Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ


του Θάνου Ιωαννίδη
Η σχετικά πρόσφατη συνέντευξη στο Athens News Agency[i] του Gabriel Felbermayr, Director of Foreign Economy Department του γερμανικού ινστιτούτου Ifo, ενός συντηρητικού οικονομικού think tank, καταδεικνύει με τον πλέον αλγεινό τρόπο ότι η κρίση της Ελλάδας και κυρίως η λειτουργία και ύπαρξη αυτής της ίδιας της Ευρωζώνης δεν εξυπηρετεί καταρχήν τα 19 κράτη-μέλη που την απαρτίζουν. Αντ’ αυτού, αποτελεί έναν διεθνή θεσμό ενάντια στο ίδιο το δίκαιο της ΕΕ, του Διεθνούς Δικαίου και της Χάρτας του ΟΗΕ, όπου η ηγεμονεύουσα και κυρίαρχη χώρα στην Ευρώπη, Γερμανία, ασκεί διαμέσου της απολιτίκ τεχνοκρατικής ελίτ των Βρυξελλών, στρατηγικές περιφερειακής δύναμης και πολιτικής επιβολής σατραπικού χαρακτήρα στο σύνολο των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.
Ο Gabriel Felbermayr λοιπόν στον λόγο του και για όσους διαβάζουν πίσω από τις γραμμές δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για παρερμηνείες όσον αφορά την αποτυχία του ‘ελληνικού προγράμματος διάσωσης’, τον δομικό κίνδυνο που διατρέχει η ευρωζώνη αλλά κυρίως το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι πολιτικο-επιχειρηματικές ελίτ τις Γερμανίας εάν η χώρα τους θα συνεχίζει ένα σαθρό νομισματικό οικοδόμημα, αυτό του ευρώ, ή θα πρέπει το σκληρό νόμισμα να περιοριστεί σε ένα πυρήνα κρατών της Δυτικής Ευρώπης εξασφαλίζοντας καταρχάς τα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά προτάγματα της Γερμανίας.
Ο προβληματισμός ότι η ευρωζώνη αποτελεί μια ‘ατελή νομισματική ένωση’ και ως εκ τούτου μη λειτουργική ως προς τον σκοπό της έχει απασχολήσει την ακαδημία (academia) και την διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφία[ii] από την 10ετία του 1990. Το ερώτημα όμως που δεν έχει αναδυθεί ικανοποιητικά, καθόσον ο χώρος κατακλύζεται από τεχνοκράτες οικονομολόγους χωρίς επαρκή και σφαιρική γνώση στην πολιτική οικονομία, τις διεθνείς σχέσεις, την ιστορία και την κλασσική φιλοσοφία, είναι το κατά πόσο, και αν ναι τότε, υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε μια λειτουργικά και αποτελεσματικά σχεδιασμένη Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση (EMU) όχι μόνο να επιβιώσει αλλά να είναι και βασικός πυλώνας οικονομικής (και κατ’ επέκταση κοινωνικής) ευημερίας των ευρωπαϊκών λαών.

Φοβούμεθα ότι οι έννοιες νομισματική ένωση και ευημερία των λαών είναι εξ’ ορισμού έννοιες αμοιβαία αποκλειόμενες καθόσον οικονομικός ορθολογισμός δεν νοείται χωρίς πολιτικό ρεαλισμό είτε μελετούμε αυτόνομα ένα κράτος που διατηρεί την εθνική του κυριαρχία είτε μια ένωση κρατών όπως στην προκειμένη περίπτωση η ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση (EMU). Και πολιτικός ρεαλισμός σημαίνει ανάλυση των διεθνών σχέσεων που διέπουν τα κράτη σύμφωνα με την συσχέτιση ισχύος τους (balance of power) ή την σχέση πολιτικής και ισχύος στο τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο γίγνεσθαι όπως αυτός συνελήφθη από τον Θουκυδίδη και την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου και λειάνθηκε περαιτέρω τόσο από τον επιστημονικό ‘τροχό’ των WightGilpinMorgenthauWaltz , Mearsheimer όσο και από την πολιτική κονίστρα των MachiavelliBismarckChurchillKissingerDeGaulles.

Η Σημερινή Οικονομική Κρίση των Κρατών της Ευρωζώνης: Παγκόσμια Συγκυρία και Εγγενείς Αδυναμίες
Ποιος άλλος περισσότερο πειστικά θα μπορούσε να καταδείξει την δεινή θέση που έχει περιέλθει το κοινό νόμισμα εκτός από τον OtmarIssing, τον επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ και ενός εκ των θεμελιωτών του ευρώ ο οποίος σοκαριστικά δηλώνει ως άλλος προφήτης για την υφιστάμενη κατάσταση στις χώρες του κοινού νομίσματος ότι ‘μια μέρα ο χάρτινος πύργος θα καταρρεύσει…’ [iii]
Μια γενικευμένη, κατά την εκτίμηση μας, προσέγγιση μέχρι το 2012 – οπότε και εκδηλώθηκε και η κρίση ρευστότητας στην Ευρωζώνη – επιχειρηματολογούσε σχετικά με μια νομισματική ένωση που αποτελείται από ένα ανταγωνιστικό και σχετικά ‘μοχλευμένο’ Βορρά και έναν μη-ανταγωνιστικό και υπερχρεωμένο Νότο. Η πρόκληση σε αυτό το μακροοικονομικό πάζλ ήταν η προσαρμογή ούτως ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα του Νότου και η μείωση τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού χρέους και αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με περαιτέρω περιοριστική δημοσιονομική πολιτική[iv] (κοινώς ειπείν, επιπρόσθετη φορολόγηση).
               Έχοντας διανύσει περίπου μια 4ετία, ωστόσο, τα προβλήματα στην ευρωζώνη όχι μόνο παραμένουν αλλά πολλαπλασιάζονται όχι σε ρυθμό αλλά και σε ένταση με την έννοια της σημασίας επέκτασης ενός πιστωτικού γεγονότος (default) που θα μπορούσε να έχει μόνο περιφερειακό (ευρωπαϊκό) αλλά και παγκόσμιο αντίκτυπο στις διεθνείς χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές.
                Ενδεικτικά, τα προβλήματα του ιταλικού τραπεζικού τομέα κάνουν λόγο για 500 δις ευρώ δανεισμό από τρίτες τράπεζες με επικεφαλής τα γαλλικά τραπεζικά ιδρύματα που διακρατούν περίπου 250 δις ευρώ ιταλικού χρέους ενώ τα γερμανικά άλλα 84 δις.[v] Στην κατεύθυνση αυτή δεν λείπουν δραματικές εκκλήσεις από τον διεθνή τύπο για αποφάσεις που θα πρέπει να λάβει η Ιταλία και δεν είναι άλλες από την εγκατάληψη της ζώνης του ευρώ η οποία μπορεί να είναι ο μοναδικός τρόπος οι Ιταλοί να αποτρέψουν μια καταστροφική αποβιομηχανοποίηση της χώρας τους προτού είναι πολύ αργά[vi].  Και όλα αυτά εν μέσω έντονης περίσκεψης για ‘ένα ιταλικό exit από το ενιαίο νόμισμα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει την συνολική κατάρρευση της ευρωζώνης εντός πολύ μικρού διαστήματος και πιθανά θα οδηγούσε στο πιο βίαιο οικονομικό σοκ στην ιστορία ώστε να κάνει να φαίνεται μικρή συγκριτικά η χρεωκοπία της LehmanBrothers το 2008 και το χρηματιστηριακό κραχ της Wall Street το 1929’[vii].
 Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια ως % των Συνολικών Δανείων στην Ευρωζώνη (έμφαση στην ‘περιφέρεια’ – ‘πυρήνα’ της Ευρωζώνης – Γερμανία)
non_performing-loans
Επίπεδο (%) Ανεργίας στις Χώρες της Ευρωζώνης (έμφαση στην ‘περιφέρεια’ – ‘πυρήνα’ της Ευρωζώνης – Γερμανία)
euro-area-unemployment
               Το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα δεν δείχνει μόνο σοβαρά προβλήματα αφερεγγυότητας με ιταλικές, ισπανικές και ελληνικές (είναι πρόδηλο από την εφαρμογή capital controls εδώ και 17 μήνες) αλλά και με τράπεζες του ευρωπαϊκού Βορρά όπως αυστριακές και κυρίως γερμανικές με ειδική μνεία στην Deutsche Bank και στην Commerzbank. Μολονότι η συζήτηση για την κατάσταση των ευρωπαϊκών τραπεζών αναλώνεται κυρίως εάν και κατά πόσο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν προβλήματα ελλιπούς ρευστότητας ή εάν είναι πλήρως αναξιόχρεα (insolvent), τα προβλήματα  διαφαίνεται ότι είναι συστημικού χαρακτήρα[ix] και τα οποία εκδηλώνονται σχεδόν εδώ και μια 10ετία χωρίς να επιλυθούν όπως υποστηρίχθηκε μετά την νομισματική κρίση του 2012 και την αφενός διάσημη αφετέρου απέλπιδα δήλωση του Mario Draghi να κάνει ότι απαιτείται για να σώσει το ευρώ[x].
 Η Εξέλιξη του Δημόσιου Χρέους των Κρατών-Μελών της Ε.Ε
eu-government-debt
               Οι τακτικές εκφοβισμού και καταστροφολογίας της πολιτικής ελίτ των Βρυξελλών για όποιο κράτος-μέλος της ευρωζώνης αποχωρήσει από το κοινό νόμισμα και το ισχυρό υποτιμητικό σοκ που θα διέλθει το εθνικό του νόμισμα, προφανώς δεν αληθεύει καθόσον τα στοιχεία άλλα κελεύουν. Η ισοτιμία Δολ. ΗΠΑ / Ευρώ από το 2012 έως σήμερα έχει κατακρημνισθεί από το 1,45 στο 1,06/1,10 δείχνοντας την στήριξη ή όχι (το πλέον βέβαιο) των χρηματαγορών του πρώην ‘σκληρού’ ενιαίου νομίσματος.
Ισοτιμία Δολαρίου ΗΠΑ / Ευρώ
us_euro-exchange-rate
Ήδη από το 2010, η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης των χωρών της ευρωζώνης (ως ποσοστό του ΑΕΠ), επί της ουσίας μακροχρόνιας ύφεσης ήδη από την 10ετία του ’70 η οποία κατά τους ισχυρισμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ ξανά στον κόσμο[xi]
Ρυθμός Ανάπτυξης του ΑΕΠ στις Χώρες της Ευρωζώνης 1970-2009
gdp-growth-rates-eurozone
Πέραν τούτου, το διεθνές και εγχώριο (ευρωπαϊκό) επενδυτικό κεφάλαιο εγκαταλείπει την Γηραιά Ήπειρο σταθερά από την 10ετία του 1970 προς την Κίνα, Άπω Ανατολή και γενικότερα προς την Ευρασία.
Σχηματισμός Κεφαλαίου ως % του ΑΕΠ των Χωρών της Ευρωζώνης
capital-formation_eurozone
Σχηματισμός Κεφαλαίου ως % του ΑΕΠ (Χώρες της Ευρωζώνης – ΗΠΑ – Ευρασία)
capital-formation_eurozone_usa_eurasia
Εξετάζοντας δε το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (Current Balance Account) των επιμέρους ευρωπαϊκών κρατών, παρατηρούμε και την διαφορετική διάρθρωση του ως κυρίαρχου στοιχείου των Εθνικών Λογαριασμών όπου οι διαφορές αυτές, όπως για παράδειγμα μεταξύ της Ιταλίας, Ισπανίας, Γερμανίας και Ελλάδας, απαιτούν για την κάθε μια ένα διαφορετικό μείγμα τόσο δημοσιονομικής όσο και νομισματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων σε κάθε χώρα που όμως γίνεται σε ορισμένες των περιπτώσεων απαγορευτική και αμοιβαία αποκλειόμενη στις έννοιες εθνική στρατηγική vs ευρωπαϊκή.
(προσέξτε σε κάθε περίπτωση το επίπεδο τιμών -0- για να γίνει κατανοητό το πλεονασματικό ή ελλειματικό ισοζύγιο)
Εξελιξη Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Ιταλίας 2006-2016
current-account_italy

Εξελιξη Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Ισπανίας 2006-2016
current-account_spain
 Εξελιξη Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Γερμανίας 2006-2016
 
current-account_germany
Εξελιξη Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Ελλάδος 1998-2016
current-account_greece
Πόσο πιο πολιτικά ρεαλιστικό θα μπορούσε να είναι η διαπίστωση ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-09 μεταφράζεται ως διαφορετικός πολλαπλασιαστής ύφεσης σε κάθε χώρα, εν προκειμένω της ζώνης του Ευρώ, που απαιτείται να αντιμετωπισθεί με διαφορετικά μέτρα ξεχωριστά για κάθε ένα κράτος-μέλος;  Αυτή η εγγενής αδυναμία της ΟΝΕ έχει επιφέρει σημαντικές απώλειες στην εμπιστοσύνη των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στην διοίκηση των Βρυξελλών και τυχόν επιδείνωση της εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών λαών απέναντι σε ατέρμονες και ανερματιστες πολιτικές λιτότητας και πτώσης του επιπέδου διαβίωσης θα σημάνει, σε συνδιασμό και με άλλους κοινωνικους παράγοντες στην κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος, τουλάχιστον έτσι όπως το γνωρίζουμε.
Εφόσον λοιπόν συζητούμε για κυρίαρχα κράτη, η απόσυρση της πολιτικής εμπιστοσύνης στις εθνικές κυβερνήσεις σε σχέση με την κεντρική διοίκηση της Ε.Ε και με άξονες την επί έτη οικονομική περιθωριοποίηση των ευρωπαϊκών λαών, την υπερδιόγκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, τους δομικά αξεπέραστους προστατευτισμούς στην κατανομή εργασίας εντός των χωρών της Ε.Ε και το εν πολλοίς ανεξέλεγκτο ‘μεταναστευτικό ζήτημα’ θα σημάνει αναπόφευκτα και την απόσυρση στην εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα. Εάν οι δύο αυτοί παράγοντες δεν απομειωθούν δραστικά ή δεν απαλειφθούν ως παράμετροι κοινωνικής αναταραχής τότε το Ευρώ δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Ο Ρόλος της ΕΚΤ και η ‘Αρχιτεκτονική’ στο Κοινό Νόμισμα
Ο ρόλος της ΕΚΤ ως ‘δανειστής ύστατης ανάγκης’ (lender of last resort) έτσι όπως αυτή θεμελιώθηκε ως έννοια, παρά την εν γένει αμφισβήτηση στην βιβλιογραφία,  τον 19ο αι. από τους HenryThornton και Walter Bagehot, τυπικά δεν προβλέπεται εκ του καταστατικού της καθόσον παρέχει ρευστότητα (liquidity) στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (financial institutions) της Ευρωζώνης αλλά όχι απ’ ευθείας στα κράτη-μέλη μέσω της αγοράς κρατικού χρέους (ομολόγων). Και μάλιστα αυτό το κάνει μέσω της χρηματαγορών (open market operations) προσθέτοντας στην παραδοξολογία αυτή όχι μόνο γιατί παρέχει ρευστότητα – δανείζει στα τραπεζικά ιδρύματα και όχι στα κράτη απ’ ευθείας αλλά και γιατί με τον τρόπο αυτό δηλ. της διαχείρισης του δημοσίου χρέους μέσω της αγοροπωλησίας κρατικών ομολόγων (government bonds) προσθέτει αναίτια χρηματοοικονομικό ρίσκο. Το ρίσκο αυτό αντανακλάται στο επιτόκιο των τίτλων αυτών (spreads) ανάλογα με την αξιολόγηση ή τις κερδοσκοπικές διαθέσεις των αγορών για κάθε κράτος, γεγονός που διαδραματίσθηκε με την χειρότερη δυνατή κατάληξη στην περίπτωση της λεγόμενης ‘κρίσης χρέους’ της Ελλάδας.
Άλλωστε, η ίδια η ΕΚΤ και για τους δικούς της λόγους θεωρεί ότι η ένταση και η φύση της οικονομικής κρίσης που βιώνει η Ευρώπη και ειδικότερα οι χώρες της Ευρωζώνης, κατέδειξε ένα ‘πολύπλοκο και ατελές θεσμικό πλαίσιο’ στο οποίο με αναφορά σε θεσμούς και αρχές, η ΕΚΤ κατάφερε, στα πλαίσια των Henry Thornton και Walter Bagehot, να αντιμετωπίσει ‘συστημικά και ιδιοσυγκρασιακά προβλήματα ρευστότητας’[xii]. Πέρα όμως από την αναμφίβολη παραδοχή της ατελούς αρχιτεκτονικής κατασκευής της Ευρωζώνης ως ‘Οικονομική και Νομισματική Ένωση’, το λογικό ‘άλμα’ που ακολουθεί είναι ότι για να διορθωθούν όλες αυτές οι δυσλειτουργίες και να μειωθεί ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος στα κράτη-μέλη χρειάζεται μια συνδετική ουσία και αυτή δεν είναι άλλη από την πολιτική ενοποίηση.
Θα λέγαμε δε ότι σε αρκετές των περιπτώσεων υποστηρίζεται ότι ακόμη και αυτό το πλαίσιο λειτουργίας (καταστατικό) της ΕΚΤ είναι αρκετό να λειτουργήσει με την υπάρχουσα ‘εργαλειοθήκη’ καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 21 της Συνθήκης (Protocol on the Statute of the European System of the Central Banks and the European Central Bank) απαγορεύεται ρητά η απ’ ευθείας ‘αγορά χρέους’ μέσω της ΕΚΤ από τις εθνικές κυβερνήσεις γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε και χρηματοδότηση (με έκδοση νομίσματος) των ελλειμματικών κρατικών προϋπολογισμών.
Ωστόσο, σύμφωνα με το αντίστοιχο άρθρο 18, η ΕΚΤ επιτρέπεται να πουλά και να αγοράζει ‘ εμπορεύσιμα χρηματοοικονομικά εργαλεία’ (marketable instruments)[xiii] αφού εκ προοιμίου τα κρατικά ομόλογα εμπίπτουν στην κατηγορία των ‘εργαλείων’ αυτών μέσω της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων. Επίσης, υποστηρίζεται εν μέρει ότι η εισαγωγή των ευρωομολόγων θα είχε προφανείς νομικές και πολιτικές εμπλοκές καθόσον σύμφωνα με το Άρθρο 125 της Συνθήκης της Λισαβώνας ορίζεται ρητά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της δεν είναι υπόχρεοι απέναντι σε δεσμεύσεις άλλων μελών όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι τα ευρωομόλογα πιθανά αντικρούουν στο συγκεκριμένο άρθρο.
Οι υποστηρικτές αυτού του επιχειρήματος θεωρούν ότι η διάκριση μεταξύ των όρων ‘χρηματοοικονομικά εργαλεία χρέους’ (credit instruments) και ‘διαπραγματεύσιμα χρηματοοικονομικά εργαλεία’ (marketable instruments) είναι απόλυτα βάσιμη. Και αυτό γιατί η ΕΚΤ δεν παρέχει απ’ ευθείας στα επιμέρους κράτη την σχετική χρηματοδότηση αλλά αντ’ αυτού παρέχει ρευστότητα στους κατόχους των κρατικών ομολόγων δηλ. στα τραπεζικά ιδρύματα. Κατά συνέπεια, ως λογική εξέλιξη τίθεται πλέον ανοικτά το θέμα της ‘περαιτέρω’ πολιτικής ενοποίησης των χωρών της ζώνης του Ευρώ προκειμένου αποφευχθούν μελλοντικές οικονομικές κρίσεις παρά τα βήματα που έχουν γίνει με τον έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών από το Συμβούλιο της Ευρώπης (διαδικασίες κατάρτισης των π/υ και σχετικές μακροοικονομικές πολιτικές).
Δεν θα μπορούσε να είναι πιο έκδηλη η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο τάσεων που επικρατούν στην Ευρωζώνη όταν στις αρχές Σεπτεμβρίου 2016, ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Wolfgang Schaueble, απέρριψε δεικτικά παραίνεση-παρέμβαση του Mario Draghi, επικεφαλής της ΕΚΤ, προκειμένου η Γερμανία χρησιμοποιήσει μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να μειώσει το εξαγωγικό της πλεόνασμα[xiv]. Μια κατεξοχήν πολιτική παρέμβαση της ΕΚΤ στο εσωτερικό μιας χώρας της Ευρωζώνης, και μάλιστα της Γερμανίας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια ο Mario Draghi να αντιμετωπίσει επί της ουσίας την ίδια την στρεβλή αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης η οποία μετά την κρίση του 2012 επανεμφανίζεται πλέον δριμύτερη τουλάχιστον ως παρενέργεια στον ‘τεχνικό’ έλεγχο και στην επιτήρηση των διακρατικών ροών του ευρώ μέσω του μηχανισμού TARGET2.

Μηχανισμός TARGET2: ‘Η Πέτρα του Σκανδάλου’;
               Ο μηχανισμός TARGET2, (i.eTransEuropean AutomatedRealTime Gross Settlement Express Transfer System), είναι ένα σύστημα συμψηφισμού (clearing system) μέσω του οποίου οι εμπορικές τράπεζες της Ευρώπης διεξάγουν των σύνολο των πληρωμών τους σε ευρώ μέσω των εθνικών Κεντρικών Τραπεζών (NCBs) και της ΕΚΤ. Η διακίνηση χρηματικών κεφαλαιακών ροών αρχικά μπορούσε να αντισταθμιστεί (σε περίπτωση ελλειμματικών ισοζυγίων) είτε με αγορά κρατικών ομολόγων της χώρας με το έλλειμα στο ισοζύγιο πληρωμών είτε με διατραπεζικό δανεισμό. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι λόγω της απόσυρσης της εμπιστοσύνης των τραπεζικών ιδρυμάτων μεταξύ τους λόγω της διαρκούς επιδεινούμενης κρίσης, ο δανεισμός στην διατραπεζική επι της ουσίας έπαψε να υφίσταται.
Ας υποθέσουμε ότι μια εισαγωγική εταιρεία στην Ελλάδα αποπληρώνει μια αντίστοιχη γερμανική κατασκευαστική εταιρεία αποστέλλοντας μέσω wire transfer την αξία της παραγγελίας σε μια γερμανική τράπεζα αυξάνοντας έτσι την καταθετική της βάση. Η απαίτηση στο σύστημα Target δημιουργείται γιατί η ελληνική εμπορική τράπεζα μειώνει τις συνολικές της καταθέσεις και ζητά την αναπλήρωση του αντίστοιχου ποσού μέσω της ΕΚΤ και συγκεκριμένα μέσω του προγράμματος ELA (Emergency Liquidity Assistance). Η ΕΚΤ προκειμένου αναπληρώσει την χρηματική κυκλοφορία της ελληνικής τράπεζας ανοίγει μια γραμμή πίστωσης με το ποσό το οποίο κατατέθηκε στην αντίστοιχη γερμανική.
Έτσι στην ΕΚΤ αυξάνεται ισόποσα ο ισολογισμός της τόσο προς το σκέλος των απαιτήσεων (προς την ελληνική τράπεζα) όσο και των υποχρεώσεων (προς την γερμανική). Τα προβλήματα ξεκινούν όταν το κράτος ‘χρεώστης’ είτε χρεοκοπήσει είτε επιστρέψει οικειοθελώς στο εθνικό του νόμισμα, οπότε γίνεται αντιληπτό ότι μια επιστροφή ενός κράτους στο εθνικό του νόμισμα δεν αποτελεί πρόκληση μόνο για το ίδιο αλλά μείζονος σημασίας πολιτικό και οικονομικό θέμα και για τις υπόλοιπες χώρες της ΟΝΕ και ειδικότερα για τους ‘καθαρούς εξαγωγείς’ (κατά κύριο λόγο η Γερμανία).
target2_diagram
           Οπότε, ο μόνος τρόπος η υποχρέωση  μιας χώρας Α (π.χ. Ελλάδα) απέναντι σε μια χώρα Β (π.χ. Γερμανία) για μια εισαγωγή προϊόντος από την χώρα Β στην χώρα Α διευθετείται μεταξύ των Κ. Τραπεζών των δύο χωρών και της ΕΚΤ και επι της ουσίας με το να εμφανίζεται μια χώρα (Β) να έχει απαίτηση απέναντι στην (Α) η οποία με την σειρά της να έχει ισόποση υποχρέωση. Είναι αντιληπτό λοιπόν όχι μόνο ποια είναι η κατάσταση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (current account balance) μεταξύ του ευρωπαϊκού Νότου ως ‘καθαρός εισαγωγέας’ και του αντίστοιχου ευρωπαϊκού Βορρά ως ‘καθαρός εξαγωγέας’ αλλά και η διαμορφούμενη κατάσταση στο ισοζύγιο διευθετήσεων  TARGET2 στο οποίο για παράδειγμα η Γερμανία έχει αξιώσεις απέναντι στο Ευρωσύστημα, δηλ. την ΕΚΤ, άνω των 600 δις ευρώ ενώ οι Κ. Τράπεζες της Ισπανίας και της Ιταλίας σωρευτικά είναι ‘χρεώστες’ απέναντι στην ΕΚΤ για ένα ανάλογο ποσό.
 
target2_balances
 Πηγή: www.gefira.org [xv]
              Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, όπως αυτή της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements – BIS) την Κεντρική Τράπεζα των Κεντρικών Τραπεζών, η σημαντική αύξηση του ισοζυγίου πληρωμών TARGET2 της Γερμανίας (για το 2012) οφείλεται κύρια στην αναδιάρθρωση των ισολογισμών των διεθνών τραπεζικών ιδρυμάτων. Με έμφαση στις αγγλικές τράπεζες, γίνεται χρήση από εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου  (hedging) προκειμένου αντιμετωπίσουν ένα επικείμενο νομισματικό ρίσκο στο ενδεχόμενο εξόδου χωρών από το κοινό νόμισμα, επιστροφή στα εθνικά τους νομίσματα και περαιτέρω αποδόμηση της ευρωζώνης[xvi].
Κατ’ άλλους, η μείζονος σημασία ‘ανισορροπία’ αυτή οφείλεται όχι στο έλλειμα του εμπορικού ισοζυγίου (balance of trade account) αλλά καθαρά στην ‘φυγή’ του κεφαλαίου (capital flight) [xvii] από την νότια Ευρώπη στις χώρες του Βορρά ή του ‘πυρήνα’ της Ευρωζώνης ως μια αντίδραση ή αντιστάθμιση του κινδύνου της κατάρρευσης τόσο τραπεζικών ιδρυμάτων όσο και των χωρών των PIIGS το οποίο με άλλα λόγια αποτελεί την απόσυρση της ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ των πολιτών ως προς το πολιτικό και οικονομικές εξελίξεις στις χώρες τους.
. 
Η Λανθασμένη Σύλληψη και Εκτέλεση του Ενιαίου Νομίσματος
Θα μπορούσε ωστόσο η κρίση της Ευρωζώνης να συναποτελεί μέρος της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης που εκδηλώθηκε καταρχήν στις ΗΠΑ το 2007-08 αλλά στην συνέχεια – με ένα σύντομο διάλειμμα μεταξύ του 2010-2013 – κατέδειξε μια πρωτοφανή επιβράδυνση συρρίκνωσης του παγκόσμιου προϊόντος στα όρια του στασιμοπληθωρισμού και μια υπερχρέωση των κυβερνήσεων των ‘ανεπτυγμένων’ οικονομικά κρατών; Ο χρηματιστής, επενδυτής και συγγραφέας Martin Armstrongυποστηρίζει ότι η κρίση της ΟΝΕ οφείλεται τόσο στις αδυναμίες ή και αντιφάσεις στον δομικό σχεδιασμό του κοινού νομίσματος όσο και σε κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους χαρακτηριστικές των χωρών της Ευρώπης (ακολουθούν τα βασικά της επιχειρηματολογίας του).
Η λανθασμένη αρχιτεκτονική του ευρώ οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι το γεγονός ότι απέτυχαν οι κυρίαρχες πολιτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις να συγκεντρώσουν τα επι μέρους εθνικά χρέη σε ένα ενιαίο και κοινό ευρωπαϊκό χρέος και ο δεύτερος λόγος ο οποίος προκύπτει εξ αντανακλάσεως από τον πρώτο είναι, η χρησιμοποίηση των εθνικών χρεών εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων υπό την μορφή των αντίστοιχων κρατικών ομολόγων ως αποθεματικά  ή reserves (απαιτούμενα ρευστά διαθέσιμα φυλασσόμενα στην εκάστοτε εθνική Κεντρική Τράπεζα). Δηλαδή, η ΕΚΤ θεωρεί τα κρατικά ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης σαν ‘reserves’  ή ‘υποσχετικές’ (IOUs) από την ΕΚΤ προς τις (εθνικές) εμπορικές τράπεζες πράγμα που σημαίνει ‘αποθεματικά’ ή ‘απαιτούμενα ρευστά διαθέσιμα’ (υψηλής-άμεσης ρευστότητας στοιχείων ενεργητικού).
Εν ολίγοις, ο Martin Armstrong προτείνει όσον αφορά την συγκέντρωση όλων των επί μέρους κρατικών χρεών σε ένα ενιαίο ομοσπονδιακό χρέος,  το χρηματοοικονομικό πρόγραμμα κατά τα πρότυπα αυτού που εφάρμοσε ο Alexander Hamilton στις ΗΠΑ το 1790. Ο ‘φεντεραλιστής’ Hamilton, όταν οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να σχηματισθούν σε ένα ενιαίο και ενωμένο κράτος, συγκέντρωσε όλα τα χρέη των επι μέρους πολιτειών που είχαν δημιουργηθεί από τους πολέμους σε ένα εθνικό χρέος το οποίο σχεδίασε να  το χρηματοδοτήσει μέσω της δημιουργίας της First Bank of the UnitedStates το 1791[xviii].
Σε ένα άλλο επίπεδο ανάλυσης λιγότερο ‘τεχνικό’ αλλά περαιτέρω πολιτικό, η αποτυχία του ευρώ οφείλεται στην εν μέρει υλοποίηση της ‘ολοκλήρωσης’ εντός της Ε.Ε των κρατών-μελών ως απότοκος κύρια της ανισότητας της ευρωστίας της οικονομίας αλλά και του επιπέδου ευημερίας που προέκυψε στην γηραιά ήπειρο με τα κράτη που προέκυψαν μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Έτσι λοιπόν, η Euroland αποτελείται από κράτη που ανήκουν στη συνθήκη Schengen αλλά όχι στην Ευρωζώνη, άλλα που δεν ανήκουν στο ενιαίο νόμισμα και άλλα που έχουν και τις τρείς ιδιότητες. Επίσης, το γεωγραφικό στοιχείο καθορίζει έμμεσα αλλά επί της ουσίας οικονομικά, την ανισότητα του βιοτικού επιπέδου τόσο μεταξύ Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης σε σχέση με την Δυτική Ευρώπη όσο και μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου.
Κάθε προσπάθεια ομοσπονδοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου ήταν εξ υπαρχής προορισμένη να αποτύχει υπό το πρίσμα του ενιαίου νομίσματος όσο αυτό από μόνο του δεν ήταν αρκετό να καταπολεμήσει την οικονομική ανισότητα – αντιθέτως ενίσχυσε τον ‘εσωτερικό’ νομισματικό ανταγωνισμό αφού το δημόσιο χρέος κάθε χώρας ως ‘εικονικό’ νόμισμα της υπόκειται στους νόμους της κερδοσκοπίας των χρηματαγορών χωρίς όμως να δύναται η χώρα αυτή να προστατεύσει την οικονομία της με νομισματικά και δημοσιονομικά εργαλεία – οδηγώντας εδώ και χρόνια την Ευρώπη στην παγίδα του αποπληθωρισμού.  Και ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της μακροχρόνιας αυτής κρίσης που εφαρμόζουν οι Βρυξέλλες είναι μέσω της λογικής της αύξησης των άμεσων και έμμεσων φόρων αν και η Ευρώπη γνωρίζει και τα δύο (αντίθετα) πρόσωπα της ιστορίας μέσω της Γερμανίας πρώτα μετά τον Α’ Π.Π και στην συνέχεια μετά τον Β’ Π.Π και την London Debt Agreement.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ‘ευρωπαϊκή ολοκλήρωση’ δείχνει σαν να μοιάζει αναπόφευκτη. Οι θιασώτες της πολιτικής ενοποίησης θεωρούν ότι κάθε προσπάθεια νομισματικής ή δημοσιονομικής μακροπολιτικής επιβεβλημένη από τις Βρυξέλλες δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την πολιτική ενοποίηση των ευρωπαϊκών λαών και μοιάζει ή έχει οδηγηθεί να μοιάζει σαν την αναπόδραστη κατάληξη προκειμένου αυτοί να σωθούν. Αυτό ίσως που μένει να συμβεί είναι το πως θα γίνει η μεταβίβαση των εξουσιών στις Βρυξέλλες κάτω από την μύτη των ευρωπαίων πολιτών με τον πιο ανώδυνο και βελούδινο τρόπο όπως αυτός άλλωστε σχεδιαζόταν ήδη από την 10ετία του 1960 σε κάποια άλλα ‘κέντρα αποφάσεων’ ερήμην όμως της Ευρώπης που προσδιόριζε ο Charles De Gaulles.

‘Ενωμένη Ευρώπη’: Το Πολιτικό Portmanteux των ΗΠΑ και Ισορροπίες Ισχύος
Η ιδέα ότι τέτοια μεταβίβαση εξουσιών που υπονοεί μια νομισματική ένωση δεν θα ήταν εύκολο χωρίς την ύπαρξη μιας πολιτικής ένωσης ήταν ευρέως γνωστό από την εποχή του Γερμανού Καγκελάριου Helmut Kohl ο οποίος το 1991 είχε είπε ότι “η πρόσφατη ιστορία, και όχι μόνο της Γερμανίας, μας διδάσκει ότι η ιδέα της διατήρησης μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης σε βάθος χρόνου και χωρίς την πολιτική ενοποίηση είναι μια πλάνη.”[xix]
Όπως υποστηρίζεται από τους σύγχρονους εκπροσώπους της σημερινής ‘Αυστριακής Σχολής’ οικονομικής σκέψης[xx], δεν θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι η Ε.Ε ήταν εξ’ υπαρχής ένα δημιούργημα της μεταπολεμικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.  Προτεραιότητα αποτέλεσε η διασφάλιση ότι θα υπήρχε μια ανάσχεση απέναντι στον Σοβιετικό κομμουνισμό και σύμφωνα με αυτό το στρατηγικό στόχο, τρία στοιχεία καθιερώθηκαν ως προς την πολιτική απέναντι στην Ευρώπη. Πρώτα, υπήρχε το σχέδιο Marshall, το οποίο παρείχε την απαιτούμενη χρηματοδότηση από το 1948 για την ανοικοδόμηση των ευρωπαϊκών υποδομών. Ακολούθησε η εγκατάσταση του ΝΑΤΟ το 1949, το οποίο διασφάλισε την μόνιμη στάθμευση αμερικανικών και βρετανικών στρατευμάτων στις στρατιωτικές βάσεις στην Γερμανία. Και τέλος, ένας οργανισμός στηριζόμενος από την CIA, η Αμερικανική Επιτροπή για την Ενωμένη Ευρώπη η οποία ιδρύθηκε για να προωθήσει μυστικά την ευρωπαϊκή πολιτική ένωση.
Οι ιδρυτές της θέλησαν να διατηρήσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά τους κάνοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να μοιάζει σαν ένα ‘πολιτικό πορτμαντώ’, δηλαδή ένα συναρμολογημένο έπιπλο όπου το κάθε κομμάτι του διατηρεί τα αρχικά του χαρακτηριστικά. Μετά από 65 χρόνια , ένας Γάλλος παραμένει ένας ένθερμος εθνικιστής Γάλλος, ο Γερμανός παραμένει χαρακτηριστικά Γερμανός και ο Ιταλός παραμένει απολαυστικά Ιταλός το δε Βέλγιο συχνά αναφέρεται σαν ένα μη-κράτος και είναι ακόμη διχασμένο μεταξύ Βαλόνων και ΦλαμανδώνΣαν οργανισμός, η Ε.Ε στερείται εθνικής ταυτότητας και εκ τούτου πολιτικής συνοχής.
Αυτά που ισχυρίζεται η ‘Αυστριακή Σχολή’ για την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχεται να τεκμηριώσει έτι περαιτέρω ο καθηγητής της έδρας ‘International Security’ στο Πανεπιστήμιο του Warwick,  Richard JAldrich, στηριζόμενος στην ανάλυση και αξιολόγηση ιστορικών εγγράφων και ντοκουμέντων ο οποίος καταλήγει συμπερασματικά ότι η Ε.Ε ήταν κατά κύριο λόγο ένα αμερικανικό ‘project[xxi]:
          ‘Η αμερικανική ηγεσία στην προσπάθεια της να αποκαταστήσει και να σταθεροποιήσει την μεταπολεμική Ευρώπη, εργάσθηκε προς την κατεύθυνση της σύντομης ενοποίησης οδηγούμενη ίσως ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Η ενθάρρυνση και υποστήριξη μιας ευρωπαϊκής ενοποίησης ένα από τα ποιο συνεπή συστατικά της εξωτερικής πολιτικής του Harry  Truman, ήταν ακόμη πιο έντονη από τον διάδοχο του στο προεδρικό αξίωμα Στρατηγό Dwight Eisenhower. Επιπλέον, επί της προεδρίας και των δύο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική θεώρησε μια τέτοια ενοποίηση όχι μόνο μια σημαντική κατάληξη αλλά επίσης και ένας τρόπος να επιλυθεί το Γερμανικό Πρόβλημα’.
‘… Μία από τις πιο σημαντικές συγκεκαλυμένες επιχειρήσεις των ΗΠΑ ήταν η χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Κινήματος. Το Ευρωπαϊκό Κίνημα ήταν ένας οργανισμός ‘ομπρέλα’ που καθοδηγούσε ένα σύνολο υψηλού κύρους, εάν όχι απεγνωσμένους οργανισμούς, παροτρύνοντας την όσο το δυνατόν σύντομη ενοποίηση στην Ευρώπη, στοχεύοντας κύρια με τις προσπάθειες τους στο Council ofEurope στο οποίο προέδρευσαν κατά σειρά ο Winston Churchill, ο PaulHenri Spaak, ο Konrad Adenauer, ο Leon Blum και ο Alcide deGasperi.
Στα πλαίσια του ‘ευρωπαϊκού project’,  εντάσσεται και αυτό της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης χωρίς όμως αυτό να στοχεύει σε μια ‘κοινοπραξία πλουτοπαραγωγικών πόρων’ αλλά μάλλον στην δημιουργία μιας μεγάλης αγοράς (της ευρωπαϊκής) η οποία θα συνδέονταν με την αμερικανο-αγγλική κυριαρχία αφαιρώντας την δυνατότητα οποιασδήποτε επιρροής της Μόσχας στην γηραιά ήπειρο. Η δημοσιοποίηση ενός κειμένου από το 1965 καταδεικνύει πως ο τότε αντιπρόεδρος της ΕΟΚ, RobertMarjolin, συζητούσε χωρίς καμμιά θεσμική αρμοδιότητα (μακριά από την προσοχή ακόμη και του συμπατριώτη του Στρατηγού Charles De Gaulles) με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, τους τρόπους με τους οποίους επί της ουσίας θα εξαπατούσαν τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς (εδώ[xxii] και εδώ[xxiii]).
Συγκεκριμένα, σε ένα ιδιαίτερης σημασίας άρθρο του δημοσιογράφου Ambrose Evans-Pritchard, στην ευρείας κυκλοφορίας αγγλική εφημερίδα Daily Telegraph, στις 19 Σεπτεμβρίου 2000[xxiv] και στηριζόμενος στην ανάλυση των αρχείων του US State Department για την 10ετία του 1950 και 1960 αποκαλύπτεται ότι οι αμερικανικές αρχές υποστήριξαν όχι μόνο το ‘ευρωπαϊκό project’ αλλά ενεργοποίησαν επίσης κατά την 10ετία του 1960 και μεθοδεύσεις για μια ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.
Στο εν λόγω μέχρι πρότινος απόρρητο ντοκουμέντο, το οποίο τιτλοφορείται ως Memorandum of Conversation του State Department με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1965,  συμβουλεύει τον Robert Marjolin να επιδιώξει την νομισματική ένωση με τρόπο διακριτικό, εάν όχι συγκεκαλυμένο. Και αυτό συνίσταται σύμφωνα με το μνημόνιο στο ότι ο ίδιος ο τότε αντιπρόεδρος της ΕΟΚ συμφώνησε με την αμερικανική κυβέρνηση όπως, η όποια προώθηση του κοινού νομίσματος να μην γίνεται με δημόσιες δηλώσεις προκειμένου να μην δημιουργήσουν ‘αντιστάσεις’ και αυτό η τακτική να ακολουθηθεί μέχρι του σημείου που ‘στο τέλος η υιοθέτηση τέτοιων προτάσεων θα γίνονταν κυριολεκτικά αναπόφευκτη’.  Το γεγονός άλλωστε ότι ο κατά πολλούς ‘πατέρας’ του ευρώ, o ακαδημαϊκός Robert Mundell, είναι καναδικής καταγωγής και ουδόλως ευρωπαϊκής ενισχύει μάλλον την επιχειρηματολογία περί αμερικανικής μεθοδεύσεως παρά την κατευνάζει.
Με αφορμή την κρίση χρέους της Ελλάδας, τα αμερικανικά κυρίαρχα ΜΜΕ έχουν κατ’ επανάληψη θέσει δύο προβληματισμούς: Ο πρώτος αφορά την επικρατούσα εκτίμηση ότι επίλυση των προβλημάτων της Ευρωζώνης δεν μπορεί να δοθεί χωρίς την εξεύρεση πολιτικής λύσης (εδώ[xxv], εδώ[xxvi] και εδώ[xxvii]) με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τα αμερικανικά συμφέροντα και θέτοντας στους Ευρωπαίους ηγέτες ‘τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων’ και κυρίως την γερμανική ηγεσία σχετικά με το μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής ένωσης. Και ο δεύτερος, την εκτίμηση της κατάστασης που θα πρέπει να λάβει η πολιτική εξουσία στην Washington για τα πιθανά προβλήματα ασφάλειας και τις στρατηγικές ισορροπίες των ΗΠΑ στην Ευρώπη που θα μπορούσε να παρέλκει ένα Grexit. Το επίπεδο ανάλυσης ξεπερνά αυτό της τεχνοκρατικής ανάλυσης των χρηματοοικονομικών προβλημάτων και θεωρεί ότι μια έξοδος της Ελλάδας από την ζώνη του Ευρώ είναι πιθανόν να την φέρει πιο κοντά στην Ρωσία όπερ σημαίνει εμπλοκή σε θέματα ασφάλειας για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ.
Είναι κοινότυπο να επισημανθεί ότι για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και στο Αρχιπέλαγος είναι ιδιαίτερα σημαντική όσο θεωρεί ακόμη την Ρωσία ανταγωνιστή της ισορροπίας ισχύος των ΗΠΑ τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ευρασία διαιωνίζοντας ή με τον ένα ή το άλλο τρόπο τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές θεωρήσεις των Halford Mackinder (‘Heartland)John Spykman (‘Rimland’) και Alfred Mahan (‘navalism’). Υπ’ αυτό το πρίσμα, στενότερες σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας αυξάνουν τις πιθανότητες η Μόσχα να διευρύνει την στρατιωτική της επιρροή όχι μόνο στην Κριμαία και στην Μαύρη Θάλασσα αλλά να αποκτήσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα στην Μεσόγειο[xxviii].
Ωστόσο, εάν θεωρήσουμε ότι οι γεωπολιτικές αξιώσεις των ΗΠΑ στην Γηραιά Ήπειρο από την 10ετία του 1950 είναι περίπου δεδομένες έως κοινότυπες, αυτό που ίσως δεν συνειδητοποιούμε εύκολα είναι ότι πλέον οι ΗΠΑ – και ειδικότερα μετά την εκλογή των νέου Προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump –  είναι λιγότερο γεωπολιτικά ανήσυχες για το μέλλον της Ευρώπης απ’ ότι οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι. Και αυτό γιατί όχι μόνο ο αμερικανικός ‘αναθεωρητισμός’ φαίνεται ότι θα αντικαταστήσει σε προτεραιότητες τον ρωσικό ‘παράγοντα’ με τον κινεζικό αλλά και γιατί το ΄γερμανικό πρόβλημα’δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποτελεσματικά παρά μόνο με ένα πλήγμα στην γερμανοκρατούμενη Ευρώπη. Πολύ σύντομα, θα κριθεί εάν ισχύει η ρήση-διαπίστωση του  Πολωνοεβραίου ακαδημαϊκού και εκδότη, Joseph Joffe, ότι ‘οι Αμερικανοί με την παρουσία τους στην Ευρώπη σώζουν την ίδια την Ευρώπη από τον εαυτό της’[xxix].
Η σταθερότητα ή η διάλυση της Ευρωζώνης διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί μια επιτυχημένη ή αποτυχημένη λογιστική- οικονομική αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Η ανάδειξη της Ευρωζώνης ως το σημαντικότερο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από το 1957 και ένα από τα σημαντικότερα ‘projects’ διεθνών σχέσεων στην σύγχρονη ιστορία και διπλωματία αναπόδραστα εμπλέκει και την πολιτική παράμετρο. Ο Kenneth Dyson στο έργο του The Politicsof the EurozoneStability or Breakdown?’ αναφέρει ότι η σταθερότητα στην Ευρωζώνη είναι μια εξίσωση με τρεις παραμέτρους.
Οι παράμετροι αυτοί είναι, η πολιτική κουλτούρα που επιδεικνύουν τα κράτη-μέλη, η ποιότητα των ‘εργαλείων’ αντιμετώπισης των θεμάτων ‘ρευστότητας’ (liquidity) και ‘παγίδας χρέους’ (debt trap) και τέλος η ταχύτητα και αποτελεσματικότητα των μηχανισμών αξιολόγησης και αναπροσαρμογής της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Η πολιτική παράμετρος στην αντιμετώπιση της διευρυμένης οικονομικής κρίσης των χωρών του ενιαίου νομίσματος παραπέμπει στη σημασία των πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό της Γερμανίας και οι επιπτώσεις που αυτές θα έχουν στην γερμανική οικονομική ηγεμονία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρος στην κορωνίδα των διαπιστώσεων-προτάσεων του για την επιβίωση της Ευρωζώνης ότι θα πρέπει η λειτουργία της να καθορισθεί μέσα σε μια κανονιστική πολιτική συναίνεση (political consensus) η οποία θα παρέχει ισχυρό ηθικό έρεισμα για συμμόρφωση με τις συλλογικές οδηγίες και αποφάσεις.

Αντί Υστερολογίας: Το Πολιτικό Σημαινόμενο
               Το νόμισμα αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό της ‘πολιτείας’, σύμφωνα με την Αριστοτέλεια θεώρηση[xxx] την οποία χρησιμοποιούμε ως αναλυτικό εργαλείο βασικής οικονομικής σκέψης σύμφωνα με την οποία ‘η πολιτική υπάρχει ένεκα της οικονομίας’ και ως θέσφατο το οποίο δεν έχει ακόμη αμφισβητηθεί εάν αναλογισθούμε τα τελευταία 2500 χρόνια ιστορίας των εθνών.
Επομένως, το σημαίνον και σημαινόμενον στην περίπτωση μας δεν είναι άλλο από το δίπολο νόμισμα-πολιτεία ή με όρους τρέχοντες, νόμισμα και πολιτειακή υπόσταση ενός πλήθους ανθρώπων-λαού υπό την σύγχρονη δικαιική μορφή του εθνοκράτους έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε διαχρονικά από την Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 και εντεύθεν. Εφόσον, το νόμισμα:
α) επινοήθηκε ως μέσον (medium of exchange) για ένα και μοναδικό σκοπό που δεν είναι άλλος από την μετατροπή των αντικειμένων μιας συναλλαγής σε συγκρίσιμα μεγέθη, και
β) δεν ενυπάρχει ως φυσικό αίτιο των συναλλακτικών σχέσεων των ατόμων,
τότε, ο μη φυσικός καθορισμός του, δηλαδή μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης με συμβατικό τρόπο άρα ‘κατά συνθήκην’ παρέμβαση, δηλώνει ρητά και αποκλειστικά την έκφραση της πολιτειακής υπόστασης μιας κοινωνίας ανθρώπων ως αυτόβουλη πράξη πολιτικής κυριαρχίας υπό την μορφή κανονιστικού δικαίου και άρα ενός νομικού πλαισίου, μιας μονομερούς νομικής απόφασης με την οποία καθορίζεται το κατά συνθήκη μέτρο του νομίσματος.
Έτσι λοιπόν, το νόμισμα, το ανταλλάξιμο μέσο της ζήτησης (‘υπάλλαγμα της χρείας’) και ως υποκατάστατο αυτής, καθορίζεται όχι από φυσική αλλά από ‘κατά συνθήκην’ ανθρώπινη παρέμβαση δηλαδή ως προϊόν μιας συμβατικά-νομικά κατοχυρωμένης συμφωνίας που καθορίζει και διέπει τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις της ‘πόλεως’ δηλαδή των πολιτών τόσο μεταξύ τους όσο και με την πολιτεία. Συλλαμβάνοντας κατά μοναδικό τρόπο την σημασία και τις ιδιότητες του νομίσματος, ο μεγάλος Σταγειρίτης θεμελιώνει την αποκλειστική πράξη άσκησης κυριαρχίας της ‘πόλεως’ αποδίδοντας της το δικαίωμα με μονομερή της απόφαση να μεταβάλλει την ανταλλακτική αξία του νομίσματος ή να παύσει την κυκλοφορία του και να εισάγει στην θέση του ένα διαφορετικό νόμισμα ακυρώνοντας και ουσιαστικά καταστρέφοντας το ήδη υπάρχον σε κυκλοφορία.
Αυτό όμως που απαράμιλλα υπαινίσσεται, αλλά ίσως χρειάζεται τα νεότερα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης για να γίνει σε μας πιο κατανοητό, είναι ότι το κατάλληλο στοιχείο για την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας της ‘πόλεως’ είναι η κατά το δυνατόν σταθερότητα της αγοραστικής αξίας του νομίσματος. Εμείς θα προσθέταμε όχι σταθερότητα υπό της έννοια ότι το νόμισμα δεν αποτελεί μέσο ενσωμάτωσης μιας υλικής αξίας (store of value) αλλά απλά ένα μέσο συναλλαγής (medium of exchange) το οποίο αντιπροσωπεύει μια και μοναδική άυλη αξία η οποία δεν είναι άλλη από την ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ των πολιτών. Και η εμπιστοσύνη των πολιτών εκφράζεται ως τέτοια απέναντι στην ‘εξουσία’ δηλαδή την έννομη κρατική υπόσταση που έχει επιλεγεί εξ ανάγκης να στηρίξει ο λαός ως ο πολιτειακός εντεταλμένος και να το στηρίξει με την εμπιστοσύνη του  είτε αυτό έχει την απολυταρχική είτε την δημοκρατική έκφανση εξουσίας εξ’ ονόματος της επιβίωσης του συλλογικού όντος, του έθνους. Όταν η εμπιστοσύνη διατηρείται, η ‘κοινωνία’ θα είναι πάντοτε πιθανή εφόσον η συναλλακτική δραστηριότητα θα συνέχει και θα εξασφαλίζει την ισότητα και αναλογικότητα των συναλλαγών ανάμεσα στους πολίτες.   
Πώς θα μπορούσε ένα νόμισμα όπως το ευρώ να επιζήσει ως κοινό νόμισμα της Ευρώπης την στιγμή που επί της ουσίας κυκλοφορούν ταυτόχρονα δέκα εννέα (19) ‘εικονικά νομίσματα’ (virtualcurrencies) αποτιμημένα σε ευρώ καθόσον διαπραγματεύονται ελεύθερα στις χρηματαγορές μέσω της αγοραπωλησίας κρατικών ομολόγων, δηλαδή δημόσιου χρέους , το οποίο αποτιμάται άρα και αποδίδει διαφορετικά ως προς κάθε ένα κράτος-μέλος της ευρωζώνης από τους ομολογιούχους επενδυτές, κερδοσκόπους, κλπ.;  Ποια σταθερότητα εξασφαλίζεται εντός της ζώνης του ευρώ όταν τα γερμανικά κρατικά χρεόγραφα αποτιμώνται με μηδενικά επιτόκια , αν όχι αρνητικά, σε αντιδιαστολή με τα αντίστοιχα ελληνικά τα οποία στην πράξη δεν διαπραγματεύονται στις αγορές λόγω του απαγορευτικού για το ελληνικό δημόσιο – λόγω του εξαιρετικά υψηλού χρηματοοικονομικού κινδύνου που εκτιμούν ότι αναλαμβάνουν οι ‘αγορές’ σε μια τέτοια περίπτωση – επιτοκίου δανεισμού;
Και περαιτέρω. Η απώλεια ή απόσυρση της ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ για ορισμένα κράτη εντός της Ευρωζώνης πως θα μπορούσε να αποκατασταθεί (και αυτό το βλέπουμε στην φυγή του κεφαλαίου-capital flight από τις χώρες υψηλού χρηματοοικονομικού ρίσκου προς αυτές αντίστοιχου χαμηλού) χωρίς την ‘ομογενοποίηση’ των οικονομιών των επι μέρους κρατών; Γιατί πως αλλιώς θα μπορούσε να διασφαλισθεί η ισότητα και αναλογικότητα των συναλλαγών ανάμεσα σε πολίτες που αναλαμβάνουν διαφορετικό επίπεδο κινδύνου-ρίσκου και σε αναλογία με την χώρα που κατοικούν; Αυτό όμως δεν θα σήμαινε αναπόφευκτα και μια πολιτική-πολιτειακή συνένωση ούτως ώστε αυτή να μην παραμείνει μια ατελής ‘πολιτική κοινωνία’ πολλών διαφορετικών ταχυτήτων που το μόνο που θα διατηρούσε θα ήταν οι φυγόκεντρες τάσεις λόγω των κοινωνικών ανισοτήτων;
Και εδώ φτάνουμε στο απόλυτο ζητούμενο για να απαντήσουμε στο δίλημμα εάν θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ‘άριστη’ ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Έστω ότι θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε τα κρατικά χρέη των όλων των κρατών-μελών της ευρωζώνης σε ένα κοινό χρέος της ευρωζώνης, δηλαδή σε ένα ευρωομόλογο (Eurobond), και τα κράτη-μέλη θα είχαν την δυνατότητα να λειτουργούν με το ευρώ σε τοπικό επίπεδο και εσωτερικό χρέος το οποίο θα εξυπηρετούσαν με δανεισμό από την δευτερογενής αγορά προκειμένου να υλοποιήσουν το κάθε ένα τον εθνικό τους προϋπολογισμό, εν ολίγοις κατά τα πρότυπα λειτουργίας των Πολιτειών των ΗΠΑ.
Απλουστευτικά και για την οικονομία της ανάλυσης θα υποστηρίζαμε ότι, οι αρχές του πολιτικού ρεαλισμού επιτάσσουν ότι θα πρέπει να υπάρξει ένας περιφερειακός ηγεμόνας-κράτος στην Ευρώπη να το επιβάλλει μέσω της ισχύος του -με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει – σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Στη περίπτωση μας, αυτό θα είχε ως απότοκο ένα ενιαίο και κοινό νόμισμα σε όλες τις επιμέρους εκφάνσεις ‘ολοκλήρωσης’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (χώρες της Ε.Ε εντός-εκτός Schengen, εντός-εκτός ΟΝΕ, κλπ.) άρα και ένα ενιαίο κανονιστικό νομικό πλαίσιο άρα μοιραία και αναπόδραστα μια ενιαία ‘πολιτική κοινωνία’ που θα το επέβαλε αυτό, καταργώντας εκ των πραγμάτων την έννοια των ‘κυρίαρχων κρατών’ (sovereign states) εξ ων συνετέθει η ίδια η Ε.Ε. Θα μπορούσε να υλοποιηθεί αυτή η περίφημη ‘ευρωπαϊκή ολοκλήρωση’, δηλαδή η πολιτική και πολιτειακή ‘αυθόρμητη’ ή ‘βίαιη’ συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών, κάτω από μια ‘σημαία’ αποτελώντας έτσι μια de facto  ενιαία και αδιαίρετη πολιτειακή οντότητα (statehood) υπό την μορφή π.χ. των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης;
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική για δύο θεμελιώδεις λόγους και αφορά γενικότερα την  κοσμοθεωρητική ετερότητα των κρατών ή κρατοκεντρικών λαοτήτων και την αέναη πάλη μεταξύ των εθνών για ισχύ χάριν της επιβίωσης τους. Η ετερότητα των ευρωπαϊκών λαών αποτελεί κύριο επίπεδο επεξήγησης του διεθνούς πολιτικού συστήματος με την οντολογία[xxxi]. Με άλλα λόγια, είναι ποτέ δυνατόν ο Γάλλος να νιώσει Γερμανός και αυτός με την σειρά του Ισπανός ή Άγγλος και άρα είναι ποτέ δυνατό όλοι αυτά τα ευρωπαϊκά έθνη να έρθουν σε ΄πολιτική κοινωνία’ αυτό-αναιρώντας επί της ουσίας την αυθυπαρξίας τους που τους καθορίζει εν τέλει ως συλλογικές οντότητες;  Αυτή είναι άλλωστε και η κυρίαρχη ιδεολογία των ‘παγκοσμιοποιητών’ (globalists) των οικουμενικών δογμάτων και των ‘ανοιχτών συνόρων’.
Εάν αυτή η πολιτική θεολογία φαινομενικά ουμανιστική και ενωτική είναι και ‘φυσική’ επιλογή εξ ανάγκης, φρόντισε να μας το απαντήσει και να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα ήδη από τις αρχές του 20ου αι. ο Edward HCarr ο οποίος τεκμηρίωσε ότι καθ’ όλη την διάρκεια της γνωστής ιστορίας τα εκάστοτε οικουμενικά δόγματα δεν ήταν τίποτε άλλο από  μεταμφιέσεις των αξιώσεων ισχύος των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων[xxxii]. Και προφανώς, συγκατατιθέμεθα με την συλλογιστική του Παναγιώτη Ήφαιστουότι δηλαδή, όπως όλος πλανήτης έτσι και η Ευρώπη αποτελείται από ετερογενείς και ανομοιογενείς κοινωνίες που συγκροτούν διαφορετικές συλλογικές οντότητες με ξεχωριστή η κάθε μια ιστορική και κοσμοθεωρητική λογική οι όποιες καθορίζουν το πλαίσιο εκείνο ή το πεδίο ορισμού με το οποίο ο κάθε λαός κρίνει και αποφασίζει με τα συμφέροντα του, την ασφάλεια του και την έσχατη ορμέμφυτη ανάγκη για επιβίωση μέσα από την αυθύπαρκτα δική του αριστοτελική ‘ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ’.
Επομένως, για να επιτευχθεί η έωλη πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης θα πρέπει να σβησθεί το κάθε εθνικό ‘αφήγημα’ και το δικαίωμα ετεροκαθορισμού του κάθε πολίτη ως Ισπανού, Έλληνα, Ιταλού, Γερμανού, κλπ. και να αντικατασταθεί με μια ενιαία και ομογενοποιημένη ‘ευρωπαϊκή’ ταυτότητα η οποία ελλείψει εσωτερικού ανταγωνισμού θα εκφυλισθεί και εν τέλει θα καταστραφεί αποκαθιστώντας την ‘φυσική’ ισορροπία σε αρμονία ‘παλίντροπον’ και αέναη σύγκρουση. Το κάθε τι που ‘είναι’ δικαιώνεται από την αναγκαία παρουσία του (Ισπανός, Έλληνας Ιταλός, Γερμανός, κλπ.,) κατά την Ηρακλείτεια διαλεκτική, και αντιμάχεται και απορρίπτεται από αυτό που ‘γίνεται’ (ο ομοούσιος ‘ευρωπαίος πολίτης’) αποσαφηνίζουμε ερμηνεύοντας διασταλτικά τον Κώστα Αξελό[xxxiii].
Ο δεύτερος που επίσης προσπάθησε να μας προσγειώσει εδώ και 25 αιώνες είναι ο πολιτικός ρεαλισμός του Θουκυδίδη που απαντά στο δεύτερο θεμελιώδη λόγο. Είναι η κρατική ισχύς την οποία χαρακτηρίζει ο Kenneth Waltz επηρεασμένος από τον Θουκυδίδιο ρεαλισμό ως το κυριότερο ‘νόμισμα’ της διεθνούς πολιτικής. Προϋπόθεση λοιπόν είναι η εκούσια παράδοση της ισχύος κάθε μιας χώρας εν ονόματι ενός νεφελώδους ‘συλλογικού οράματος’ αδιαφορώντας όχι μόνο για την επιβίωση της αλλά για την ίδια την ελευθερία της  γιατί ‘όσοι διατηρούν την ελευθερία τους το χρωστούν στην δύναμη τους’. Πότε αυτό έχει ξανασυμβεί στην ανθρώπινη ιστορία; Όσες φορές έχει συμβεί άλλες τόσες είναι και οι πιθανότητες η ιστορία να επαναλάβει τον εαυτό της. Δηλαδή, ΚΑΜΜΙΑ.
Καταλήγοντας, πέραν της χρονικής συγκυρίας που συμπίπτει η πορεία του ευρώ με την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και την ‘μετάβαση’ ΄στα επόμενα 3-5 χρόνια που θα βιώσει ο πλανήτης σε ένα άλλο χρηματονομισματικό σύστημα σύμφωνα με την ανάλυση των οικονομικών κύκλων που παραθέσαμε στην προηγούμενη χρονικά μονογραφία μας, το κοινό νόμισμα της Ευρώπης είναι καταδικασμένο να αποτύχει και ο λόγος δεν είναι μόνο σχεδιαστικός στη σύλληψη του ή οικονομικός-λογιστικός στην λειτουργία του αλλά κυρίως ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ.
Ίσως, θα πρέπει ο ‘πατέρας’ του ευρώ, Robert Mundell, να αρχίσει να μην αισθάνεται και τόσο βολικά με την έμπνευση του και την ‘άριστη νομισματική ζώνη’ (optimal currency area)[xxxiv] η οποία αποτέλεσε το θεωρητικό υπόβαθρο για την δημιουργία του ευρώ. Σε αντίθεση με τον Milton Friedman, τον νομπελίστα οικονομολόγο και τυπικό εκπρόσωπο της οικονομικής σχολής σκέψης του Σικάγο, ο οποίος παρά το ατελές επίπεδο ανάλυσης που ακολουθεί ως προς το πολιτικό σκέλος μιας νομισματικής ένωσης όπως αυτή της Ευρωζώνης, περιγράφει απλοϊκά αλλά με περισσή ευστοχία και οξυδέρκεια, από την 10ετία του 1990, για το (επικείμενο) αποτυχημένο πολιτικο-οικονομικό πείραμα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος:
‘Η Ευρώπη αποτελεί το παράδειγμα μιας δυσμενούς κατάστασης σε ένα κοινό νόμισμα. Αποτελείται από ξεχωριστά και διακριτά έθνη που μιλούν διαφορετικές γλώσσες, έχουν διαφορετικά ήθη και έθιμα και έχουν πολίτες που αισθάνονται μεγαλύτερη αφοσίωση και δεσμούς με την δική τους χώρα παρά με μια κοινή αγορά και την ιδέα μιας (ενιαίας) Ευρώπης’
                                                                                           (εφημερίδα The Times, 19 Νοεμβρίου 1997)



Παραπομπές: 
[ii] Σπύρος Λαβδιώτης, ‘Η εποχή του ατομικισμού Μια φιλοσοφική προσέγγιση του χρήματος και της οικονομίας’, Εκδόσεις Έσοπτρον, Αθήνα, Νοέμβριος 2012
[x] ‘I do whatever it takes to save the euro’
[xi] http://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/stapobo/spb201003en.pdfThe European Central Bank, “Statistics Pocket Book,” March 2010
[xii]https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2016/html/sp160210.en.html, Speech by Peter Praet, Member of the Executive Board of the ECB, at the Committee on Capital Markets Regulation conference on the lender of last resort – an international perspective, Washington DC, 10 February 2016
[xiii] De Grauwe, P. (2011). «The European Central Bank: Lender of Last Resort in the Government Bond Markets?»CESifo Working Paper Series No. 3569: 11, https://core.ac.uk/download/pdf/39371852.pdf
[xviii] Digital History, ‘Alexander Hamilton’s Financial Program’,  http://www.digitalhistory.uh.edu/disp_textbook.cfm?smtID=2&psid=2973

[xix] Παρατίθεται στο Otmar Issing, “The Euro: Does a Currency Need a State?” International Finance 11, no. 3 (2008): 303.
[xxi] Aldrich, Richard J.(1997)’OSS, CIA and European unity: The American committee on United Europe, 194860′,Diplomacy & Statecraft,8:1,184 — 227
[xxix] Josef Joffe, ‘Europe’s American Pacifier’, Foreign Policy No. 54 (Spring, 1984), pp. 64-82
[xxx] Αριστοτέλους, ‘Πολιτικά’‘Ηθικά Νικομάχεια’, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
[xxxi] Παναγιώτης Ήφαιστος, ‘Θεωρία Διεθνούς & Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης’‘Κοσμοθεωρητική Ετερότητα & Αξιώσεις Πολιτικής Κυριαρχίας’‘Κοσμοθεωρία των Εθνών: Συγκρότηση & Συγκράτηση των Κρατών της Ευρώπης και του Κόσμου’, Δεκ 2009, Δεκ 2008, Ιουλ. 2009 (αντίστοιχα), Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα
[xxxii] Edward H. Carr, Η ΕΙΚΟΣΑΕΤΗΣ ΚΡΙΣΗ 1919-1939’, Μαιος 2011, Αθήνα, Εκδόσεις ΠοιότηταΧΕΣΕΩΝ
[xxxiii] Αξελός Κώστας, ‘Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία’, Δεκέμβριος 1976, Αθήνα, Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ
[xxxiv] Mundell, R. A. (1961). «A Theory of Optimum Currency Areas». American Economic Review. 51 (4): 657–665


Πηγή makroskopos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου