του Κώστα Μελά
Είναι δύσκολο η ελληνική οικονομία να αφήσει πίσω της την κρίση και να σταθεί στα πόδια της, ως μια κανονική οικονομία, αν δεν ελαφρυνθεί το χρέος. Γνωρίζουν όλοι, ακόμη και όσοι προσποιούνται ότι δεν το αντιλαμβάνονται, ότι ο αρνητικός υπερκαθορισμός της ελληνικής οικονομίας είναι το υψηλότατο δημόσιο χρέος. Το ύψος του, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) τον Δεκέμβριο του 2017, διαμορφώθηκε στα 328,7 δισ. ευρώ, ενώ έως τα τέλη του 2018 εκτιμάται από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών ότι θα ανέλθει στα 332 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για ένα τεράστιο βάρος δημοσίου χρέους που αγγίζει σχεδόν το 180% του ελληνικού ΑΕΠ, ύψος που το κάνει να θεωρείται δύσκολα διαχειρίσιμο και εύκολα μη βιώσιμο στην πρώτη αναταραχή των χρηματοπιστωτικών αγορών. Βασικός αρνητικός υπερκαθορισμός σημαίνει απλά ότι η οικονομία δεν μπορεί να αποκτήσει εκείνους τους βαθμούς ελευθερίας που θα της επιτρέψουν να αναπτυχθεί εκμεταλλευόμενη τις πραγματικές δυνατότητές της μέσα στο δεδομένο διεθνές περιβάλλον.
Η «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους είναι στην ημερήσια διάταξη, δεδομένου ότι η τεχνική προπαρασκευαστική διαδικασία σε επίπεδο ειδικών βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το Μάρτιο. Απόφαση δεν αναμένεται να ληφθεί πριν η Ελλάδα ολοκληρώσει επιτυχώς το τρέχον πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η προοπτική ελαφρύνσεων του ελληνικού χρέους έχει ήδη τεθεί από το Νοέμβριο του 2012, με ανανέωση των σχετικών δεσμεύσεων από καιρού εις καιρόν στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει έως σήμερα.




















