Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσωτερική υποτίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσωτερική υποτίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Η αποτυχία της πολιτικής «εσωτερικής υποτίμησης» ως προς την επιδιωκόμενη μείωση τιμών στον τομέα της μεταποίησης στην ελληνική οικονομία.


του Κώστα Μελά

Στο κείμενο πολιτικής του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ με τίτλο «Κόστος εργασίας και περιθώρια κέρδους στα χρόνια των Μνημονίων», εξετάζονται : η σχέση κόστους εργασίας  και τιμών, συνολικού κόστους και τιμών (δηλαδή η διαμόρφωση των περιθωρίων  κέρδους), και η σχέση των περιθωρίων κέρδους και άλλων  δεικτών  κερδοφορίας με τις επενδύσεις στη μεταποίηση. Η περίοδος  που εξετάζεται είναι τα έτη 2010-2016, επειδή , σύμφωνα με τα δεδομένα, η διαδικασία της εσωτερικής  υποτίμησης  ολοκληρώθηκε το 2016, εφόσον το έτος αυτό σταμάτησαν οι μειώσεις των  τιμών.

Είναι γνωστό ότι ο διακηρυγμένος στόχος, της πολιτικής «εσωτερικής υποτίμησης» ήταν η γενική μείωση των τιμών των εγχωρίων αγαθών και υπηρεσιών έναντι των αντίστοιχων τιμών των ανταγωνιστριών χωρών, προκειμένου να μειωθεί το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και να βρεθεί σε θέση σχετικής ισορροπίας.

Σύμφωνα με τη θεωρητική αντίληψη, με βάση την οποία ασκείται η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ως προς τις τιμές,  οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο υψηλό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.  Επομένως χρειαζόταν η δραστική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Τα μέσα που επιλέχθηκαν για τη μείωση του κόστους εργασίας και της συνεπαγόμενης μείωσης των τιμών , από τις ελληνικές κυβερνήσεις και τους διεθνείς δανειστές ήταν η πρωτοφανής μείωση των ονομαστικών και των πραγματικών μισθών, είτε απευθείας με διοικητικά μέσα , είτε μέσω της παρατεταμένης ύφεσης , είτε με τις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας.   

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Γιατί τώρα αξίζει να κοιτάξουμε το ελληνικό χρηματιστήριο


Η παγίδα της εσωτερικής υποτίμησης που βούλιαξε την οικονομία και τις τράπεζες και γιατί τώρα φαίνεται κάτι να αλλάζει. Τα δύο «κλειδιά» για το θετικό σενάριο και η λάθος συζήτηση. 

Γράφει ο Β. Παζόπουλος

Σε όσους παρακολουθούν την αρθρογραφία μου ή έχουν διαβάσει το βιβλίο Επενδυτές Χωρίς Σύνορα, η άποψη ότι δεν ήταν συνετό να επενδύσουμε στην ελληνική αγορά είναι γνωστή από χρόνια.
Πραγματικά, όποιος επέλεξε την αμερικανική αγορά κάνοντας μια ορθολογική διαχείριση των χρημάτων του, σώθηκε. Όχι μόνο δεν έχασε χρήματα όλη αυτή την περίοδο της κρίσης, αλλά αντιθέτως κέρδισε. Κάποια διαστήματα μάλιστα είχαμε πολύ καλή απόδοση.
Ο λόγος που θεωρούσα πως έπρεπε επενδυτικά να εγκαταλείψουμε την ελληνική αγορά, φυσικά αφορούσε την αποκάλυψη της δεινής θέσης που βρέθηκε η χώρα το 2009. Όμως το ότι ρίξαμε μαύρη πέτρα πίσω μας για τόσα πολλά χρόνια αφορούσε σε κάτι άλλο: Στην προσπάθεια διάσωσης.
Γιατί; Γιατί επιλέχτηκε η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης. Γιατί τη φοβόμουν αυτή την πολιτική; Μα το ίδιο το ΔΝΤ, λίγους μήνες πριν υπαχθούμε στη… στοργική αγκαλιά του, ανάφερε σε έκθεσή του πως όπου έχει εφαρμοστεί, έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική και αντιαναπτυξιακή.
Γιατί; Ένας από τους λόγους ήταν πως η αγορά δεν αφέθηκε ελεύθερη. Η διαμόρφωση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων δεν είναι αποτέλεσμα προσφοράς και ζήτησης. Είναι κεντρικά κατευθυνόμενη.

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Είναι λύση η «δημοσιονομική υποτίμηση»;


Πώς ο Ισημερινός επιχειρεί τη μείωση του κόστους παραγωγής των εξαγωγικών κυρίως επιχειρήσεων, χωρίς δικό του νόμισμα. Τα προβλήματα και οι ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση.

του Τάκη Μίχα*

H Ελλάδα και ο Ισημερινός έχουν ένα κοινό σημείο: Δεν έχουν εθνικό νόμισμα. Ετσι ο μεν Ισημερινός χρησιμοποιεί το δολάριο ενώ η Ελλάδα χρησιμοποιεί το γνωστό μόρφωμα.
Αυτό τούς αφαιρεί τη δυνατότητα της χρήσης της υποτίμησης, ως του εργαλείου που θα αποκαταστήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα, με επακόλουθο, η απώλεια ανταγωνιστικότητας να εκφράζεται σε ανεργία: 25% στην Ελλάδα, περίπου 8%-10% στον Ισημερινό.
Ακολουθώντας το παράδειγμα της Ισπανίας, η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ισημερινού επιχειρεί σήμερα μία νέα μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος που θεωρητικά έχει τα πλεονεκτήματα της υποτίμησης, χωρίς όμως να συνεπάγεται την εγκατάλειψη του νομίσματος που χρησιμοποιεί η χώρα. Πρόκειται για τη λεγόμενη «δημοσιονομική υποτίμηση» (devaluación fiscal), οικονομική πολιτική την οποία η Ισπανία άρχισε να εφαρμόζει από το 2014.
Η νέα αυτή πολιτική έχει ως ακρογωνιαίο λίθο την προσπάθεια μείωσης του κόστους παραγωγής μέσω της μείωσης έως κατάργησης των κοινωνικών εισφορών της εργοδοσίας, μέτρο που, σύμφωνα με την El Pais, βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Οι κοινωνικές εισφορές περνάνε από τον επιχειρηματία στο κράτος.

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Γιατί ο Ευρω-νότος δεν γλιτώνει την εσωτερική υποτίμηση


Η ανεπαρκής ζήτηση στις χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης εξωθεί την περιφέρεια σε μόνιμη λιτότητα, υποστηρίζει ο global strategist της PIMCO. Το πρόβλημα των NPLs και η υπόσχεση για τραπεζική ένωση. Τι αλλάζει με το τέλος του QE.

του Gene Frieda*

Πέντε χρόνια πριν, την ίδια εβδομάδα με αυτή, η ιστορική δήλωση «whatever it takes» του Μάριο Ντράγκι άλλαξε την πορεία της κρίσης του ευρώ, με τον πρόεδρο να διευκρινίζει πειστικά τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως δανειστή έσχατης ανάγκης για τα κράτη της ευρωζώνης.
Έχοντας αγοράσει χρόνο για τις χώρες και την ευρύτερη περιοχή για να αντιμετωπίσουν τις διαρθρωτικές τους αδυναμίες, πόση πρόοδος έχει γίνει; Από τη δική μας οπτική ως επενδυτή, το συμπέρασμα είναι: όχι πολύ.
Παρά την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν ως προέδρου της Γαλλίας, οι προοπτικές για εμβάθυνση της νομισματικής ένωσης παραμένουν φτωχές. Χωρίς ένα εργαλείο αμοιβαιοποίησης του χρέους ή ενός «υπερεθνικού» τραπεζικού συστήματος, τα ομόλογα χωρών της περιφέρειας όπως της Ιταλίας και της Ισπανίας τείνουν να αντιδρούν περισσότερο ως ένα εταιρικό ομόλογο σε περίοδο κυκλικής αδυναμίας.
Τι κάνει τα ομόλογα των χωρών της «περιφέρειας» να συμπεριφέρονται περισσότερο σαν πίστωση παρά σαν χρέος χωρίς ρίσκο; Είναι αντιμέτωπες με μια θεμελιώδη αντίφαση: οι οικονομίες τους πρέπει να αναπτυχθούν γρήγορα για να μειώσουν το χρέος, αλλά η ανάπτυξη πρέπει να παραμένει αδύναμη για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης.

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Εσωτερική Έναντι Εξωτερικής Υποτίμησης στην Ελληνική Οικονομία



του Θεόδωρου Μαριόλη και Νικόλαου Ροδουσάκη
Στο παρόν άρθρο πραγματοποιείται μία υποθετική εμπειρική σύγκριση των επιπτώσεων της εσωτερικής με την εξωτερική υποτίμηση στη διεθνή ανταγωνιστικότητα και στη διαταξική κατανομή του κοινωνικού εισοδήματος της ελληνικής οικονομίας.  Για αυτόν τον σκοπό, κατασκευάζονται δύο ομόλογα δυναμικά τιμιακά υποδείγματα εισροών-εκροών, τα οποία εφοδιάζονται με στατιστικά στοιχεία από τον Συμμετρικό Πίνακα Εισροών-Εκροών του έτους 2010. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η εσωτερική υποτίμηση συνιστά μία συγκριτικά αργή και αναποτελεσματική διαδικασία βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η οποία ανακατανέμει, επίσης, το εισόδημα υπέρ των κερδών, σε όχι ασήμαντο βάθος χρόνου.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

H Ελληνική Tραγωδία στο Eυρωπαϊκό Θέατρο: Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ύφεσης

iskra


Του Ιωάννη Θεοδοσίου

Πρόλογος: Καπιταλισμός και Νεοκλασική Οικονομία 1

Λέγεται ότι ο Robert Lucas, ο αρχιερέας του νεοκλασικού/νεοφιλελεύθερου δόγματος είχε πει στους φοιτητές του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο ότι «χρειάζεται να ασχοληθούμε μόνο δέκα λεπτά με τον Keynes· ξέρουμε ότι η θεωρία του δεν λειτουργεί».
Αυτό δεν είναι μια μεμονωμένη θέση αλλά η γενικευμένη αντίληψη που κυριαρχεί δογματικά στην νεοκλασική παράδοση και διαμορφώνει τη συζήτηση σχετικά με την οικονομική πολιτική. Για τον Lucas η μόνη οικονομική λειτουργία που μπορεί να εξασφαλίσει οικονομική ευημερία είναι αυτή των ανεμπόδιστων αγορών. Οι οικονομολόγοι της γενεάς μου και όσοι ακολούθησαν αργότερα έχουν εκπαιδευτεί άριστα στο «θαύμα» των οικονομικών της ελεύθερης αγοράς και της ικανότητάς της να εξασφαλίζει την ευημερία. Οι ιδέες και η ανάλυση του Keynes σε ένα μεγάλο ποσοστό έχουν διαγραφεί από τη διδασκαλία των οικονομικών επιστημών και τη δημόσια συζήτηση για την οικονομική πολιτική.
Αντίθετα με τα παραπάνω, το Σχήμα 1 δείχνει καθαρά ότι οι επιπτώσεις των ανεμπόδιστων αγορών στον πλούτο και την ευημερία του πληθυσμού, δεν συνάδουν με κανένα τρόπο με τη σταθερότητα και την ευημερία του.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν βοηθά την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της ευρωζώνης.


του Κώστα Μελά

Από την αρχή της κρίσης, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έγινε η κυρίαρχη αντίληψη για τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής κρίσης βασισμένη στις λογικές της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης.

Η επίμονη επικέντρωση στην ανταγωνιστικότητα εδράζεται ουσιαστικά στην αντίληψη ότι η κρίση ανταγωνιστικότητας είναι κρίση ανταγωνιστικών κόστη και τιμών, η οποία οφείλεται από τη απόκλιση στην εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.

Υπογραμμίζοντας τα παραπάνω υπάρχουν τρεις βασικές υποθέσεις οι οποίες έχουν μετατραπεί σε τρία κεντρικά λάθη της προσέγγισης της εσωτερικής υποτίμησης.

1.      Ότι υπάρχει ευθεία αιτιακή σύνδεση μεταξύ μοναδιαίου εργασιακού κόστους και ανταγωνιστικότητα τιμών κάθε χώρας.

2.      Η ανταγωνιστικότητα τιμών είναι το κλειδί που προσδιορίζει την αποτελεσματικότητα των εξαγωγών κάθε χώρας.

3.      Η μεγέθυνση του ΑΕΠ και η οικονομική αποδοτικότητα καθοδηγούνται κυρίως από την απόδοση των εξαγωγών κάθε χώρας.

Πριν από τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα αντιμετωπίζονταν μέσω της υποτίμησης των νομισμάτων. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης , η μείωση του εργασιακού κόστους μέσω μείωσης και παγώματος των μισθών σαν τη μοναδική δυνατότητα να ξεπεραστούν οι  μακροοικονομικές ανισορροπίες και να υποστηριχθεί η μεγέθυνση εντός της ευρωζώνης.
Το κλειδί σε αυτή την στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές διαμέσου της μείωσης των σχετικών τιμών των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην χώρα σε σχέση με τους εμπορικούς τους εταίρους. Όμως, η όλη οικονομική δικαιολόγηση  αυτής της στρατηγικής βασίζεται σε τρία θεμελιώδη λάθη.  

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Το ΔΝΤ, η εσωτερική υποτίμηση στην ευρωζώνη και ο ρόλος της ΕΚΤ


Τα ερωτήματα που προκύπτουν από την τελευταία έρευνα του ΔΝΤ για την ευρωζώνη. Πόσο αναγκαία ήταν τελικά η μείωση των μισθών σε χώρες χτυπημένες από την κρίση όπως η Ελλάδα; Ο ρόλος των επιτοκίων. 

Γράφει ο Κ. Μελάς*.


Ερευνητές του ΔΝΤ δημοσιοποίησαν εργασία (1) στην οποία διερευνούν την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη.
Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται από αυτή την εργασία, εάν χτυπηθούν ταυτόχρονα χώρες από την κρίση, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης (μείωση των ονομαστικών μισθών) μπορεί να είναι αποτελεσματική, μόνο αν συνοδευθεί από ανάλογα επεκτατική νομισματική πολιτική.
Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου είδους νομισματικής πολιτικής, η εσωτερική υποτίμηση (μείωση των ονομαστικών μισθών) θα προκαλέσει μείωση του ΑΕΠ στις συγκεκριμένες χώρες και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη νομισματική περιοχή της ευρωζώνης.
Για να είμαστε ακριβείς, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, υπάρχει ο εξής επιμέρους διαχωρισμός:
- Αν υπάρχει μόνο μία χώρα που χτυπήθηκε από την κρίση, τότε η εσωτερική υποτίμηση θα προκαλέσει ανεξαρτήτως της νομισματικής πολιτικής, αύξηση του ΑΕΠ της χώρας και αύξηση του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Το ΔΝΤ και τα αποτελέσματα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη (2).


του Κώστα Μελά

«Κανένας  δεν πρόκειται να αρνηθεί την πρόταση, ότι μια μείωση των ονομαστικών μισθών η οποία συνοδεύεται από την ίδια συνολική ενεργό ζήτηση όπως πρώτα θα συνδέεται με αύξηση της απασχόλησης , ωστόσο, το ακριβές ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι αν η μείωση των ονομαστικών μισθών θα συνοδεύεται ή όχι από την ίδια συνολική ενεργό ζήτηση όπως πρώτα , μετρούμενη σε όρους χρηματικούς, ή πάντως, από μια συνολική ενεργό ζήτηση που δεν μειώνεται πλήρως αναλογικά προς τη μείωση των ονομαστικών μισθών( δηλαδή, που είναι κάπως μεγαλύτερη μετρούμενη σε όρους μονάδων μισθού)»[1].

Προφανώς το πρόβλημα είναι αυτό που περιγράφει, με απόλυτη ακρίβεια, ο Keynes.
Πως επιδρά, λοιπόν ,  η μείωση των ονομαστικών μισθών  στην οικονομία μιας χώρας ενταγμένης σε μια νομισματική ένωση (όπως η ευρωζώνη) ;

Σύμφωνα με τους αναλυτές του ΔΝΤ και τα στατιστικά αποτελέσματα της προσομοίωσης που χρησιμοποίησαν « υποθέτοντας μείωση 2% στους μισθούς και στον πληθωρισμό» θα επέλθει βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και στις εξαγωγές , ενώ η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ , βραχυχρόνια , θα είναι αβέβαιη. Ο λόγος ότι χαμηλότεροι μισθοί και πληθωρισμός –ίσως και αντιπληθωρισμός- δύναται να συμπιέσουν την εγχώρια ζήτηση και να αυξήσουν το βάρος του χρέους. Συνεπώς η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές και η εγχώρια ζήτηση  κινούνται  σε αντίστροφες κατευθύνσεις».   

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Το ΔΝΤ και τα αποτελέσματα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη


του Κώστα Μελά

Ερευνητές του ΔΝΤ δημοσιοποίησαν ερευνητική εργασία[1] στην οποία διερευνούν την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη.

Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται από αυτή την εργασία, εάν κτυπηθούν ταυτόχρονα χώρες από την κρίση , η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης (μείωση των ονομαστικών μισθών) μπορεί να είναι αποτελεσματική , μόνο αν συνοδευθεί από ανάλογα επεκτατική νομισματική πολιτική. Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου είδους νομισματικής πολιτικής , η εσωτερική υποτίμηση  (μείωση των ονομαστικών μισθών) θα προκαλέσει μείωση του ΑΕΠ στις συγκεκριμένες χώρες και στη συνέχεια σε ολόκληρη την νομισματική περιοχής της ευρωζώνης.

Για να είμαστε ακριβείς, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, υπάρχει ο εξής επιμέρους διαχωρισμός :

-          Αν υπάρχει μόνο μια χώρα που χτυπήθηκε από την κρίση ,τότε η εσωτερική υποτίμηση , θα προκαλέσει ανεξαρτήτως της νομισματικής πολιτικής , αύξηση του ΑΕΠ  της χώρας και αύξηση του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν εξαλείφει τις ανισορροπίες της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.


του Κώστα Μελά

Τον Ιούλιο 2015, η Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας (Banca d’Italia) δημοσίευσε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του δείκτη ανταγωνιστικότητας ως προς τη τιμή[1] και την εφάρμοσε στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία). 

Σύμφωνα με τα στοιχεία η εξέλιξη του δείκτη[2] ανταγωνιστικότητας ως προς την τιμή ,από το 2009 , παρουσιάζεται στη Γραφική παράσταση 1. 


Γραφική παράσταση 1.






Πηγή: Francesco Saraceno:  Squilibri nell’eurozona: non è un problema di competitività di prezzo

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Εσωτερική υποτίμηση: Η αλήθεια που δεν λέγεται

euro2day



του Γιώργου Παπανικολάου 
Ενόσω οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης ομιλούν περί της ανάπτυξης (που προς το παρόν παραμένει κρυμμένη πίσω από την επόμενη... γωνία), στην οικονομία συνεχίζεται η σκληρή διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, διαδικασία της οποίας οι βαθύτερες συνέπειες θα φανούν τα επόμενα χρόνια.
Όταν γίνεται λόγος για εσωτερική υποτίμηση η σκέψη των περισσοτέρων πηγαίνει αυτόματα στις τρέχουσες τιμές των ακινήτων και των αγαθών, ή και στη συντελεσθείσα συμπίεση του επιπέδου των μισθών.
Με αυτά τα δεδομένα, οι επιπτώσεις φαντάζουν ως τώρα μάλλον περιορισμένες, ιδίως στις τιμές. Ωστόσο οι διαδικασίες που έχουν τεθεί σε κίνηση είναι πολύ βαθύτερες και δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές.
Ίσως το πιο βασικό στοιχείο, που φαίνεται ότι θα καθορίσει το μέλλον, είναι τα επίπεδα των μισθών για τους νεοεισερχομένους στην αγορά εργασίας.

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Από το Ευρώ στην πτώχευση : Η μεγάλη έρευνα: εσωτερική υποτίμηση και προστασία της τραπεζικής ελίτ – Δ Μέρος


Κυριακή 14 Απριλίου 2013

DNWR* in the EA

by Paul Krugman


That’s downward nominal wage rigidity in the euro area (and actually in neighboring countries too). I’ve been talking about DNWR in the US context, but it’s a much bigger issue in Europe, where the whole adjustment strategy relies on “internal devaluation”: countries that experienced large capital inflows during the period 2000-2007 are supposed to regain competitiveness by cutting costs, and that’s really hard if nominal wages have to come down.
Now, there have been various claims of success for internal devaluation. Some of them rely on alleged surges in productivity, which mainly seem to be statistical illusions (e.g., Ireland looks good because pharma has held up while everything else shrinks); some rely on overall wage numbers, which include savage cuts in public-sector wages. However, Eurostat has just released numbers for hourly compensation excluding agriculture and public administration (pdf), and they show very little movement in nominal wages except in Greece. Here are the percentage changes from 2008 to 2012:.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Do some countries in the Eurozone need an internal devaluation? A reassessment of what unit labour costs really mean

Vox


Jesus Felipe, Utsav Kumar

The problem with Greece, Ireland, Italy, Portugal, and Spain is that they are uncompetitive and need to internally devalue – or so the argument goes. This column challenges this conclusion by pointing out that the measure used to back it up – unit labour costs – is flawed and misguided. Europe’s periphery lack of competitiveness is related to the types of products they export and not to the fact that their labour is expensive.


Along the periphery of Europe, there is supposedly a new crisis to add to the growing list, i.e. the crisis of “competitiveness”. Many analysts have concluded that workers in Greece, Ireland, Italy, Portugal, and Spain are too expensive compared with their far more efficient German competitors (Dadush and Stancil 2011). The argument seems to be that, in order to restore their competitiveness, these countries have just one option. Because they are all members of the euro, exchange-rate devaluation is out. For the same reason, monetary policy is out. And the monetary union has imposed fiscal rigidity, tying policymakers’ hands. That leaves only one route for adjustment: The labour market.

As a result, policy discussions are now focused on ways to lower unit labour costs. The drawback of this argument and discussion, however, is that the way unit labour costs have been calculated to reach the conclusion above is problematic. Unit labour costs are defined as the ratio of the nominal wage rate (in euros per worker) to labour productivity (in units of output per worker, e.g., number of automobiles produced per worker). The units are, therefore, euros per automobile. But this is not the way the unit labour costs that are being discussed are calculated.

In a new paper (Felipe and Kumar 2011), we discuss a number of problems with the recent work on unit labour costs in the Eurozone and the policy recommendations derived from it. We discuss four issues. The first two are conceptual. The third one refers to the comparison with Germany. And the last one is a comment on the empirical relationship between unit labour costs and growth. Europe’s peripheral countries are in trouble but the problem and solutions are unrelated to their aggregate unit labour costs.