Νέα Πολιτική
του Στάθη Καραπάνου*
Ο πόλεμος της Κορέας αναφέρεται συχνά από τους ιστορικούς ως «ξεχασμένος» διότι, παρά τα πέντε εκατομμύρια των θυμάτων (νεκροί και τραυματίες) που φέρει ο απολογισμός του, το τέλος των συγκρούσεων δεν ανέδειξε κάποιον νικητή μεταξύ των δύο παρατάξεων –Βόρεια Κορέα και Κίνα από τη μία, Νότια Κορέα και ΗΠΑ από την άλλη. Παρά την ιστορική λήθη στην οποία βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο βυθισμένος, ο πόλεμος της Κορέας δεν υπήρξε ένας απλός εμφύλιος ανταρτοπόλεμος, αλλά ένας συμβατικός πόλεμος κατά τη διάρκεια του οποίου χρησιμοποιήθηκε κάθε είδους, διαθέσιμος την εποχή εκείνη, πολεμικός εξοπλισμός, πλην της ατομικής βόμβας.
Επιπλέον, ο πόλεμος της Κορέας, αν και ιστορικά συμπιεσμένος μεταξύ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου του Βιετνάμ, έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο τις ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου, αφού το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου πολέμου μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, το οποίο εύκολα θα πυροδοτούσε και την αναμέτρηση της Σοβιετικής Ένωσης με την Ατλαντική Συμμαχία στην Ευρώπη, φάνταζε κάθε άλλο παρά μακρινό.
Η απόφαση του Μάο να αναμετρηθεί με την τότε ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη πάρθηκε τόσο για λόγους εσωτερικής όσο και εξωτερικής πολιτικής. Από τη μία, το 1950, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας βρισκόταν ακόμη σε φάση εδραίωσης της εξουσίας του, μετά τον κινεζικό εμφύλιο, οπότε ο πόλεμος της Κορέας συνέβαλε καταλυτικά στην νομιμοποίησή του στα μάτια του κινεζικού λαού –οι επιτυχίες κατά τη διάρκεια των συρράξεων αναδείχθηκαν συγκριτικά με την ταπείνωση που είχε υποστεί η Κίνα τον προηγούμενο αιώνα από τις δυτικές δυνάμεις και την Ιαπωνία. Από την άλλη, ο πόλεμος εναντίον των ΗΠΑ αύξησε το κύρος της Κίνας εντός της διεθνούς κομμουνιστικής κοινότητας και εξασφάλισε την στήριξη και τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης.
Αυτό που όμως αξίζει να τονισθεί ιδιαιτέρως είναι το γεγονός ότι, για το κομμουνιστικό μπλοκ, ο πόλεμος της Κορέας είχε ένα σημαντικό αρνητικό παράγωγο. Την εκεχειρία του 1953 ακολούθησε αμέσως το Σύμφωνο Κοινής Άμυνας μεταξύ Ουάσινγκτον και Σεούλ, με το οποίο οι ΗΠΑ ενσωμάτωσαν τη Νότια Κορέα στην αρχιτεκτονική ασφαλείας τους στην δυτική όχθη του Ειρηνικού Ωκεανού, μαζί με την Ιαπωνία.
Τα αποτελέσματα εκείνου του πολέμου συνέχισαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Άπω Ανατολή. Ο 38ος παράλληλος ορίζει ακόμη και σήμερα τα σύνορα μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας. Από τη στιγμή της εκεχειρίας, η Βόρεια Κορέα δεν έχει εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της για την κατάκτηση της Σεούλ, προκαλώντας κατά καιρούς ακόμη και αιματηρά επεισόδια. Από την πλευρά της, η Κίνα έχει σταματήσει να στηρίζει τις επιθετικές προθέσεις της Πιονγιάνγκ, αν και παραμένει ο μοναδικός της σύμμαχος. Το 2006 η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε την πρώτη της πυρηνική δοκιμή, ενώ το 2013 δήλωσε πως θεωρεί την εκεχειρία λήξασα και πως βρίσκεται πλέον σε κατάσταση πολέμου με την Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του 2016, οι προκλητικές κινήσεις του Κιμ Γιονγκ Ουν έφεραν νέες τριβές μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ για το ποιές θα πρέπει να είναι οι κυρώσεις του ΟΗΕ κατά της Βορείου Κορέας. Σήμερα, παρ’ ότι ένας νέος πόλεμος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ δεν αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο –τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες-, εν όψει των αψιμαχιών στην Νότια Σινική Θάλασσα και του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον, η κατάσταση στην κορεατική χερσόνησο, αν μη τι άλλο, οξύνει τις ήδη υπάρχουσες εντάσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων του πλανήτη.
* Σινολόγος, βοηθός ερευνητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Νάπολης «L’Orientale»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου