Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Λαϊκισμός: Η επικράτηση του... αδιανόητου


Χωρίς εναλλακτικές σε όσα υπόσχονται οι λαϊκιστές σε πραγματικά προβλήματα του λαού, η μάχη είναι χαμένη πριν δοθεί. Το παγκόσμιο φαινόμενο και η ελληνική περίπτωση. 

Γράφει ο Κ. Μαρκάζος*

Σε ένα ωραίο άρθρο του Yascha Mounk (λέκτορας στο Harvard) στο περιοδικό New Republic (“What the rise of populist movements means for democracy”) αναλύονται τα αίτια ανόδου του λαϊκισμού στην Ευρώπη.
Στην αρχή αναφέρεται ένα πραγματικό γεγονός· το 1830, ο Βασιλιάς της Γαλλίας έστειλε έναν νεαρό μηχανικό στην Αγγλία για να μελετήσει την πρώτη σιδηροδρομική σύνδεση Μάντσεστερ-Λίβερπουλ.
Αυτός παρατήρησε ένα τρένο να πηγαινοέρχεται πολλές φορές μπροστά στα μάτια του, έκανε κάποιους μαθηματικούς υπολογισμούς και κατέληξε στο συμπέρασμα: «Αυτό είναι αδύνατον» (“The thing is impossible”), γιατί «δεν μπορεί να δουλέψει» (“It cannot work”). Το ίδιο ανθρώπινο λάθος κάνουν και όσοι αρνούνται να αποδεχθούν ότι ζουν όσα πίστευαν ότι είναι αδύνατον να συμβούν. Πριν πέντε χρόνια κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τον Τραμπ για πρόεδρο των ΗΠΑ, ή τις περιπέτειες που ζει η χώρα με τη σημερινή κυβέρνηση.

Η παγκόσμια απειλή του λαϊκισμού

Παρακάτω αναφέρονται κάποια συμπεράσματα του άρθρου, τα οποία (σε ξεχωριστή παράγραφο) εξειδικεύονται στην εγχώρια πραγματικότητα:
1. Αποδείχθηκε λάθος ότι όταν μια χώρα έχει μια μακροχρόνια παράδοση σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, η συνεχής ενδυνάμωση της δημοκρατίας είναι μονόδρομος. Τα παραδείγματα εκλογής του Τραμπ και της ανόδου αντιδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη αποδεικνύουν το αντίθετο.

- Στη χώρα μας, ο δικομματισμός διήρκησε αδιάλειπτα 35 χρόνια. Τίποτα δεν προμήνυε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία μόλις πριν από 5 χρόνια. Το σημαντικό δεν είναι ότι ήταν αδιανόητο μέχρι πρότινος μια αριστερή κυβέρνηση. Αυτό είναι ένα πολιτικό ενδεχόμενο και προέκυψε με ελεύθερες εκλογές και όχι με πραξικόπημα. Σημαντικότερο είναι ότι υπάρχουν πραγματικοί λόγοι αμφισβήτησης της αντοχής του δημοκρατικού πολιτικού μας συστήματος (έστω του ανάπηρου που διαθέταμε) και μια επιταχυνόμενη φθορά των θεσμών κάτω από την πίεση ενός λαϊκισμού που διχάζει την κοινωνία και εξαχρειώνει την πολιτική αντιπαράθεση.
2. Οι λαϊκιστές έχουν διαφορές ανάλογα με τη χώρα. Άλλοι μπορεί να επιδιώκουν ένα θεοκρατικό καθεστώς, ενώ άλλοι είναι οπαδοί του κοσμικού κράτους. Άλλοι υποστηρίζουν τις κρατικοποιήσεις, ενώ άλλοι θέλουν ακόμη και τις φυλακές ιδιωτικές. Μοιράζονται όμως ένα κοινό πολιτικό όραμα: έναν λαό πολιτικά αμόλυντο και ομογενοποιημένο εναντίον των διεφθαρμένων ελίτ.
- Ενώ σε άλλες χώρες η άνοδος του λαϊκισμού στηρίχθηκε στο μεταναστευτικό ή στην οικονομική ανασφάλεια της μεσαίας τάξης από ένα μέλλον που φαίνεται απειλητικό, στην περίπτωσή μας η επικράτηση του λαϊκισμού πυροδοτήθηκε από το καταλυτικό γεγονός της χρεοκοπίας. Στην Ελλάδα «καταδικάστηκαν» ταχύτατα οι πολιτικές ελίτ και τα κόμματα που κυβέρνησαν ανέμελα για δεκαετίες. Οι κατηγορίες επεκτάθηκαν και σε όσους θεωρήθηκαν συνένοχοι: επιχειρηματίες («λαμόγια»), τηλεοπτικά κανάλια («βοθροκάναλα»), τραπεζίτες και λοιποί σύγχρονοι προδότες («γερμανοτσολιάδες») υπηρέτες των ξένων (όπως ο Γεωργίου).
3. Μία διαφορά ανάμεσα σε αντίθετα πολιτικά πρόσημα του λαϊκισμού είναι η δυαδική διχοτόμηση του αριστερού σε σχέση με την τριαδική του δεξιού. Ο αριστερόστροφος λαϊκισμός οριοθετεί τη διάκριση του λαού από τις ελίτ σαν έναν διχασμό των κάτω από τους πάνω. Ο δεξιόστροφος λαϊκισμός προσθέτει και μια τρίτη κατηγορία πληθυσμού, που περιλαμβάνει (κατά περίπτωση) μετανάστες, αλλόθρησκους (συνήθως μουσουλμάνους), σεξουαλικώς «διεστραμμένους», διανοούμενους με «ακραίες» ιδέες κ.ο.κ. Και στις δύο εκδοχές του λαϊκισμού, οι λύσεις που προτείνονται είναι πάντα απλές και όλα τα προβλήματα λύνονται, αν υπάρχουν «αποφασισμένοι» εκπρόσωποι του λαού στην εξουσία.
- Στην εγχώρια συγκυβέρνηση των δύο φαινομενικά αντίθετων πολιτικών τάσεων διακρίνεται καθαρά η τρίτη διάσταση, όταν οι ΑΝΕΛ καταψηφίζουν το σύμφωνο συμβίωσης (λάθος σεξουαλικός προσανατολισμός), τη δημιουργία τεμένους (λάθος θρησκεία), την καύση των νεκρών (σε κατάλληλες συνθήκες μάλλον θα έκαιγαν ζωντανούς κάποιους από όσους θέλουν να αποτεφρωθούν μετά θάνατο). Καθώς πολλές αλλαγές ψηφίζονται με τη βοήθεια της αντιπολίτευσης ή λόγω συμμόρφωσης σε οδηγίες της ΕΕ, οι δύο κομματικοί εταίροι της κυβέρνησης παραμένουν υπηρέτες των αρχών τους χωρίς κανένα κόστος, ενώ ψηφίζουν αντίθετα!
4. Οι λαϊκιστές πολιτικοί θεωρούν ότι διαθέτουν το μονοπώλιο της ηθικής εκπροσώπησης. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που τους καθιστά πραγματικά επικίνδυνους. Όποιος θεωρεί ότι διαθέτει πλεόνασμα ηθικής δεν διστάζει να ξοδέψει όσο χρειάζεται σε αδιανόητες αποφάσεις ή απονενοημένες ενέργειες.
- Στην Ελλάδα, το άυλο αυτό προτέρημα εκφράστηκε με το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς». Δευτερευόντως το διεκδικούν και άλλοι, όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες (οι υπόλοιποι αμαρτωλοί «στα τέσσερα»), η Ένωση Κεντρώων (αυτοί μάλλον απαλλάχθηκαν ευθυνών και λόγω φαιδρότητας), ακόμη και η Χρυσή Αυγή με τα «καθαρά χέρια» (που όμως βιαιοπραγούν από αγανάκτηση). Το «αριστερό» πλεονέκτημα κυριάρχησε στην Ελλάδα γιατί ιστορικά η Αριστερά διώχθηκε, χιλιάδες οπαδοί της αγωνίστηκαν ανιδιοτελώς για τις ιδέες τους, ενώ απουσίαζε από τους κυβερνητικούς θώκους.
5. Επειδή οι λαϊκιστές σε όλες τις χώρες επιφυλάσσουν μόνο στον εαυτό τους τη γνήσια πολιτική εκπροσώπηση του λαού, θεωρούν ότι δικαιούνται να έχουν τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ευρύτερων οικονομικών δραστηριοτήτων. Παρότι όλα αυτά δεν είναι πρωτοφανή γεγονότα καθώς και άλλες πολιτικές δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει παρόμοιες πρακτικές, η διαφορά εντοπίζεται στο πόσο ανοιχτά επιδιώκονται αυτά από τους λαϊκιστές σε όλα τα κράτη.
- Στη χώρα μας, ως βασικοί εχθροί αναδείχθηκαν τα συμφέροντα των ξένων ισχυρών χωρών (η ντόπια πολιτική και οικονομική ελίτ θεωρήθηκε υπηρέτης τους). Αυτό ταίριαξε απόλυτα με την παρηγοριά που προσφέρει για τις εθνικές μειονεξίες το σύνδρομο της θυματοποίησης που διατρέχει όλες τις επίσημες ιστορικές μυθολογίες (δεξιές και αριστερές). Μέχρι και οι διδαχές και ο αντιευρωπαϊσμός της επικρατούσας ελληνορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας συνεπικουρούν μέχρι και σήμερα την αντιμνημονιακή ρητορική.
Μόνο όταν επήλθε ο συμβιβασμός με τους ξένους, ήρθαν στην επιφάνεια οι δευτερεύοντες αντίπαλοι, όπως τα θεσμικά εμπόδια, η άδικη Δικαιοσύνη, ενώ είχε προηγηθεί το ρεσάλτο σε κανάλια και ιστορικές εφημερίδες. Στην οικονομική διάσταση, το κύριο χαρακτηριστικό του ντόπιου λαϊκισμού είναι η αντιεπιχειρηματική κουλτούρα. Σχεδόν το σύνολο των επιχειρηματιών θεωρούνται απατεώνες και ληστές κρατικών πόρων. Έτσι οι επενδύσεις είναι επιθυμητές μόνο ως αποτέλεσμα διακρατικών συμφωνιών ή όταν είναι κρατικά ελεγχόμενες. Ακόμα και αν ο επιχειρηματίας πρέπει να είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις. Διαφορετικά, οι επενδύσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από ανήθικες επιδιώξεις «υπερκερδών» για «περιουσιακά φιλέτα», με αντίτιμο «ένα κομμάτι ψωμί» και «ξεζούμισμα φτωχοποιημένων εργαζομένων».
6. Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι οι λαϊκιστές δεν μπορούν να κυβερνήσουν. Αντιθέτως έχουν αποδειχθεί ικανότατοι σε πολλές χώρες (όπως στην Ουγγαρία, την Πολωνία ή τη Σερβία).
- Μάταια κάποιοι περιμένουν με ανυπομονησία τη στιγμή της κατάρρευσης της σημερινής κυβέρνησης, δικαιολογώντας τη συνοχή και αντοχή της αποκλειστικά στη λατρεία της εξουσίας και των ωφελημάτων της. Την ίδια λατρεία μοιράζονται πολλοί άλλοι που βρίσκονται σε αναμονή για να καθίσουν στα κυβερνητικά πόστα (παρέα με τους δικούς τους συγγενείς και φίλους). Θεωρώ το πολιτικό ένστικτο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εξαιρετικό καθώς: (α) διαθέτει την ικανότητα να συμφιλιώνει τις εσωτερικές διαφωνίες, (β) αποφεύγει τις μοιραίες αποφάσεις, όπως θα ήταν η υιοθέτηση παράλληλου συστήματος πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ, (γ) ήδη σχεδιάζει τη μεθεπόμενη περίοδο μετά την ήττα (που αναπόφευκτα έρχεται κάποτε). Ο νέος εκλογικός νόμος (που εγγυάται ακυβερνησία), οι επιχειρηματικές συμμαχίες (έστω και με τους πιο άγαρμπους τρόπους) και η εκμηδένιση πολιτικών αντιπάλων ακόμη και με συκοφαντίες (το πιο πετυχημένο παράδειγμα είναι το “Ποτάμι” που ταυτίστηκε με τον Μπόμπολα), αποδεικνύουν ένστικτα επιβίωσης ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να μη γυρίσουν μόνιμα στην αντιπολίτευση.

Η μάχη δεν έχει ακόμη κριθεί

Η αντιμετώπιση του λαϊκισμού δεν γίνεται με ξόρκια και ευχές. Το να περιμένουμε να πέσουν κυβερνήσεις σαν ώριμα φρούτα, επειδή αναδείχθηκαν με σάπιες ιδέες και κίβδηλα συνθήματα, αποδεικνύεται μια αποτυχημένη πρακτική. Χωρίς εναλλακτικές σε όσα υπόσχονται οι λαϊκιστές σε πραγματικά προβλήματα, η μάχη είναι χαμένη πριν δοθεί (ή ορθότερα επειδή δεν έχει καν δοθεί). Αλλιώς κινδυνεύουν οι πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις που είχαν την τύχη να απολαύσουν κάποιοι άνθρωποι τις τελευταίες δεκαετίες της ιστορίας (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι νεοέλληνες).
Όλα τα υπόλοιπα είναι ευσεβείς πόθοι βολεμένων ή εφησυχασμένων που κινδυνεύουν να χάσουν μαζί με τους αντίπαλους. Η πρόοδος ποτέ δεν έχει εξασφαλισμένη τροχιά.
*Ο Κώστας Μαρκάζος είναι οικονομολόγος.

euro2day

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου