Νέα Πολιτική
του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*
Μετά από μια περίοδο έντονης ενασχόλησης των ντόπιων ΜΜΕ με τα θέματα των καναλαρχών και «υπερθεματιστών», οι δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου προσφέρουν, μια μάλλον σύντομη, επιστροφή στα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Έξαφνα «έγκριτοι» δημοσιογράφοι και αναλυτές ανακαλύπτουν τις προθέσεις, εκ μέρους της «Άγκυρας, αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης. Συνεχόμενες -επί δεκαετίες-πράξεις, δηλώσεις και ενέργειες αμφισβήτησης των Συνθηκών δεν είχαν κατορθώσει να προκαλέσουν άραγε την προσοχή μας; Ίσως πάλι να νομίζαμε ότι οι προσπάθειες αμφισβήτησης των Συνθηκών ήταν προνόμιο αυτών που τις είχαν αποδεχθεί (Κεμαλικοί) και οι οποίοι διαπνεόμενοι από μια «μιλιταριστική και αντιδημοκρατική» νοοτροπία καλλιεργούσαν μια στρατοκρατική επεκτατική πολιτική. Ευτυχώς όμως οι γνήσιοι δημοκράτες Τούρκοι πολιτικοί (Μεντερές, Ετσεβίτ, Τσιλέρ κλπ), διαπνέονται από φιλειρηνικό πνεύμα, σεβασμό σε ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες και επέχοντας από κάθε επιθετική ενέργεια διευκόλυναν την ελληνοτουρκική προσέγγιση! Είναι άλλωστε αποδεδειγμένο ότι οι δημοκρατίες δεν διεξάγουν μεταξύ τους πολέμους (αφενός μέγιστη πλάνη και αφετέρου η έννοια της Δημοκρατίας δεν είναι ούτε παγκόσμια αποδεκτή ούτε ομοιόμορφα προσδιορισμένη).
Αφού λοιπόν διαψεύστηκαν οι ελπίδες μας στα πρόσωπα των Τούρκων «δημοκρατικών» πολιτικών αναγνωρίσαμε στον Ταγίπ Ερντογάν τον αδιαφιλονίκητο οραματιστή ηγέτη (και κουμπάρο) της γείτονος χώρας που αποφασιστικά θα έδινε τέρμα στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Και πράγματι, μια πρωτόγνωρη ηρεμία επικράτησε στο Αιγαίο την περίοδο 2003 έως σήμερα παρά τις προσπάθειες των «κακών» στρατηγών για πρόκληση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης (σχέδιο «Βαριοπούλα»). Οι οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις βελτιώθηκαν, οι εκατέρωθεν επισκέψεις αυξήθηκαν, οι Έλληνες γνώρισαν το σύγχρονο ειρηνικό τουρκικό τρόπο ζωής από τις τουρκικές σαπουνόπερες και οι «ανιστόρητοι» μιλούσαν για αποκλεισμό του πολέμου ένεκα της οικονομικής διαπλοκής. Ελάχιστοι παρατηρούσαν ότι οι τουρκικές απαιτήσεις δεν είχαν μειωθεί κατά ελάχιστον, αντίθετα συνεχώς νέα θέματα εφευρίσκονται ενώ σε αδιέξοδο είχαν περιέλθει όλες οι προσπάθειες συνομιλιών με την Άγκυρα. Ασυγκίνητοι παραμέναμε και από τη συνεχή μεταβολή ισχύος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε βάρος της πρώτης. Σε τελευταία ανάλυση τι σημασία έχει η εις βάρος μας μετατόπιση της ισορροπίας ισχύος (δημογραφική, οικονομική, στρατιωτική, πολιτική) όταν εμείς αποτελούμε την κοιτίδα της Δημοκρατίας; Ούτε η είσοδος της Τουρκίας στους G20 αποτέλεσε ένδειξη ανησυχίας αφού η κατά κεφαλή μας κατανάλωση (εισαγομένων) προϊόντων ήταν πολλαπλάσια της αντίστοιχης τουρκικής και το ημέτερο ποσοστό των αντιπαραγωγικών δαπανών μας έρευνας και ανάπτυξης (R&D) υποπολλαπλάσιο αυτών της Άγκυρας.
Γιατί όμως ο «Σουλτάνος» προχθές γεμάτος αλαζονεία (για άλλη μια φορά) διέψευσε τα απατηλά μας όνειρα; Λες και δεν έφταναν τα οικονομικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα μας ούτε και ο πόλεμος κατά των αδηφάγων «καναλαρχών» και ξαφνικά προστίθενται και οι ανιστόρητες δηλώσεις του λαοπρόβλητου «σουλτάνου» της γείτονος, Ταγίπ Ερντογάν. Η αλήθεια είναι ότι αυτοματοποιημένα (και ανιστόρητα) προσπαθούμε να διακρίνουμε κομματικούς λόγους πίσω από αυτές τις «βολές» που δυναμιτίζουν τα θεμέλια μιας εύθραυστης διευθέτησης που διαρκεί τουλάχιστον ένα αιώνα στην περιοχή μας. Με αυτήν όμως την προσέγγιση παραγνωρίζουμε εθελοτυφλώντας την πραγματικότητα και τις υπαρκτές και διαχρονικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Πράγματι, το ακροατήριο στο οποίο απευθύνθηκε ο Ερντογάν προσφέρεται για τέτοιες δηλώσεις που στοχοποιούν το κεμαλικό καθεστώς και προσπαθούν να αποδομήσουν την αναγνώριση του ως δημιουργό της σύγχρονης Τουρκίας. Βέβαια παραπλήσιες δηλώσεις, ειδικά όταν συνδυάζονται και με άλλες ενέργειες, ξεφεύγουν των κομματικών ακροατηρίων και εκπέμπουν σωρεία μηνυμάτων προς πολλαπλούς αποδέκτες στο εξωτερικό και αυτό το δεδομένο δεν το αγνοούσε σίγουρα ο ενίοτε παρορμητικός ηγέτης. Πρώτος αποδέκτης του μηνύματος, η διεθνής κοινότητα που πρέπει να κατανοήσει ότι η Τουρκία ασφυκτιά από τους περιορισμούς της Συνθήκης της Λωζάννης η οποία δεν ανταποκρίνεται σήμερα στις ισορροπίες ισχύος των αρχών του 20ου αιώνα. Οι Κούρδοι αποτελούν το δεύτερο αποδέκτη που καλούνται να εντοπίσουν στο κεμαλικό καθεστώς όλες τις ρίζες της κακοδαιμονίας τους και να αποδεχθούν την έντιμη, ισότιμη και ειρηνική συμβίωση που θα τους εξασφαλίσει η νέα ισλαμική τουρκική δημοκρατία. Τα όρια αυτής της νέας, με θρησκευτικές αλλά και εθνοτικές ρίζες, οντότητας φυσικά και πρέπει να συμπεριλάβουν τα παλιά οθωμανικά εδάφη (ανατολικά και δυτικά) που η προβληματική Συνθήκη δεν προνόησε και με περίσσεια μεγαλοψυχία παραχώρησαν οι Κεμαλικοί στους αχόρταγους γείτονες και στα ξένα συμφέροντα. Φυσικά και στους αποδέκτες του μηνύματος συγκαταλέγεται και η χώρα μας σε μια ακόμη επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου (με αμφιλεγόμενα όμως αποτελέσματα) και ενάσκησης πίεσης, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια συνολική διευθέτηση των μεταξύ μας διαφορών (δηλαδή ικανοποίησης μέρους των τουρκικών απαιτήσεων). Συγχρόνως και έμμεσα, προσπαθεί να καταρρίψει την εντύπωση της καταρράκωσης του αξιόμαχου του τουρκικού στρατεύματος μετά το αποτυχόν πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
Αν λοιπόν δεν εντοπίσουμε την τραγική πραγματικότητα και τις βαθύτερες αιτίες της τουρκικής συμπεριφοράς ουδέποτε θα μπορέσουμε να αρθρώσουμε μια αξιόπιστη και επιτυχημένη στρατηγική αντιμετώπισης της. Η τουρκική πολιτική εκπηγάζει από την άνοδο του συνόλου σχεδόν των συντελεστών ισχύος της γείτονος. Νομοτελειακά και σε περιβάλλον αστάθειας η μεταβολή της ισχύος προκαλεί αναθεωρητικές πολιτικές και προκαλεί συγκρούσεις (δυστυχώς κανένας ακόμη δεν κατόρθωσε να ανατρέψει τις επισημάνσεις του Θουκυδίδη). Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε τον Τούρκο Πρόεδρο που στις εξάρσεις της μεγαλομανίας του και των πολιτικών του σκοπιμοτήτων φροντίζει να μας προειδοποιεί για τους πραγματικούς στόχους του.
Η αποδοχή όμως της πικρής πραγματικότητας δημιουργεί την ανάγκη αντίδρασης και επιλογής απαντήσεων που επιβάλουν ένα γενικότερο «ξεβόλεμα» όλων μας από νοοτροπίες δεκαετιών. Μόνο με αυτόν τον επώδυνο τρόπο θα μπορέσουμε να ανορθώσουμε θεσμούς, οικονομία, αυτοπεποίθηση, γόητρο που θα μας επιτρέψουν να ενισχύσουμε τους συντελεστές ισχύος μας. Η λύση αυτή αποτελεί μονόδρομο καθώς όλες οι υπόλοιπες προτάσεις αποτελούν ευχάριστο «χάιδεμα» αυτιών που δυστυχώς όμως αποδίδει (βραχυχρόνια) σε ατομικό και κομματικό επίπεδο.
* Υποστράτηγος εα, Διευθυντής Μελετών του ΕΛΙΣΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου