του Μένιου Τασιόπουλου
Η κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας και κατ’ επέκταση ΝΑΤΟ και Τουρκίας δεν σχετίζεται μονοδιάστατα με την προμήθεια ταυτόχρονα συστοιχιών S-400 και μαχητικών F-35. Η Άγκυρα υπό την ηγεσία του Ερντογάν θέλησε να επεκτείνει την γνωστή ως «επιτήδεια ουδετερότητα» σε ένα πιο αναβαθμισμένο πεδίο, αυτό της περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης σε στεριά και θάλασσα. Στο τρίγωνο δηλαδή μεταξύ Ευρώπης-Ασίας-Αφρικής επί ηπειρωτικών εδαφών και στα θαλάσσια μέτωπα Εύξεινος Πόντος, Δαρδανέλια, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Σουέζ, Ερυθρά Θάλασσα.
Για να συμβεί κάτι τέτοιο ο Ερντογάν και η ηγετική του ομάδα, λαμβάνουν υπόψη δύο διαφορετικές παραμέτρους:
- Πρώτον, την καταστροφή των κρατών της Μεσοποταμίας (Ιράκ, Συρία).
- Δεύτερον, την περιφερειακή συγκρότηση μιας «μεσογειακής συμμαχίας» μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ιορδανίας με προεκτάσεις στον Λίβανο, στην Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στην Λιβύη (εφόσον ευδοκιμήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του στρατηγού Χάφταρ από την Βεγγάζη προς την Τρίπολη), στην Ιταλία και στη Βαλκανική επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Ο Ερντογάν πατάει σε δύο διαφορετικές πρωτεύουσες συμμαχίες. Η πρώτη είναι η παραδοσιακή συμμαχία της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και με το ΝΑΤΟ. Η δεύτερη είναι με την Ρωσία. Σε ένα δευτερεύον επίπεδο επεδίωξε αφενός μια ειδική σχέση με την (υπό γερμανική ηγεμονία) Ευρώπη με έμφαση στον εμπορικό τομέα, αφετέρου μια προνομιακή σχέση με την Κίνα. Γι’ αυτήν την τελευταία ο «άσσος» της Άγκυρας είναι ότι επιτρέπει το πέρασμα του «Δράκου» από την ενδοχώρα της Ασίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στη Μεσόγειο.


















