαχείρισης των δημοσίων οικονομικών της. Για να προλάβει αυτήν την άποψη, η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας μοιάζει να υποστηρίζει πως τα χρέη της είναι «απεχθή», ένας τεχνικός νομικός όρος που αναφέρεται σε χρέη που προκύπτουν από αποτυχημένες πολιτικές προηγούμενων κυβερνήσεων και από τους διακανονισμούς τους με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι οποίοι είναι γνωστοί ως Τρόικα. Τέτοιες θεωρήσεις είναι ουσιαστικά ηθικής φύσεως και δεν πρόκειται να πείσουν καμία από τις δύο πλευρές. Μετά βίας εξυπηρετούν την προσέγγιση μίας λύσης στο σημερινό αδιέξοδο.
Το δεύτερο αντεπιχείρημα ενδέχεται να καταδείξει την πιθανότητα αποπληρωμές εξαρτώμενες από την οικονομική ανάπτυξη να μειώσουν τα κίνητρα της ελληνικής κυβέρνησης και των Ελλήνων πολιτών για την προώθηση της ανάπτυξης – μία παραλλαγή της έννοιας του «ηθικού κινδύνου». Αυτό είναι απίθανο. Ποια κυβέρνηση δεν θα ήθελε την ανάπτυξη, και ποιοι επιχειρηματίες δεν θα ήθελαν οι εταιρείες τους να τα πηγαίνουν καλά; Οι υποστηρικτές της άποψης περί «ηθικού κινδύνου» ενδέχεται να κάνουν λόγο για μείωση των κινήτρων για «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Είναι βέβαιο πως οι περισσότεροι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η άρση των υπερβολικών ρυθμίσεων, το άνοιγμα των αγορών και, γενικότερα, η βελτίωση των αδύναμων σήμερα επιδόσεων της Ελλάδας στις διάφορες διαστάσεις του επιχειρείν, θα ενισχύσει το ρυθμό ανάπτυξης σε μακροπρόθεσμη βάση. Αλλά η επιστήμη των οικονομικών είναι απλά ανίκανη να παράγει ευρέως αποδεκτές εκτιμήσεις σχετικά με το μέγεθος και το χρονοδιάγραμμα των επιπτώσεων των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομική ανάπτυξη. Το επιχείρημα πως η ρήτρα ανάπτυξης θα μειώσει τα κίνητρα για μεταρρυθμίσεις δεν είναι πειστικό.
Το τρίτο αντεπιχείρημα είναι πιο απτό και οφείλει να ληφθεί πιο σοβαρά. Αν βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλες αποπληρωμές που συνδέονται με το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε κάλλιστα να μπει στον πειρασμό να παρέμβει στα στοιχεία περί ΑΕΠ. Αυτό συνέβη στη Βραζιλία τη δεκαετία του 1980, όταν ο πληθωρισμός αναφερόταν χαμηλότερος από ό,τι ήταν προκειμένου να μειωθούν οι αποπληρωμές για τα τιμαριθμοποιημένα ομόλογα. Από πολιτική σκοπιά, το κίνητρο για να δώσει κανείς ψευδή αναφορά για την οικονομική ανάπτυξη είναι ασθενέστερο από ό, τι για τον πληθωρισμό: Ενώ οι κυβερνήσεις δεν ενοχλούνται να προσποιούνται πως ο πληθωρισμός είναι χαμηλότερος από ό, τι είναι (όπως η Αργεντινή πρόσφατα), η αναφορά χαμηλότερου ΑΕΠ έχει μεγαλύτερο πολιτικό κόστος. Σημειωτέον ωστόσο πως η ελλιπής αναφορά δημοσιονομικών ελλειμμάτων από την Ελλάδα – που στο κάτω-κάτω προκάλεσε την κρίση το 2009 – θα δεσπόζει στο νου των Ευρωπαίων πολιτικών και του ευρέως κοινού. Οι Έλληνες πολιτικοί οφείλουν συνεπώς να δεσμευτούν πειστικά πως δεν πρόκειται να πειράξουν τα στοιχεία περί ΑΕΠ κατά τα χρόνια και τις δεκαετίες που έρχονται.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να ακούσουν με ανοιχτό μυαλό τις ιδέες της νέας ελληνικής κυβέρνησης, να εμμείνουν όπου είναι απαραίτητο, και να ασπαστούν τις καλές ιδέες που μπορούν να οδηγήσουν σε συμβιβασμό με αμοιβαία οφέλη. Η ελληνική πλευρά, από την πλευρά της, οφείλει να δείξει πως θα διαχειριστεί την ποιότητα των στατιστικών ως ιερή και απαραβίαστη και πως θα σεβαστεί απόλυτα την πολιτική ανεξαρτησία της στατιστικής υπηρεσίας της. Η συγκατάθεση στην παρουσία μερικών Ευρωπαίων τεχνικών που θα σκαλίζουν τη στατιστική υπηρεσία της προκειμένου να βεβαιωθούν πως τα στατιστικά υδραυλικά λειτουργούν όπως πρέπει είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί προκειμένου οι καλές οικονομικές ιδέες να μετατραπούν σε πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου