Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Αντιμετωπίζοντας την ανισότητα στην Ευρώπη


PATRICK DIAMOND*

Οι περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες από το 1940 και μετά είχαν βασιστεί κυρίως σε έναν συνδυασμό τεσσάρων στρατηγικών για να αντιμετωπίσουν τις ανισότητες στην κατανομή εισοδημάτων και πλούτου: την επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης μέσω της διαχείρισης της ζήτησης, όπως την όρισε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, τον κεντρικό σχεδιασμό και την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την ενίσχυση των συνδικαλιστικών οργανώσεων μέσω της διαδικασίας καθορισμού των μισθών και την αναδιανομή του πλούτου μέσω της φορολογίας και των επιδομάτων. Εντούτοις, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές για την προαγωγή της ισότητας εγκαταλείφθηκαν σε πολλές χώρες. Κάθε μία από τις προαναφερθείσες στρατηγικές εμφάνισε προβλήματα. Οι κεϊνσιανές αρχές ήταν δύσκολο να λειτουργήσουν σε ανοικτές οικονομίες, όπου στην κίνηση κεφαλαίων και τις διακυμάνσεις ισοτιμιών δεν παρεμβαίνει το κράτος. Η εθνικοποίηση μεγάλων οργανισμών κοινής ωφελείας αποδείχθηκε προβληματική με κριτήριο την αποδοτικότητά τους και την ευημερία των πολιτών, ενώ και τα συνδικάτα έχασαν τα ερείσματά τους στην εργατική τάξη. Συχνά έδιναν την εντύπωση ότι εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα του παραγωγού σε έναν κόσμο όπου οι ψηφοφόροι εξελάμβαναν τους εαυτούς τους κυρίως ως καταναλωτές.
Στη δεκαετία του 1990 διαμορφώθηκε μία νέα στρατηγική, η οποία ονομάστηκε «Τρίτος Δρόμος» και την ακολούθησαν ως πρωτοπόροι οι Μπιλ Κλίντον, Τόνι Μπλερ και Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο «Τρίτος Δρόμος» ενστερνίστηκε με ζήλο την απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και πιστώσεων. Η κρίση του 2008 απέδειξε ότι οι αγορές είναι εκ φύσεως ασταθείς και δυσλειτουργικές, κάτι που οι Σοσιαλδημοκράτες αναγνώριζαν, αλλά όχι οι οπαδοί του «Τρίτου Δρόμου». Σήμερα με την επικράτηση των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, την ελαστικοποίηση της εργασίας και την ψηφιοποίηση χρειάζονται καινοτομικές πολιτικές προσαρμοσμένες στις σύγχρονες συνθήκες. Το ζητούμενο είναι να ενισχυθεί η οικονομική δύναμη των εργατών και των υπαλλήλων στις αγορές, όπου δεσπόζουν οι ιδιωτικές εταιρείες. Ορισμένοι χρησιμοποιούν έναν αδόκιμο όρο«φιλοδιανεμητικές» πολιτικές – ωστόσο, ενδείκνυται ένας συνδυασμός νέων πολιτικών με έξυπνες αναδιανεμητικές πολιτικές.

Αυτές οι νέες πολιτικές εμπίπτουν σε πολλές κατηγορίες. Η μία είναι η ενίσχυση των χαμηλόμισθων με επενδύσεις στην ποιοτική επαγγελματική κατάρτιση και τη στήριξη των νοικοκυριών με δομές φροντίδας των παιδιών. Επίσης, μία άλλη κατηγορία είναι η μείωση των εξωφρενικά υψηλών αμοιβών και η άμβλυνση του τεράστιου χάσματος μεταξύ των μισθών. Παράλληλα, με αυτήν την πολιτική είναι ζωτικής σημασίας και ο καθορισμός του ελάχιστου μισθού. Μία ακόμα κατηγορία πολιτικής είναι η μεταρρύθμιση των κεφαλαιαγορών και των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών. Το κράτος θα μπορούσε με εργαλείο την πολιτική ανταγωνισμού να μειώσει τις τιμές ειδικά στην αγορά ενέργειας, επειδή έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Τέλος, μία άλλη επιλογή θα ήταν η χάραξη πολιτικών για να αντιμετωπισθούν οι λόγω της κρίσης του 2008 επισφαλείς συνθήκες ζωής και εργασίας της νεότερης γενιάς.
* Λέκτορας Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Κουίν Μαίρη του Λονδίνου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότoπο www.socialeurope.eu


Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου