του Ανδρέα Νικολόπουλου*
Πιστεύω ότι οι περισσότεροι από εµάς θα
συµφωνήσουµε ότι η κοινή γνώµη σήµερα δεν εµπιστεύεται οργανώσεις, κοινωνικές
οµάδες και δηµόσια πρόσωπα που έχουν διαχειριστεί υποθέσεις µε άµεσες ή έµµεσες
οικονοµικές συνέπειες για τη χώρα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο αµφισβητείται η ηθική
πολιτικών ηγεσιών, κρατικών λειτουργών, θρησκευτικών ηγετών, δηµοσιογράφων,
επιχειρηµατιών. Το µεγαλύτερο µέρος του ελληνικού λαού θεωρεί δεδοµένο ότι εάν
γινόταν ένα ουσιαστικό «πόθεν έσχες» σε άτοµα που περιλαµβάνονται στους πιο
πάνω, τότε µια σηµαντική πλειοψηφία τους θα αποδεικνυόταν ότι είχε διαπράξει
οικονοµικά εγκλήµατα.
Έλληνες µεγαλύτερης ηλικίας δεν µπορούν να
πιστέψουν τη σηµερινή παρακµή και προκειµένου να τη µετρήσουν συγκρίνουν
τρόπους χειρισµού γεγονότων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Για παράδειγµα, αναρωτιούνται εάν στις σηµερινές
συνθήκες παρακµής θα µπορούσε να διαλευκανθεί µία πολιτική δολοφονία, όπως αυτή
του Γρηγόρη Λαµπράκη, µε τον τρόπο που συνέβη τη δεκαετία του ’60. Εάν η
αµφισβήτηση αυτή γίνει αποδεκτή, τότε θα συµπεράνουµε ότι το πολιτικό µας
σύστηµα είναι σαφώς περισσότερο παρηκµασµένο σε σχέση µε αυτό της δεκαετίας του
’60.
Στο ίδιο
συµπέρασµα καταλήγουµε εάν θεωρήσουµε ότι το πολιτικό σύστηµα της δεκαετίας του
‘60 θα αντιδρούσε µε διαφορετικούς τρόπους εάν αποδεικνυόταν η παρακολούθηση
των τηλεφώνων του πρωθυπουργού και της πολιτικής ηγεσίας, προκαλώντας
προβλήµατα εθνικής ασφάλειας, και ενώ θα είχαν υπάρξει ενδείξεις για τους
δράστες ή τους ηθικούς αυτουργούς.
Στη σηµερινή κατάσταση φτάσαµε σταδιακά και µε
τρόπο που δεν θα µπορούσαµε να είχαµε φανταστεί. Όσο βυθιζόµασταν βήµα προς
βήµα στην παρακµή νοµίζαµε ότι φτάσαµε στο χαµηλότερο σηµείο της και θεωρούσαµε
έτσι ότι θα επακολουθήσει περίοδος ανόδου και ανασύνταξης, αλλά αντί αυτών
πηγαίναµε ακόµα χαµηλότερα. Για την ερµηνεία του γεγονότος αυτού µπορούν να
υπάρξουν διάφορες εκδοχές.
Κατά την άποψή µου ένα από τα θεµέλια της
σηµερινής παρακµής µας βρίσκεται στις συµπεριφορές αποκλεισµού που αναπτύχθηκαν
µεταξύ των Ελλήνων εδώ και πολλές δεκαετίες.
Ενδεχοµένως η βασική αιτία των συμπεριφορών
αυτών βασίζεται στην άποψη των Ελλήνων ότι η Ελλάδα έχει περιορισµένες
δυνατότητες για να καλύψει τις προσδοκίες όλων των κατοίκων της.
Για το λόγο αυτό µεταξύ των Ελλήνων αναπτύχθηκαν
πολιτικές αποκλεισµού µεγάλων οµάδων του πληθυσµού, προκειµένου οι κατά καιρούς
«ευνοούµενοι» να αποκτήσουν προνόµια εις βάρος των αποκλεισµένων.
Οι πολιτικές του αποκλεισµού εκφράστηκαν στη σύγχρονη
εποχή µε τη λήξη του εµφυλίου πολέµου, όταν γινόταν διάκριση των Ελλήνων σε
«εθνικόφρονες» και «κοµµουνιστές», όπως και των «συνοδοιπόρων» τους.
Φυσικά θα µπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα
πάθη που υπήρξαν λόγω της εµφύλιας αναµέτρησης «δικαιολογούσαν» την πιο πάνω
διάκριση και τις πολιτικές αποκλεισµού.
Ο ισχυρισµός αυτός είναι ευάλωτος, αφού ακόµα
και µετά το φυσιολογικό εκφυλισµό των παθών αυτών µε την πάροδο του χρόνου η
πιο πάνω διάκριση µεταξύ των Ελλήνων συνεχίστηκε το ίδιο έντονα και µάλιστα
στην οµάδα των αποκλεισµένων Ελλήνων περιλαµβάνονταν ακόµα και υποστηρικτές των
κεντρώων πολιτικών κοµµάτων, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως «συνοδοιπόροι».
Ενδεικτική είναι η ευκολία που κάποιος
τοποθετούνταν στην οµάδα των αποκλεισµένων. Αρκεί να αναφερόταν π.χ. σε
προβληµατικές συνθήκες εργασίας, χαµηλά µεροκάµατα ή ακόµα σε προβλήµατα
λειτουργίας των θεσµών της δηµοκρατίας.
Οι «αποκλεισµένοι» Έλληνες της µετεµφυλιακής
περιόδου δεν είχαν µειονεκτήµατα µόνο σε ό,τι αφορά την προσφορά εργασίας στο
δηµόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τοµέα. Η άποψή αυτή µπορεί να προκαλεί
ερωτήµατα, αφού υποτίθεται ότι στον ιδιωτικό τοµέα αποφάσιζε ο ιδιοκτήτης της
επιχείρησης για τις προσλήψεις και τη διαχείριση του προσωπικού.
Παρ’ όλα αυτά οι επιχειρηµατίες υπολόγιζαν πολύ
σοβαρά τις συνέπειες που θα είχαν εάν δεν λάµβαναν υπόψη τους τις επιθυµίες των
πολιτικών ηγετών και των κρατικών λειτουργών-ελεγκτών που αποσκοπούσαν στην
εξυπηρέτηση της πολιτικής τους πελατείας. Οι συνέπειες αυτές βασίζονταν στην
ασάφεια των νόµων, στην πολυνοµία και στα σκόπιµα «νοµικά παραθυράκια», κάτι
που ισχύει ακόµα και σήµερα.
Οι πιο πάνω συµπεριφορές θα µπορούσαν να
χαρακτηριστούν ως «προϊστορικές», χωρίς σηµασία για τις σηµερινές σχέσεις. Αυτό
είναι λάθος, διότι οι συµπεριφορές αποκλεισµού συνεχίζονται µέχρι σήµερα, µε
διαφορετικές όµως µορφές.
Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τον
Οκτώβριο του 1981 ευνοούµενοι ήταν όσοι συµµετείχαν σε κλαδικές και τοπικές
οργανώσεις του κυβερνώντος κόµµατος. Το τότε κυβερνών κόµµα αιτιολογούσε τη
συµπεριφορά αυτή µε το επιχείρηµα ότι οι αποκλεισµένοι τριών δεκαετιών θα
έπρεπε κάποια στιγµή να «δικαιωθούν». Ανεξάρτητα όµως από αυτό η κουλτούρα του
αποκλεισµού συνεχίστηκε πάνω στη βάση προηγούµενων πρακτικών.
Φυσικά µεταξύ των πρακτικών αυτών πριν και µετά
το 1981 δεν θα µπορούσε να υπάρξει ποιοτική και ποσοτική σύγκριση, αφού οι
«αποκλεισµένοι» των προηγούµενων δεκαετιών είχαν πρόβληµα ακόµα και για την
έναρξη επαγγέλµατος, για την εξασφάλιση τηλεφωνικής σύνδεσης, για έκδοση άδειας
οδήγησης (ακόµα και µοτοποδηλάτου), για εισαγωγή σε νοσοκοµείο κτλ. Και
επιπλέον δεν θα πρέπει να παραλειφθεί η σηµαντική ελάφρυνση των Ελλήνων από την
υποβάθµιση του ρόλου των οργάνων της τάξεως, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει
σταδιακά µε την πτώση της δικτατορίας.
Τελικά όµως σε ό,τι αφορά τις ευκαιρίες για
επαγγελµατική αποκατάσταση το κλίµα ήταν πολύ παρεµφερές µε τις προηγούµενες
δεκαετίες και διατηρήθηκε µέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Στα χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ µεταξύ του 1990
και του 1993 το κλίµα αντιστράφηκε, όπως ήταν αναµενόµενο. Ο νόµος «Πεπονή»
(2190/94) ήρθε πολύ αργά, αφού είχαν περιοριστεί σηµαντικά τα περιθώρια για
περαιτέρω προσλήψεις στο δηµόσιο, το οποίο αποτελούσε πλέον το βασικό
«αιµοδότη» της απασχόλησης, λόγω της κατάρρευσης του παραγωγικού ιστού του
ιδιωτικού τοµέα τη δεκαετία του ‘80.
Οι πολιτικές αποκλεισµού ήταν ιδιαίτερα εµφανείς
στις ΔΕΚΟ τα τελευταία τριάντα χρόνια, στις οποίες υπολογίζεται ότι το 20% -30%
του προσωπικού τους βρισκόταν σε συνθήκες «ψύξης» ή βαθιάς «κατάψυξης», δηλαδή
σε πλήρη απραξία, εφόσον το προσωπικό αυτό είχε εκδηλωθεί ή καταλάβει θέσεις
ευθύνης ή προσληφθεί από το αντίπαλο κόµµα από αυτό που κυβερνούσε στη
συγκεκριµένη χρονική περίοδο.
Στη διαδικασία του αποκλεισµού στο χώρο των ΔΕΚΟ
συµµετείχαν και υψηλόβαθµα συνδικαλιστικά στελέχη των εκάστοτε κυβερνώντων
κοµµάτων, αφού κατά κανόνα τα στελέχη αυτά βρίσκονταν ψηλά στην κοµµατική
ιεραρχία. Αυτό σηµαίνει ότι είχαν ψήφο για την εκλογή του αρχηγού του κόµµατος
και καταλάµβαναν επιπλέον πολιτικές θέσεις, κάτι που αποδεικνύει την έµµεση
εξάρτηση των κυβερνώντων κοµµάτων από τα συνδικαλιστικά στελέχη των ΔΕΚΟ.
Το µοντέλο του αποκλεισµού µετεξελίχθηκε και
ειδικεύθηκε την τελευταία εικοσαετία σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αφορά
τους πολιτικά προσκείµενους σε θέµατα «µικρότερης» σηµασίας, όπως π.χ. την
εξεύρεση θέσεων εργασίας και τη φιλικότερη αντιµετώπιση από τον κρατικό
µηχανισµό. Το δεύτερο επίπεδο περιλαµβάνει παίκτες που ανεξάρτητα από την
κοµµατική τους ένταξη συµµετείχαν σε δραστηριότητες παράνοµου πλουτισµού.
Οι συµµετέχοντες στο επίπεδο αυτό γνωρίζουν τις δραστηριότητες των υπόλοιπων
παικτών, έστω και εάν βρίσκονται στο «αντίπαλο» στρατόπεδο.
Για το λόγο αυτό είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν
αποκαλύψεις για τα πεπραγµένα του καθενός από τους εµπλεκόµενους, αφού ο
καθένας από αυτούς θα απέφευγε να αποκαλύψει τις ατασθαλίες κάποιου άλλου,
γιατί στη συνέχεια θα εκτίθετο και ο ίδιος.
Οι µετεξελίξεις των συµπεριφορών του αποκλεισµού
διευκολύνθηκαν ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι οι όποιες ιδεολογικές
αντιθέσεις µεταξύ των κυβερνώντων κοµµάτων πρακτικά εξανεµίστηκαν.
Συνέπεια όλων αυτών ήταν ότι τα µέλη του
εκλογικού σώµατος που βρίσκονταν στο πρώτο επίπεδο επιδίωκαν να περιληφθούν
στην οµάδα των «ευνοούµενων», αδιαφορώντας για το εάν παραπλανούνταν από την
ηγεσία τους, αφού για τα µέλη αυτά η εκλογική επιτυχία της ηγεσίας του κόµµατος
που υποστήριζαν ήταν µέσο της προσωπικής τους «επιβίωσης».
Για παράδειγµα, στην προεκλογική αναµέτρηση του
1985 ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ισχυριζόταν ότι δεν υπάρχει οικονοµικό πρόβληµα
στη χώρα και κάλεσε τους πολίτες να τον ψηφίσουν «για καλύτερες ηµέρες». Παρ’
όλα αυτά µετά από µόλις πέντε µήνες έβαλε τη χώρα για δύο χρόνια σε οικονοµικό
γύψο µε την Πράξη Νοµοθετικού Περιεχοµένου, η οποία µείωσε τα εισοδήµατα των
εργαζοµένων στο δηµόσιο και στον ιδιωτικό τοµέα περισσότερο από 20%.
Φυσικά κανένας δεν ασχολήθηκε µε την ανακολουθία
των δηλώσεων του τότε κυβερνώντος κόµµατος, αφού δεν θα ήταν δυνατόν οι
«ευνοούµενοι» να στραφούν εναντίον αυτών που θα µπορούσαν να προωθήσουν τα
προσωπικά τους συµφέροντα. Το γεγονός αυτό νοµιµοποιούσε τις πάσης φύσεως
πρακτικές. Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της
Δηµοκρατίας µε έγχρωµα ψηφοδέλτια, προκειµένου να µπορούν να εντοπισθούν
καλύτερα αυτοί που δεν θα ψήφιζαν βάσει της κοµµατικής γραµµής του κυβερνώντος
κόµµατος, κάτι που ερχόταν σε κατάφωρη αντίθεση µε την αρχή της µυστικής
ψηφοφορίας.
Όλα όσα επακολούθησαν ήταν φυσική συνέχεια, η
οποία επιταχύνθηκε από συγκεκριµένα γεγονότα, όπως π.χ. η φραστική µόνο
αντίδραση του πρωθυπουργού το 1985, όταν γνωστοποιήθηκε ότι πρόεδρος µεγάλης
ΔΕΚΟ χρηµατίστηκε για 500.000 δρχ. («Θα µπορούσα να καταλάβω ένα προσωπικό
δωράκι, αλλά 500.000 δρχ. είναι πολλά».)
Για να αντιληφθούµε τις ραγδαίες ποιοτικές
εξελίξεις, θα δώσουµε το ακόλουθο παράδειγµα. Δύο εβδοµάδες µετά τις εκλογές
του 1981 διαβάσαµε την είδηση ότι συνελήφθη εφοριακός στη Ρόδο να χρηµατίζεται
για 2.000 δρχ. Το ποσό αυτό αναλογεί σε σηµερινά 115 ευρώ περίπου, εάν
υπολογίσουµε ότι οι 2.000 δρχ. αντιστοιχούσαν στο 1/6 περίπου των καθαρών
κατώτατων αποδοχών ενός εργαζόµενου. Μέσα όµως σε µόλις τέσσερα χρόνια έγινε
αποδεκτό από την πολιτεία το «προσωπικό δωράκι» των 500.000 δρχ., το οποίο ήταν
τριάντα δύο φορές µεγαλύτερο από τον καθαρό βασικό µισθό του 1985.
Η κοινή γνώµη παρακολουθούσε ναρκωµένη τα
γεγονότα διαφθοράς και αντιδεοντολογικών συµπεριφορών, όπως για παράδειγµα ότι
εν ενεργεία πρωθυπουργός δικαιολόγησε το υπέρογκο, σε σχέση µε τα εισοδήµατά του,
ποσό που δαπάνησε για τη βίλα του από το δάνειο που έλαβε από γνωστό έµπορο
όπλων, χωρίς µάλιστα να αναφερθεί εάν και πώς επεστράφη το δάνειο αυτό µετά το
θάνατό του.
Λίγα χρόνια πιο πριν η ελληνική δηµοκρατία είχε
µπει σε µια νέα φάση, εξαιτίας ενός «επιχειρηµατία», ο οποίος κατόρθωσε να
υπεξαιρέσει 32 δισ. δραχµές, µε την εξαγορά ενός µεγάλου µέρους των παικτών του
πολιτικού µας συστήµατος, χωρίς όµως να καταλογισθούν ουσιαστικές ευθύνες στους
πρωταγωνιστές του σκανδάλου.
Από τα λάθη του επιχειρηµατία αυτού διδάχτηκαν οι αµέσως
επόµενοι και έτσι η ελληνική δηµοκρατία ταλαιπωρήθηκε για µία εικοσαετία, ενώ
µέσα στην τελευταία δεκαετία έγιναν δύο εκλογικές αναµετρήσεις µε κύριο θέµα
τους αρχιερείς της διαπλοκής, χωρίς όµως να υπάρξει αποτέλεσµα. Αυτό
αποδεικνύει ότι η σχέση µεταξύ των παικτών της διαπλοκής και του πολιτικού
συστήµατος υπήρξε δεδοµένη και πελατειακή, αφού το δηµόσιο ήταν ο βασικός
πελάτης τους.
Η σχέση αυτή βασιζόταν στη δυνατότητα παικτών του πολιτικού
συστήµατος να χρεώνουν στον κρατικό προϋπολογισµό δυσθεώρητα ελλείµµατα και να
τα µοιράζονται µε τους «εθνικούς προµηθευτές».
Ακόµα και παίκτες του πολιτικού συστήµατος που µπορούν να
χαρακτηριστούν ως «δορυφορικοί», αφού δεν συµµετείχαν άµεσα στο µοίρασµα των
ωφελειών, πουλούσαν προφανώς τη σιωπή τους µε επιχειρήµατα του τύπου:«Δεν θα
ασχοληθούµε µε την παρακµή του καπιταλιστικού συστήµατος».
Ένα σηµαντικό κοµµάτι του ελληνικού λαού ήθελε την
αντιµετώπιση της διαφθοράς, οι ηγέτες του δεν µπορούσαν ή δεν ήθελαν ή ήταν
εγκλωβισµένοι από τα συµφέροντα που είχαν ήδη διαµορφωθεί. Εάν συµβαίνει το
τελευταίο, τότε προφανώς για το λόγο αυτόν επελέγησαν από τους εκφραστές των
συµφερόντων αυτών.
Φυσικό επακόλουθο όλων των πιο πάνω είναι ότι βρισκόµαστε
στις πρώτες θέσεις για παραοικονοµία παγκοσµίως, αφού µάλιστα το 50% περίπου
του ΑΕΠ είναι προϊόν της. Και ενώ αυτό αποτελεί εδώ και αρκετά χρόνια
αδιάψευστο γεγονός και αντί η πολιτική ηγεσία να δράσει για την αντιµετώπιση
της διαφθοράς, επεδίωξε να συµπεριλάβει τα έσοδα της παραοικονοµίας στο ΑΕΠ για
τη µείωση του ελλείµµατος στο ποσοστό του ΑΕΠ ή ακόµα για την άντληση
φορολογητέων εσόδων από την παραοικονοµία.
Η ραγδαία πολιτισµική κατάπτωση από τα τέλη της δεκαετίας
του ’80 επιταχύνθηκε ιδιαίτερα και από ένα πολύ σηµαντικό γεγονός. Όπως αναφέροµαι
στους οικονοµικούς λόγους της κρίσης (βλ. σχετικό αρχείο), τη δεκαετία του ’80
ξεκίνησε η κατάρρευση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Η κατάρρευση αυτή
οδήγησε αναπόφευκτα στη σηµαντική αποδυνάµωση της τότε υπάρχουσας άρχουσας
τάξης, η οποία είχε αναπτυχθεί τις προηγούµενες τρεις δεκαετίες. Με την
αποδυνάµωση αυτή δηµιουργήθηκε ένα κενό εξουσίας, η οποία ήλεγχε µέχρι τότε την
πολιτική ηγεσία της χώρας. Το κενό αυτό καλύφθηκε από επιχειρηµατίες – παράσιτα
που ο πλουτισµός τους βασίσθηκε στις υπερβολικές επιβαρύνσεις του κρατικού
προϋπολογισµού για 25 περίπου χρόνια. Τα σχετικά οφέλη µοιράζονταν µεταξύ των
επιχειρηµατιών αυτών και µελών του πολιτικού συστήµατος (πρωταγωνιστικών και
δορυφορικών) όπως επίσης και κρατικών λειτουργών.
Στην πορεία, η οµάδα των επιχειρηµατιών – παράσιτων
αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθµό που τελικά κατόρθωσε να αποτελέσει τη νέα άρχουσα
τάξη της χώρας, οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνικοί προµηθευτές» ή «αρχιερείς
της διαπλοκής». Η εξέλιξη αυτή αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό πρόβληµα της χώρας
σήµερα και για τα επόµενα χρόνια, µέχρι να σχηµατισθεί µία νέα άρχουσα τάξη που
θα έχει παραγωγικούς προσανατολισµούς.
Οι σχέσεις αυτές ευνοήθηκαν σηµαντικά και από το γεγονός,
ότι τα ελληνικά πολιτικά κόµµατα ήταν (και παραµένουν) αρχηγικά και έτσι
απουσίαζε (και απουσιάζει) ο εσωτερικός τους έλεγχος.
Σε όλα τα πιο πάνω θα µπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι η
χώρα αντιµετωπίζει σήµερα οικονοµικό αδιέξοδο και εµείς ηθικολογούµε,
συζητώντας για θέµατα λειτουργίας του πολιτικού συστήµατος, ασχολούµενοι µε
µερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες άτοµα που υπεξαίρεσαν χρήµατα του ελληνικού
λαού. Σε απάντηση των παρατηρήσεων αυτών είναι σκόπιµη η απαρίθµηση των
επιδράσεων της πολιτισµικής παρακµής στο οικονοµικό µας πρόβληµα, αφού η
παραοικονοµία:
(α) Οδήγησε στην απώλεια φορολογητέων εσόδων πολλών
δισεκατοµµυρίων.
(β) Διόγκωσε τα ελλείµµατα του εµπορικού ισοζυγίου (και έτσι
του δανεισµού για την κάλυψή τους), αφού τα υπέρογκα εισοδήµατα της
παραοικονοµίας διατίθενται για κατανάλωση εισαγόµενων προϊόντων πολυτελείας.
(γ) Αύξησε δραστικά την αξία της γης και τις τιµές των
κατασκευών, αφού αυτός ο κλάδος ήταν πρόσφορος για το ξέπλυµα του «µαύρου
χρήµατος», µε περαιτέρω αρνητικές συνέπειες για το εµπορικό ισοζύγιο και τα
διαρθρωτικά προβλήµατα της χώρας, αφού οι επενδύσεις στρέφονταν σε κτίσµατα και
όχι στην ενίσχυση του παραγωγικού ιστού, που θα οδηγούσε πρωτογενώς στη µείωση
των ελλειµµάτων του εµπορικού ισοζυγίου.
(δ) Αύξησε δραµατικά το συναλλακτικό κόστος (transaction
cost) για τους επενδυτές και για τους παραγωγούς γενικότερα, το οποίο είτε
οδήγησε σε φυγή ξένους και Έλληνες επιχειρηµατίες, είτε ανέστειλε σηµαντικά
επενδυτικά τους σχέδια.
(ε) Επιβαρύνει περαιτέρω τον κρατικό προϋπολογισµό και ως εκ
τούτου διογκώνει τα ελλείµµατά του από τα δυσθεώρητα ύψη των δαπανών για τις
κατά καιρούς αγορές (του αιώνα), τις διεθνείς εκδηλώσεις (Ολυµπιακοί Αγώνες),
τις δηµόσιες προµήθειες και τα κατασκευαστικά έργα.
Σε συνέχεια όλων των πιο πάνω δηµιουργούνται ερωτήµατα για
το προφίλ των ατόµων που προωθούνται (star system) σε θέσεις ευθύνης και
διαχείρισης των συµφερόντων του δηµοσίου.
Για να αντιληφθούµε το µέγεθος του προβλήµατος αυτού, αρκεί
να αναρωτηθούµε ποιον ή ποιους από τους πρωθυπουργούς, τους υπουργούς, τους
διευθυντές των ΔΕΚΟ, των δηµόσιων οργανισµών, των τελευταίων τριάντα πέντε
χρόνων, µετά από όσα ξέρουµε γι’ αυτούς, θα εµπιστευόµασταν βάσει των
ικανοτήτων και ιδιαίτερα του ήθους τους, για να διαχειριστούν τις ατοµικές µας
υποθέσεις, ή, για παράδειγµα, εφόσον είχαµε προσωπική επιχείρηση, να τους αναθέσουµε
τη διοίκησή της. Η ερµηνεία του προβλήµατος της χαµηλής ποιότητας των παικτών
των ηγετικών οµάδων απαιτεί ευρύτερες αναλύσεις, οι οποίες θα µπορούσαν να
καταλήξουν στο συµπέρασµα της προεπιλογής τους κάτω από αδιαφανείς διαδικασίες.
Η οπτική της ανικανότητας και της αφερεγγυότητας των
ηγετικών παικτών του πολιτικού µας συστήµατος µπορεί να ερµηνεύσει τα
περισσότερα από τα σηµερινά οικονοµικά µας προβλήµατα, όπως τα µεγέθη των
ελλειµµάτων των ΔΕΚΟ, των ασφαλιστικών ταµείων, της δηµόσιας υγείας, την αδυναµία
προσέλκυσης ξένων παραγωγικών επενδύσεων.
Όλα τα πιο πάνω είναι πολύ γνωστά στους υπόλοιπους
«εταίρους» µας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ακόμα πέραν από αυτήν και μάλιστα µε
πολύ µεγαλύτερες λεπτοµέρειες από αυτές που τα ελληνικά ΜΜΕ µας επιτρέπουν να γνωρίζουµε.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνεχίζοντας την προσωποποίηση της
Ελλάδας, όπως την ξεκινήσαµε στην προηγούµενη ενότητα και εµπλουτίζοντάς την µε
τα πολιτισµικά δεδοµένα, µπορούµε να καταλήξουµε στο συµπέρασµα ότι οι τρίτοι
βλέπουν τη σηµερινή Ελλάδα ως:
Ένα άτοµο αναξιόπιστο,
ανήθικο, που επιδιώκει να εκµεταλλευτεί τους υπόλοιπους εταίρους του. Λίγοι από
τους τρίτους θα µπορούσαν να πιστέψουν τις δικαιολογίες της σηµερινής του
κατάντιας, όπως για παράδειγµα τους ανίκανους και ανήθικους εκπρόσωπούς του,
αφού το ίδιο το άτοµο τους εξέλεξε µε τυπικά δηµοκρατικές διαδικασίες. Για το
λόγο αυτό οι τρίτοι δεν µπορούν παρά να ταυτίζουν το άτοµο αυτό µε τη
συµπεριφορά των εκπροσώπων του, αφού δεν έχει ακόµα ζητήσει ευθύνες, αλλά και
ούτε έχει απαλλαγεί από αυτούς.
Αυτό σηµαίνει ότι το κόστος που θα πρέπει να επωµιστεί το άτοµο
αυτό για να ανακτήσει την εµπιστοσύνη των τρίτων (συναλλακτικό κόστος)
συνεχίζει να διογκώνεται και λόγω του ύψους του κόστους αυτού η κάλυψή του θα
απαιτήσει περισσότερες δεκαετίες.
Φυσικά, όλοι οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί είναι
άδικοι και χρησιμοποιούνται για να δυσφημιστεί ο ελληνικός λαός, προκειμένου οι
ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε. να αποφύγουν το μέρος των ευθυνών που τους αναλογεί για
την ελαττωματική λειτουργία της Ε.Ε.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω παρατήρηση, ένα
μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει ευθύνες για τα σημερινά προβλήματα της
χώρας, λόγω:
(α) Της προσαρμογής του στον πολιτισμό του αποκλεισμού
των υπόλοιπων Ελλήνων και
(β) της υποστήριξής του, µε διάφορους τρόπους,
στην άρχουσα τάξη των επιχειρηματιών – παρασίτων, οι οποίοι, συνεργαζόμενοι µε
µέλη του πολιτικού συστήματος και κρατικούς λειτουργούς, μοιράστηκαν το μεγαλύτερο
μέρος του σημερινού χρέους της χώρας.
* Ο Ανδρέας
Νικολόπουλος είναι Καθηγητής Βιομηχανικών Σχέσεων και Διαπραγματεύσεων στο
τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
από το 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου