Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
Της Κατερίνας Τζωρτζινάκη
Δεν είν’ από επάγγελμα, δεν είναι αυτός ο λόγος, που πήγα και στριμώχτηκα στο πρωτοδικείο. Ήθελα να δω πώς λειτουργεί το δικαστικό χωριό.
Ένα μελίσσι σκορπισμένο στα εννιά, δέκα, δώδεκα (;) κτήρια της Ευελπίδων. Μπαίνω στο τέταρτο και με το που δρασκελίζω το κατώφλι, νιώθω σαν να μου γνέφει ο Ψαθάς. Η Θέμις έχει νεύρα. Κι εμείς. Ξεφτισμένοι τοίχοι, λιγοστές καρέκλες, διάδρομος αδιάβατος από τον κόσμο, ζέστη, σουξέ στα γκισέ, που για να φτάσεις πρέπει χίλια ανθρώπινα εμπόδια να ξεπεράσεις.
«Από δω είναι η ουρά για την αίτηση εξάλειψης;». Τι να σας πω, για την αίτηση διάλυσης θα μου φαίνονταν πιο πιθανό. Πού να σταθώ; Στις μύτες των ποδιών; Αφόρητη η κατάσταση, αφόρητος ο διάδρομος αναμονής, τουλάχιστον δεν καπνίζει κανείς. Μη μου πείτε ότι ο νόμος το απαγορεύει, γιατί το αμπρί με γυρεύει.
Πρόλαβε να βάλει τα χαρτιά πάνω στο γκισέ, ελπίζοντας πως δεν θα απορριφθεί η αίτησή του, ποιος αριθμός συζητείται; Ψύχραιμοι οι δικηγόροι, κοκκινίζει μια κυρία, κιτρινίζει μια ιστορία. Στρίμωγμα, τίναγμα, σκονισμένα γραφεία, εγκατάλειψη. Αν άφηνε κάποιος την τελευταία του πνοή, δεν θα το πρόσεχε κανείς. Πώς να ακούσεις τη σιωπή των ρουθουνιών, όταν δεν ακούς τη φωνή της Δικαιοσύνης, που πρέπει να είναι τυφλή, αλλά εδώ προσπαθούν να με πείσουν ότι πρέπει να είναι και παλαιική.























