Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Θεσμικές και ανθρωπολογικές διαστάσεις της ελληνικής κρίσης

Νέα Πολιτική


του Χρήστου Ζιώγα*
Είναι πλέον ηλίου φαεινότερο πως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ηγεσίας της χώρας αφίστανται από τις ανάγκες της εξαιρετικά δύσκολης συγκυρίας. Εφ’ όσον η προηγούμενη θέση αληθεύει, αναφύεται το ερώτημα: γιατί η ελληνική κοινωνία, στην τωρινή περίσταση, εκπροσωπείται από πολιτικό προσωπικό κατώτερο των απαιτήσεων; Στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες η αντιπροσώπευση οδήγησε, εκ των πραγμάτων, στην δημιουργία μιας πολιτικής τάξης που ασχολείται αποκλειστικά με τα κοινά. Η εν λόγω τάξη προκύπτει μέσω της εκλογικής διαδικασίας, όσον αφορά την νομοθετική εξουσία, ώστε η πολιτική ηγεσία να εκπροσωπεί, πλειοψηφικά, τη βούληση του λαού.
Η προσέγγιση της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης αρχικά εστίασε στους πολιτικούς θεσμούς και τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους κι λιγότερο στα άτομα που τους στελεχώνουν. Σταδιακά ο εν λόγω επιστημονικός κλάδος εμπλουτίστηκε με θεωρητικές αναζητήσεις που φιλοδοξούσαν να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά των ατόμων που λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις βάσει της ταυτότητας, της κοινωνικής φυσιογνωμίας και της πολιτικής τους συγκρότησης. Αργότερα προστέθηκε στο μεθοδολογικό και εμπειρικό προβληματισμό το ζήτημα της στρατολόγησης, ανέλιξης και κινητικότητας των πολιτικών ελίτ εντός της κοινωνίας.

Η σαραντάχρονη διάρκεια του μεταπολιτευτικού μας βίου, μας επιτρέπει να παραθέσουμε ακροθιγώς μερικές θεσμικές και ανθρωπολογικές πτυχές που οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Δίχως αμφιβολία, η αξίωση των κομμάτων να ελέγξουν όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, εκτός από περιορισμό του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, είθισε τον λαό να τα θεωρεί, όχι λανθασμένα, ως το αξονικό στοιχείο του πολιτικού μας συστήματος. Στην πρακτική εφαρμογή ο κομματικός μηχανισμός μονοπώλησε το πολιτικό γεγονός  εκφυλίζοντάς το σε εξουσιαστικό κι έγινε ο μοναδικός δίαυλος ενασχόλησης και πρόσβασης των πολιτών σ’ αυτό. Είναι γεγονός πως ακόμη και για την πρόκτηση θέσεως στο διοικητικό μηχανισμό του κράτους η κομματική ταυτότητα αποτελούσε το διαπίστευμα για μια λαμπρή σταδιοδρομία.
Ανθρωπολογικά ο πολίτης επιδίωξε μέσω της κομματικής ιδιότητας να γίνει φορέας εξουσίας, έστω και στη μικρή κλίμακα του επαγγέλματος ή λειτουργήματός του, κι όχι να συμμετάσχει στο πολιτικό γίγνεσθαι, επ’ ωφελεία της κοινωνίας. Η εν λόγω ανθρωπολογική συμπεριφορά υπήρξε σημαντικότατος λόγος ως προς την εμφάνιση της κρίσης, αλλά και βασικός ανασχετικός παράγοντας στον τρόπο διαχείρισής της. Η αδυναμία εξόδου από την παρούσα συγκυρία καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό την απροθυμία μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού να αποδεχθεί τις ευθύνες που του αναλογούν, και κυρίως να απολέσει μέρος των προνομίων που συγκέντρωσε, σε πολλές περιπτώσεις εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, κατά την προηγούμενη περίοδο. Βαθμιαία ο Έλληνας πολίτης μετεξελίχθηκε  σε «πολιτικό» ον που αξίωνε ολοένα και περισσότερα δικαιώματα και ταυτοχρόνως φθίνουσες υποχρεώσεις στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η τωρινή ελληνική κυβέρνηση για να ανέλθει και να παραμείνει στη εξουσία προσεταιρίστηκε, πλειοψηφικά, τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις του εν λόγω ανθρωπολογικού τύπου. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ αποτελεί, ελπίζω, την τελευταία έκφανση του συγκεκριμένου πολιτικού μοντέλου, στο βαθμό που στελεχώνεται και υποστηρίζεται από ιδεοτυπικούς χαρακτήρες του επιζήμιου κοινωνικού μετασχηματισμού της μεταπολίτευσης.
Η παρούσα κυβέρνηση, η πρώτη αριστερή της χώρας, εκτός από την αντικειμενική δυσκολία να προχωρήσει το όποιο μεταρρυθμιστικό της έργο ούσα δέσμια της προαναφερθείσας κατάστασης, έχει να αντιμετωπίσει ή διαχειριστεί και τις δομικές της αντιφάσεις.  Μετά το τέλος των ψευδαισθήσεών της σχετικά με το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις δικές της δυνατότητες να την μεταρρυθμίσει, βιώνει και τη διάψευση των διεθνιστικών της αντιλήψεων για την περιττότητα ύπαρξης συνόρων και του «αναφαίρετου δικαιώματος» των ανθρώπων να μετακινούνται απρόσκοπτα όπου και όπως επιθυμούν. Παράλληλα και σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία όλοι οφείλουν να δραστηριοποιούνται πολιτικά βάσει της ταξικής τους συνείδησης, η οποία αποκτάται συμφώνα με τη θέση που κατέχει έκαστος στην κοινωνία. Το ερώτημα που ανακύπτει, υπό αυτό το πρίσμα, είναι: κατά πόσο δύναται να δηλώνει κάποιος αριστερός, έχοντας σημαντική περιουσία, οποία μάλιστα είναι επενδεδυμένη σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα του καπιταλιστικού συστήματος;
Κλείνοντας πιστεύω πως η κρίση έχει έντονο ανθρωπολογικό αποτύπωμα και σε καμία περίπτωση η υπέρβασή της δεν προϋποθέτει μόνο θεσμικής μορφής ή οικονομικής προσαρμογής μεταρρυθμίσεις. Η χώρα θα αλλάξει παρευθύς αν ο καθένας μας ξεχωριστά περάσει τη βάσανο της αυτοκριτικής δίχως, την εκ προοιμίου, μετάθεση των ευθυνών σε τρίτους. Ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης, δύο δεκαετίες πριν, σημείωνε με το μοναδικό σκωπτικό του ύφος: «Η αιτιολογία, όμως δεν αποτελεί, δικαιολογία, και δεν ενδείκνυται ως πραξεολογία! Αντίθετα επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ιδίους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος του πιστεύει μέχρι εσχάτως!». (Π. Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, σελ. 182).
* Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου