του Γιώργου Μιχαλόπουλου
Ο παππούς μου πέθανε προτού καλά καλά γνωριστούμε, όταν ήμουν
έξι χρονών. Θυμάμαι αμυδρά έναν ψηλό, φαλακρό άντρα, έξυπνο και ευερέθιστο, που
του άρεσε το σκάκι και το καλό ντύσιμο. Για όσο πρόλαβε, με περιέβαλε με αγάπη.
Τα Χριστούγεννα του ’86 βγήκε κρυφά από το διαμέρισμα του στην Αλκιβιάδου, όπου
είχε καλέσει την οικογένεια για το εορταστικό δείπνο, άφησε ένα δώρο για μένα
από τον «Άη Βασίλη», χτύπησε το κουδούνι, και έτρεξε να κρυφτεί στις σκάλες.
Δεν πρόφτασε, και είδα την πλάτη του καθώς άνοιγα την πόρτα. Η απροσεξία του με
έπεισε για κάτι που από καιρό υποψιαζόμουν: ο Άη Βασίλης ήταν μια επινόηση των
μεγάλων σε βάρος των παιδιών. Οι μεγαλύτεροι διάλεγαν για εμάς τα δώρα που
αυτοί προτιμούσαν, και στα παράπονά μας ότι εμείς άλλα είχαμε ζητήσει, μετέθεταν
βολικά την ευθύνη σε έναν φανταστικό αποστολέα. Δύσπιστος και φιλύποπτος από
μωρό, η ανάμνηση αυτή επισφράγισε τον σκεπτικισμό μου και ένιωθα για χρόνια
περήφανος που απαλλάχτηκα νωρίς από το χριστουγεννιάτικο ψέμα. Με τα χρόνια
όμως, αυτό που μέτρησε μέσα μου ήταν η διακριτικότητα του παππού. Προτιμούσε να
κάνει τις καλές πράξεις αθέατος, κρυμμένος πίσω από ένα προσωπείο αυστηρότητας
και σοβαρότητας. Υποσυνείδητο κατάλοιπο των αυστηρών κανόνων και της υπακοής
στην ιεραρχία που του δίδαξε η σκληρή δεκαετία του Σαράντα; Προσωπική επιλογή
και ευαισθησία; Δεν τον γνώρισα αρκετά καλά ώστε να μπορώ να απαντήσω. Στο
κείμενο αυτό, θα αφηγηθώ σύντομα τα λίγα που έμαθα για αυτόν και την επίδραση
που είχαν πάνω μου, ειδικά στον τρόπο που προσεγγίζω την ιστορία.
Μεγαλώνοντας έμαθα από τον γιο του, τον πατέρα μου, ότι ο
παππούς ήταν αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, βετεράνος του Ελληνοϊταλικού
Πολέμου και μέλος του ΕΑΜ. Για τη ζωή του στην Κατοχή, ο παππούς δεν μίλαγε
σχεδόν ποτέ. Επαναλάμβανε αυτάρεσκα μόνο δύο ιστορίες, για το πώς ξέφευγε από
τους ελέγχους των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στην πρώτη, γύρναγε σπίτι με σφραγίδες
του ΕΑΜ κι ένα χωνί από εφημεριδόχαρτο με ψάρια που μόλις είχε αγοράσει. Όταν
είδε ότι οι ταγματασφαλίτες έλεγχαν τους περαστικούς, έβαλε τις σφραγίδες στην
αριστερή του παλάμη, αναποδογύρισε πάνω τους το χωνί και προσπέρασε κάνοντας
τον αδιάφορο. Στη δεύτερη συνάντηση του με τα Τάγματα, απέφυγε τον έλεγχο από
ένα χωριατόπαιδο που μόλις είχε καταταγεί, με ένα κοφτό «σας παρακαλώ, κύριε»
και το ύφος αξιωματικού που διατάζει σε νεοσύλλεκτο. Το επιμύθιο ήταν πως όταν
βγαίνεις στην παρανομία, πρέπει να μένεις «ψύχραιμος και καλοντυμένος». Η τύχη
όμως που τον ευνόησε στην Κατοχή, του γύρισε την πλάτη λίγους μήνες αργότερα:
μετά τα Δεκεμβριανά, τον κάρφωσαν στις αρχές πρώην συνεργάτες των Γερμανών,
αποτάχθηκε από το στράτευμα και εξορίστηκε.
Η υπόλοιπη ζωή του ήταν συμβατική. Δούλεψε στον ιδιωτικό
τομέα, παντρεύτηκε κοντά στα πενήντα μια αρκετά νεώτερή του γυναίκα,
βασιλόφρονα και νοικοκυρά, και απέκτησε έναν γιό και μια κόρη. Μέσω των
πνευματικών του ενασχολήσεων και διασυνδέσεων, εξασφάλισε τις κοινωνικές επαφές
και την αναγνώριση που του στέρησε η απόταξή του. Τα βιβλία φιλοσοφίας και
λογοτεχνίας και τα βινύλια συμφωνικής μουσικής που συνέλεγε, καθώς και η μόρφωση
σε καλά ιδιωτικά που εξασφάλισε στα παιδιά του, μαρτυρούν έναν άνθρωπο σε
αρμονία με τον κοινωνικό συντηρητισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μόνη παραφωνία
ένα δίτομο ελληνορωσσικό λεξικό, που ξέμεινε ανάμεσα σε τόμους του Πλάτωνα και
του Γιώργου Θεοτοκά, απομεινάρι μιας αποτυχημένης απόπειρας να μάθει την γλώσσα
του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Όσοι τον γνώρισαν, μου λένε ότι ο παππούς προτιμούσε να μη
σκαλίζει το παρελθόν. Δε μίλαγε για πολιτική, και η σιωπή του μαρτυρούσε
απογοήτευση, αν όχι συντριβή. Ίσως για να διαφυλάξει την έξωθεν καλή μαρτυρία,
φρόντισε να μη αφήσει κανένα γραπτό τεκμήριο για την ζωή και τις σκέψεις του.
Έτσι, εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, η μόνη χειροπιαστή μαρτυρία που
έχω ότι υπήρξε στη ζωή κάτι άλλο εκτός από κονφορμιστής μεσήλικας, είναι ένα
φωτογραφικό άλμπουμ. Οι φωτογραφίες προχωρούν χρονολογικά, και όταν φτάνουν στο
1940, μπορώ να διαβάσω τα γράμματά του με χοντρό κόκκινο μολύβι: «Αλβανικό
Μέτωπο-1940». Πάντα λακωνικός, άφηνε όσο λιγώτερα ίχνη μπορούσε για τις σκέψεις
και τις πράξεις του.
Οι φωτογραφίες με άγνωστα πρόσωπα σε άγνωστα μέρη διέγειραν
την περιέργειά μου και με έπεισαν ότι ανήκουν σε έναν κόσμο που άξιζε να
εξερευνήσω. Οι φαντάροι και οι αξιωματικοί στις φωτογραφίες δείχνουν νικητές
και κατακτητές. Ποζάρουν εξουθενωμένοι αλλά με χαμόγελο στο έδαφος μιας ξένης
χώρας, όπου υπάρχουν τζαμιά με μιναρέδες και τα πιτσιρίκια στο δρόμο φορούν
φέσια. Σε μία από τις φωτογραφίες, ο παππούς ποζάρει με τρεις συναδέλφους του
μπροστά σε έναν τοίχο με το φασιστικό σύνθημα Credere Obbedire
Combattere. Η φωτογραφία είναι ένα πολεμικό λάβαρο, σύμβολο της νίκης
εναντίον των Ιταλών. Οι τέσσερις νέοι αξιωματικοί λάμπουν από ικανοποίηση.
Η περιέργεια που μου δημιούργησαν όσα ήξερα, και κυρίως όσα
δεν έμαθα ποτέ, για τον παππού και τους συμπολεμιστές του, έμεινε για πολύ
καιρό ανεκμετάλλευτη. Μόνο τελειώνοντας τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην
Ευρώπη ένιωσα έτοιμος να πάρω την ευθύνη του σκαλίσματος των περασμένων που ο
πρόγονός μου είχε συστηματικά αποφύγει. Αποφάσισα να μάθω όσα μπορούσα
περισσότερα για τη γενιά του, τις ελπίδες και τις απογοήτευσεις που ένιωσαν στη
φοβερή δεκαετία του Σαράντα. Οι κοντινοί του συγγενείς είχαν όλοι πεθάνει και
μαζί τους κάθε ελπίδα να βρω συγκεκριμένες πληροφορίες για τον παππού. Ήταν
όμως ακόμα ζωντανοί άνθρωποι που είχαν ζήσει την ίδια εποχή και είχαν βρεθεί κι
αυτοί στο μάτι του ίδιου κυκλώνα: Πόλεμος, Κατοχή και Εμφύλιος.
Ξεκινώντας δεν ήμουν καλά καλά σίγουρος τι ήταν αυτό που
ήθελα να μάθω. Να μάθω τι σήμαινε ο πόλεμος για όσους πήραν μέρος σε αυτόν; Να
μαζέψω πληροφορίες για το πώς έζησαν οι Αθηναίοι την Κατοχή; Ή μήπως πώς τους
σημάδεψαν τα Δεκεμβριανά; Ήμουν όμως σίγουρος για το πού βρίσκονταν οι
απαντήσεις: όχι μόνο στα εκατοντάδες βιβλία που έχουν γραφτεί, αλλά στους
ίδιους τους ανθρώπους. Έτσι, με πείσμα, και για αρκετούς μήνες, υποχρέωσα
γέρους και γριές της Κατοχής να μου μιλήσουν για όσα ο παππούς συστηματικά
απέφευγε.
Οι ίδιοι οι συνομιλητές μου ήταν εξ ίσου ανίδεοι με εμένα.
Συχνά ερχόντουσαν στο ραντεβού μας με βιβλία, δικά τους ή άλλων, και με
διαβεβαίωναν ότι εκεί θα έβρισκα τις απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις μου.
Όταν τελικά τους έπειθα να αφήσουν τα βιβλία στην άκρη και να συζητήσουν, μου
επαναλάμβαναν ότι δεν είχαν τίποτε καινούργιο ή ενδιαφέρον να πουν και πως οι
ίδιοι δεν έχουν θέση στην ιστορία. Η πραγματική ιστορία, μου είπαν ξανά και
ξανά, είναι η Καζέρτα, η Γιάλτα και η Βάρκιζα, και αυτά τα πράγματα τα
αποφασίζουν στρατηγοί, βασιλιάδες και πολιτικοί. Οι ίδιοι ήταν παιδιά με κοντά
παντελονάκια στην Κατοχή και απλώς ακολούθησαν την πορεία που η Ιστορία είχε
διαλέξει για αυτούς. Οι σκέψεις και οι πράξεις τους ήταν απλά τερτίπια, ανάξια
καταγραφής.
Όπως και τα βιβλία ιστορίας, οι συνομιλητές μου προτιμούσαν
να μιλούν για τους νεκρούς παρά για τους ζωντανούς. Ο Μεταξάς, ο Αττίκ, ο
Σιάντος, ο Γεώργιος Παπανδρέου, οι ανώνυμοι αλλά πολυάριθμοι νεκροί του
πολέμου, της πείνας και του κρύου, να ποιοι ανήκουν στην Ιστορία. Αντίθετα, οι
ίδιοι δήλωναν αθώοι κάθε ιστορικής ευθύνης. Είναι μια εύλογη σκέψη: η ζωή ενός
νεκρού είναι τελεσίδικα τελειωμένη και εύκολα μπορείς να τη διαβάσεις ανάποδα.
Ξεκινάς από το τέλος και δίνεις το νόημα στη ζωή με κριτήριο τον θάνατο.
Ανάλογα με τις ιδεολογικές προτιμήσεις του ιστορικού, ένας εκτελεσμένος από την
ΟΠΛΑ μπορεί να παρουσιαστεί ως προδότης της αριστεράς, θύμα του κομμουνισμού ή
απλώς θύμα μιας ατυχούς περίστασης. Σε κάθε περίπτωση είναι απών, δεν μπορεί να
φέρει αντιρρήσεις και η ζωή του μπορεί να καταγραφεί με τρόπο σίγουρο και
απόλυτο.
Οι ζωντανοί αντίθετα είναι γεμάτοι αμφιβολίες. Οι ίδιοι μου επανέλαβαν
ξανά και ξανά ότι ήταν άτολμοι, αναποφάσιστοι, είχαν αμφιταλαντεύσεις και
σπάνια γνώριζαν (ή έστω αναζητούσαν) το νόημα των πράξεών τους. Για τους
περισσότερους, η ιδεολογική στράτευση και το πάθος της δεκαετίας του Σαράντα
ανήκουν σε έναν αλλόκοτο και ξεχασμένο κόσμο, που τα πάθη του ελάχιστη σχέση
έχουν με τον σημερινό τους εαυτό.
Εγώ όμως επέμενα να βασανίζω τους γέρους συνομιλητές μου με
ερωτήσεις, αποφασισμένος να μάθω για τον κόσμο του παππού. Το πείσμα μου
επιβραβεύθηκε, καθώς σύντομα εξοικειώθηκα με το λεξιλόγιο ενός κόσμου που έχει
οριστικά παρέλθει: λαχανίδες, γκαζοζέν, αβιταμίνωση, σορπράϊζ πάρτι,
ανθρακίτης, συσσίτια, συσκότιση, περίπολα, καρότσια, Κουρτουλούς. Συγχρόνως,
αναζητούσα επίμονα το θέμα που θα μου πρόσφερε μια κλειδαρότρυπα για να κοιτάξω
μέσα σε αυτόν τον περίεργο κόσμο. Σύντομα έκανα την επιλογή μου. Θα έγραφα για
τα συνθήματα στους τοίχους.
Τι ακριβώς με γοήτευσε τόσο με τα συνθήματα ώστε να περάσω
μήνες ψάχνοντας, συζητώντας και γράφοντας για αυτά; Κατά παράδοξο τρόπο, ανακάλυψα
ότι όλοι οι συνομιλητές μου τα γνώριζαν. Ήταν πανταχού παρόντα στην κατοχική
Αθήνα: επιτέλους, σκέφτηκα, να κάτι που συνέβη αλλά δεν υπάρχει στα βιβλία
ιστορίας. Καθώς οι συνομιλητές μου τα είδαν και πολλοί κιόλας τα έγραψαν οι
ίδιοι, τους ήταν τώρα πιο δύσκολο να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στον κόσμο του
Σαράντα. Να κάτι που αναμφισβήτητα επέλεξαν να κάνουν, κάτι
για το οποίο δεν μπορούν να επικαλεσθούν άλλοθι: πήραν τενεκεδένια κουτιά, τα
γέμισαν με μπογιά, βγήκαν στο δρόμο και μπογιάτισαν τοίχους και μάντρες με
συνθήματα κατά των Γερμανών, των Βούλγαρων και της επιστράτευσης. Είχαν κάνει
κι αυτοί το κάτι τίς τους.
Η επιλογή μου έφερε καρπούς. Ένας γιος Αρμένιων προσφύγων,
θυμήθηκε πως μια μέρα, γιατί έτσι «γούσταρε» και για να κάνει κάτι που θα του
έδινε πόντους στους συνομήλικούς του, πήρε μια κιμωλία και έγραψε κάτι (δε
θυμάται πια τι) σε μια μάντρα στο Δουργούτι. Καθώς θυμόταν το περιστατικό,
χαμογέλασε αμήχανα σα να σκέφτηκε «ναι, ήμουνα κι εγώ εκεί». Ο Αλέξης από το
Μεταξουργείο, παρόμοια, θυμήθηκε μεγαλύτερους να γράφουν, αργά το βράδυ στη
γειτονιά του, αριστερά συνθήματα με κόκκινη μπογιά, αλλά δεν θυμόταν αν είχε
γράψει και ο ίδιος. «Αυτός σε λίγο θα ξεχάσει και το όνομά του», μου είπαν
γελώντας οι φίλοι του στο καφενείο, και πράγματι ο Αλέξης τους ρωτούσε συχνά αν
θυμόντουσαν πού είχε αφήσει τα πράγματα του. Θυμόταν πάντως ότι τις μέρες της
Κατοχής στεκόταν με ένα καροτσάκι έξω από το σταθμό Λαρίσσης για να μεταφέρει
τις βαλίτσες όσων έρχονταν από την επαρχία. «Το καροτσάκι είχε διπλό πάτο»,
συνέχισε ο Αλέξης και μου έκλεισε το μάτι. «Όταν έβλεπα κανένα τυράκι ή κάνα
βάζο με ελιές, το έπαιρνα με τρόπο και το έχωνα από κάτω.» Επιτέλους, ένας
άνθρωπος ανάμεσα στους ήρωες του Σαράντα, σκέφτηκα.
Ο πρώτος όμως που μου κέντρισε το ενδιαφέρον για τα συνθήματα
ήταν ένας πανέξυπνος συνταξιούχος δημοσιογράφος, που στην Κατοχή ζούσε στην οδό
Ιπποκράτους. Η εγγύτητα του σπιτιού του στο νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας, του
έδειξε γρήγορα πόσο ευτελής έγινε η ζωή τον χειμώνα του 1941-42, καθώς τα
καρότσια ξεφόρτωναν συνέχεια πτώματα σε μαύρα χάλια. Έζησε όμως και στιγμές
ελευθερίας. Τα βράδια η πόλη τους ανήκε. Συναντούσε τους φίλους του στο
καφενείο, στην αίθουσα του μπιλιάρδου. Έφερναν τους τενεκέδες με την μπογιά και
τα πινέλα και τα έκρυβαν κάτω από τους πάγκους, χωρίς να βλέπει ο
καταστηματάρχης, που δεν ήθελε μπλεξίματα. Αφού νύχτωνε, έπαιρναν τα πινέλα και
τους κουβάδες και πήγαιναν να γράψουν. Οι περισσότεροι που είχαν μπογιατίσει
μου είπαν ότι ένιωθαν ελεύθεροι, γιατί με τις πράξεις τους αψηφούσαν τον
κίνδυνο ώστε να συνεισφέρουν έστω ελάχιστα στην πολεμική προσπάθεια των
Συμμάχων. Μία από τους συνομιλητές μου, θυμόταν ότι το πρωί περνούσε με τους
φίλους για να θαυμάσει «μετά μεγίστης ευχαριστήσεως» όσα είχαν γράψει το
προηγούμενο βράδυ.
Ο βαθμός του κινδύνου διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Στο
κέντρο, υπήρχαν τακτικές περιπολίες και τα γραψίματα μπορούσαν να γίνουν μόνο
το βράδυ, μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας. Το μπογιάτισμα γινόταν σε ομάδες,
όπου ένας έγραφε και οι υπόλοιποι κρατούσαν τσίλιες. Με αυτόν τον τρόπο, οι
πιθανότητες να τους πιάσουν επ’ αυτοφόρω ήταν ελάχιστες. Οι μοναχικοί όμως
μπογιατζήδες διέτρεχαν κινδύνους. Μία από αυτές θυμάται ότι είχε γράψει ένα
μεγάλο V, το σύμβολο της συμμαχικής νίκης, με κιμωλία, στο Πειραματικό στην
Σκουφά, όταν ξαφνικά ένας Ιταλός στρατιώτης της έδωσε δύο δυνατά χαστούκια και
τη διέταξε να πάει σπίτι της.
Οι συνομιλητές μου μού εξήγησαν ότι η κατάσταση στις
γειτονιές ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι στο κέντρο. Εκεί οι Γερμανοί δεν
έκαναν τακτικές περιπολίες και τα γραψίματα μπορούσαν να γίνουν ανά πάσα
στιγμή. Επιπλέον, στις προσφυγικές γειτονιές όπως η Καισαριανή και το
Δουργούτι, το ΕΑΜ κυριαρχούσε και τα περισσότερα αν όχι όλα τα συνθήματα, ήταν
γραμμένα από μέλη του. Ένα μέλος της ΕΠΟΝ στον Βύρωνα θυμάται ότι τα προσφυγικά
σπίτια ήταν πανομοιότυπα και έγραφαν στο μικρό κενό που υπήρχε κάτω από κάθε
παράθυρο. Οι ιδιοκτήτες λίγο μετά τα έσβηναν με ώχρα, αυτό όμως βόλευε τους
αριστερούς γιατί έτσι ανανέωναν τα γραψίματα. Αντίθετα από τις παρέες της
Ιπποκράτους που λειτουργούσαν αυθόρμητα, στην Αριστερά υπήρχαν κανόνες για το
τι και πώς το έγραφαν. Συγκεκριμένα, το ΕΑΜ χρησιμοποίησε τα γραψίματα για
τρεις σκοπούς: να ενθαρρύνει τον κόσμο ενάντια στους Γερμανούς (με συνθήματα
γενικά ενάντια στην Κατοχή), να διαδώσει ειδήσεις για τον πόλεμο και να
παροτρύνει τον κόσμο σε συγκεκριμένες πράξεις αντίστασης. Τα γραψίματα
συνεισέφεραν στην αποτυχία της επιστράτευσης στην Αθήνα, καθώς και στην
οργάνωση διαδηλώσεων κατά της Κατοχής. Όπως μου είπε επιγραμματικά ο Στάθης, ένας
θυμόσοφος ογδοντάρης, «οι μαντρότοιχοι ήταν για μας ο πίνακας ανακοινώσεων».
Όσο μάθαινα περισσότερα για τη συνήθεια αυτή των παιδιών και
των νέων, και μαζί με αυτήν για τον κατοχικό κόσμο που τη γέννησε, τόσο
περισσότερο αναρωτιόμουν «γιατί». Οι συνομιλητές μου συμφωνούσαν ότι το γράψιμο
στους τοίχους δεν ήταν παίξε-γέλασε. Αν έπεφτες σε κάποιον θυμωμένο Γερμανό
(και μετά το Στάλινγκραντ και τις απανωτές ήττες και ταπεινώσεις που το
ακολούθησαν, οι Γερμανοί είχαν πολλούς λόγους να είναι θυμωμένοι), μπορεί να σε
εκτελούσε επί τόπου. «Γιατί λοιπόν να ρισκάρεις τη ζωή σου για μια μπογιά στον
τοίχο;» ρωτούσα τους συνομιλητές μου με θράσος. Οι περισσότεροι απόρησαν με την
ερώτησή μου. Μου εξήγησαν ότι απλώς δεν σκεφτόντουσαν έτσι: κάποιοι μίλησαν για
νεανικό αυθορμητισμό, άλλοι για άγνοια κινδύνου, κάποιοι μου είπαν ακόμη ότι εκ
των υστέρων η επιλογή τους όντως μοιάζει παράλογη, αλλά τότε τους φαινόταν
αυτονόητη. Για άλλη μια φορά, έβλεπα να υψώνεται το ίδιο τείχος ανάμεσα στο
τώρα και στο τότε, και το παρελθόν να γίνεται αλλόκοτο και ανεξιχνίαστο.
Δύο μονάχα απάντησαν ευθέως στην ερώτησή μου. Ο πρώτος μου
είπε ότι είχε αποφασίσει από την πρώτη μέρα της Κατοχής ότι θα έπαιζε συνέχεια
με τον θάνατο. Γιατί; «Αν μπορούσα να φάω έναν Γερμανό ολόκληρο, θα το έκανα.»
Ένιωθε ακέραιο μίσος για τον κατακτητή. Αυτό πίστευε ότι επέβαλαν οι ιστορικές συνθήκες
και ο ίδιος ρίχθηκε στο ρεύμα με όλη του τη δύναμη. Πλήρωσε ακριβά αυτή του την
απόφαση (με πολυετή φυλάκιση), αλλά δεν μετάνιωσε στο ελάχιστο για την επιλογή
του.
Η δεύτερη απάντηση μου ήρθε εκεί που δεν το περίμενα. Στο
τέλος μιας συνέντευξης, μια παλιά Επονίτισα μου είπε ότι έψαξε πολύ ανάμεσα
στις αναμνήσεις να βρει κάτι ευχάριστο να μου διηγηθεί, για να μη τα
παρουσιάζει όλα μαύρα. Η Κατοχή της στέρησε την γνώση που περίμενε να
κατακτήσει ως πολλά υποσχόμενη μαθήτρια στο Μαράσλειο. Είδε πολλούς
συνομήλικους της να σκοτώνονται, ενώ η ίδια ανταμείφθηκε για τη συμμετοχή της
στην αντίσταση με πολύχρονη φυλάκιση. Θυμήθηκε λοιπόν ότι ένα βράδυ πήραν
εντολή να πάνε να μπογιατίσουν στο κέντρο της πόλης, και ότι μετά το
μπογιάτισμα πήγαν σε ένα ξέφωτο στην Φωκίωνος Νέγρη και περάσαν τη νύχτα όλοι
μαζί: « ήταν ένα μέρος που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχε, γεμάτο πράσινο,
γεμάτο πουλιά που κελαηδούσαν. Μετά από όσα φοβερά είχες περάσει, αυτό ήταν
κάτι που άξιζε να το ζήσεις.»
Μπορώ, λοιπόν, τώρα να πω ότι έμαθα κάτι παραπάνω για τη
δεκαετία του Σαράντα και τις τραγωδίες που τη σημάδεψαν. Μπορώ να απαντήσω με
ικανοποίηση ότι έκανα μια πρώτη καταγραφή ενός φαινομένου που μεταμόρφωσε την
πόλη όπου μεγάλωσα και ζω. Τα συνθήματα της Κατοχής έχουν βέβαια προ πολλού
σβηστεί, αλλά η συνήθεια ρίζωσε για τα καλά, και οι αθηναϊκοί τοίχοι παραμένουν
σήμερα γεμάτοι γραψίματα. Τα σημερινά γκραφίτι είναι τα δισέγγονα των
συνθημάτων της Κατοχής, γραμμένα συχνά στα ίδια κομμάτια τοίχου, πάνω από πολλά
στρώματα μπογιάς. Ένας φίλος με λαμπρές σπουδές στις θετικές επιστήμες, με
διαβεβαιώνει ότι η ανάκτηση των κατοχικών συνθημάτων είναι τεχνολογικά εφικτή
και θα είχε χαμηλό οικονομικό κόστος. Προσωπικά, όμως, είμαι σίγουρος ότι η
ελληνική κοινωνία έχει από καιρό πάρει την απόφαση να αφήσει τα συνθήματα (μαζί
με τις αξίες, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις που μαρτυρούν) αιωνίως
παραδομένα στη λήθη. Αν μου έμεινε κάτι χειροπιαστό από την αναζήτηση αυτή γύρω
από τους ανθρώπους και τα βιώματά τους, είναι η πεποίθηση ότι, αν είσαι
επίμονος και λίγο τυχερός, μπορείς να ρίξεις κλεφτές, ηδονοβλεπτικές ματιές
στον παράξενο κόσμο της Αθήνας του Σαράντα και να κάνεις μια λεπτομερή (αν και
προφανώς όχι αλάνθαστη) περιγραφή και ερμηνεία του τι συνέβη.
Επιστρέφοντας όμως στο αρχικό μου κίνητρο, δεν έμαθα τίποτα
για τη φωτογραφία του Γιώργου Μιχαλόπουλου με τους τρεις συναδέλφους του στη
νότια Αλβανία τον χειμώνα του 1940-41. Όχι μόνο γιατί δεν βρήκα πληροφορίες,
αλλά γιατί, όπως κατάλαβα από τις συνεντεύξεις μου, το βίωμα αυτό καθ’ αυτό και
η περιγραφή του είναι δύο τελείως ξεχωριστά πράγματα, ακόμα και για αυτούς που
το έζησαν σε πρώτο πρόσωπο, πόσο μάλλον για τον ιστορικό. Κατάλαβα επιτέλους
ότι, ακόμα κι αν ο παππούς μου είχε αφήσει μια λεπτομερή καταγραφή όσων έζησε
στην Αλβανία, δεν θα μπορούσα ποτέ να νοιώσω όπως ακριβώς είχε νοιώσει τη
στιγμή της φωτογραφίας. Υπό μία έννοια, το χάσμα μεταξύ παρόντος και
παρελθόντος είναι κυριολεκτικά αγεφύρωτο και αναζητούσα από την αρχή μια
χίμαιρα.
Συχνά σκέφτομαι ότι είναι ακριβώς η σιωπή του παππού μου που
με έκανε ιστορικό. Αν άφηνε παράσημα, διακρίσεις και απομνημονεύματα πίσω του,
θα με αποθάρρυνε από την περαιτέρω μελέτη. Κανείς δε θέλει να γίνει υπηρέτης
ενός ένδοξου προγόνου. Η σιωπή του, αντίθετα, με άφησε ελεύθερο να τον φτιάξω
στα δικά μου μέτρα και να δημιουργήσω σχεδόν από το μηδέν έναν πρόγονο όπως εγώ
τον ήθελα. Ο παππούς μου μού κληροδότησε ένα αίνιγμα, κι εγώ έπεσα για τα καλά
στην παγίδα του, αφιερώνοντας την ζωή μου στην αναζήτηση κάτι που εξ ορισμού
δεν υπάρχει πια, του παρελθόντος.
* Ευχαριστώ τον Παντιά Σκαραμαγκά, την θεία μου Νίνα
Μιχαλοπούλου-Πιόκου και τον Πέτρο από την Καισαριανή για τα σχόλια τους. Το
κείμενο το αφιερώνω στον πατέρα μου Δημήτρη, παραγνωρίζοντας ότι έχει πολύ πιο
απείθαρχη στίξη από ό,τι ο ίδιος θα επιθυμούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου