Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Η απατηλή δύναμη της εικόνας σε έναν κόσμο του φαίνεσθαι

Νέα Πολιτική


του Μιχάλη Α. Μελετίου
Μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις! Έτσι δεν λέγεται συχνά; Δυστυχώς, αυτό ίσχυε μέχρι πρότινος. Στις μέρες της απόλυτης μεταστροφής των νοημάτων και της ψυχρολουσίας, μια εικόνα ισούται με μηδέν λέξεις.
Αυτός ο πανταχόθεν και άνευ προηγουμένου βομβαρδισμός που δεχόμαστε με βάση τη δύναμη της εικόνας, μας έχει μετατρέψει σε όντα της συνήθειας και της αβουλίας. Εντελώς παθητικούς. Μας έχει γίνει δεύτερη φύση η αντιμετώπιση της ζωής μας ως μια μεγάλη κινηματογραφική προβολή που εμείς δεν συμμετέχουμε ενεργά ως πρωταγωνιστές αλλά, απεναντίας, παρακολουθούμε ως θεατές. Η συγκεκριμένη ταινία ωστόσο, είναι αληθινή και πρόκειται για την ίδια μας τη ζωή.
Γιατί όμως οι εικόνες σήμερα έχουν λάβει ρόλο αποχαυνωτικό και όχι αφυπνιστικό; Η απάντηση προέρχεται από την ανάγκη της χρήσης της πληροφορίας ως μέσο επιβολής και ως μέσο καθορισμού των συνειδήσεων. Πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε, έστω κι αν ακούγεται ωμό και εξωπραγματικό: είμαστε πειραματόζωα μιας τρελής πορείας, δέσμιοι των εικόνων, που πλέον κανένας δεν μπορεί να ελέγξει διότι τροφοδοτείται με τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτοί που επιβουλεύονται την ελευθερία κίνησης, σκέψης και δράσης των μεμονωμένων ατόμων, ομάδων ή κοινωνικών συνόλων, έχουν ως απώτερο στόχο να επιβάλουν και να επιβάλλουν συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, ώστε εύκολα και χωρίς καμία αντίδραση να επιφέρουν τις αλλαγές που έχουν κατά νου για το δικό τους όφελος. Κλειδί σε αυτή τη διαδικασία αποτελεί η διαρκής έκθεση του «θύματος» σε κατευθυνόμενα οπτικά, ακουστικά και φραστικά ερεθίσματα ούτως ώστε, σιγά-σιγά, να εξαναγκάζεται μέσω της συνήθειας να κάμπτει τις αντιδράσεις του για το περιεχόμενο, την ποιότητα και το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των ερεθισμάτων. Οι γνώσεις και κατά ένα μεγάλο βαθμό η συνήθεια και η βία κατασκευάζονται από το εργαλείο που λέγεται πληροφορία. Ουσιαστικά οι πληροφορίες που κουβαλάμε μέσα μας θα καθορίσουν το πώς θα δράσουμε και το πώς θα ζήσουμε.

Από τα τρία ερεθίσματα που αναφέρθηκαν, τα οπτικά είναι τα πλέον καθοριστικά. Το γιατί, μας το πιστοποιεί η βιολογία μας. Η όραση είναι η βασικότερη αίσθηση των πρωτευόντων (μέλος της οικογένειας των οποίων ανήκει και ο άνθρωπος). Σε αυτήν βασίζονται κυρίως για την επεξεργασία και την ανάλυση του περιβάλλοντός τους. Την κρισιμότητα της όρασης καταδεικνύουν και τα άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που έμειναν τυφλοί και που ως αντιστάθμιση, ο οργανισμός τους ανέπτυξε σε ακραίο βαθμό άλλες αισθήσεις (πχ την οξεία ακοή) για να μπορέσει να αναπληρώσει κάπως το κενό. Ειδικά σε εμάς, τους Homo sapiens, η όραση θεωρείται ως το απόλυτο ερέθισμα για την διέγερση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Τα οπτικά ερεθίσματα προκαλούν μια πολύπλοκη διέγερση των νευρώνων του εγκεφάλου που έχει ως αποτέλεσμα την γένεση τόσο στερεότυπων όσο και μοναδικών αντιδράσεων σε κάθε ερέθισμα. Αυτές οι αντιδράσεις καλύπτουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης αντίληψης και δραστηριότητας. Από την φυσιολογία μέχρι την ψυχολογία και την στρατηγική σκέψη για τον σχεδιασμό των επόμενων κινήσεων. Για παράδειγμα, η θέα ενός διαμελισμένου πτώματος στην αληθινή ζωή (πραγματική εικόνα), μπορεί να προκαλέσει έναν κυκεώνα ψυχοσωματικών αντιδράσεων που συχνά φέρνει τον οργανισμό στα όριά του ενεργοποιώντας μηχανισμούς μάχης ή φυγής. Η θέα όμως ενός τέτοιου πτώματος στην τηλεόραση, αρχικά ως μέρος μιας ταινίας, παράγει πολύ πιο ήπιες αντιδράσεις στον θεατή με αποτέλεσμα να χάνει την αίσθηση του πραγματικού γεγονότος. Έτσι, εν τέλει ο θεατής εκπαιδεύεται (με ή χωρίς εισαγωγικά) στην παγίωση εκ μέρους του μιας αναίσθητης και ανάλγητης ψυχολογίας που, εν καιρώ τω δέοντι, θα θολώσει την κρίση του και θα κάνει τη διαφορά όταν χρειαστεί να δράσει υπέρ ή και εναντίον μιας κατάστασης που θα προκαλέσει νεκρούς στον αληθινό κόσμο. Το ίδιο ισχύει και με την υπερέκθεση στο σεξ, στη βία γενικότερα αλλά και στην κουλτούρα του ηδονισμού. Σχεδόν όλα τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε πλέον, βασίζονται στην προαγωγή των ενστίκτων και όχι της σκέψης. Μα η ανθρώπινη ιστορία ήταν από πάντα μια αδιάκοπη μάχη για την μη επικράτηση των ενστίκτων μας. Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν οι νόμοι, τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, ο διαχωρισμός της γης, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα της έκφρασης και άλλα τόσα. Όποτε χάθηκε αυτή η μάχη, και στο πρόσφατο παρελθόν αυτό έγινε πάμπολλες φορές, η ανθρωπότητα μέτρησε πληγές που ακόμα χαίνουν.    
Όλα αυτά που βιώνουμε σήμερα ως απόρροια (και) της έκθεσής μας στον πόλεμο της εικόνας, μας έχουν ξεχειλίσει την ψυχή με φαυλότητα. Γίναμε υπερταϊσμένοι μέχρι κορεσμού μα και κενοί ταυτόχρονα. Απωλέσαμε αυτό που λέγετε στη γλώσσα της πιάτσας ως «το μάτι της τίγρης» ή και πιο απλά «δίψα για ζωή». Με άλλα λόγια, χάσαμε τη μαχητική εγρήγορση που μας μετέτρεπε διαρκώς σε μη προβλέψιμους λόγω της ποικιλίας της εναλλαγής των συνθηκών και λόγω των αποφάσεων που αυτές απαιτούσαν να ληφθούν για να τις υπερκεράσουμε.
Αυτή την τραγική διάσταση έχει λάβει σήμερα η εικόνα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ασχολούνται με την τηλεόραση και τα άλλα μέσα μαζικής προβολής, το κάνουν για την τσέπη τους και για την ικανοποίηση του εσωτερικού τους «ψώνιου» για αναγνωρισιμότητα. Δεν το κάνουν ως γρανάζια κάποιου αδιόρατου κέντρου συνομωσίας που θέλει να αλευροποιήσει τη συνείδησή μας. Για τούτο ακριβώς τον λόγο αναφέρθηκε στην αρχή ότι είμαστε πειραματόζωα μιας τρελής πορείας που πλέον κανένας δεν μπορεί να ελέγξει διότι τροφοδοτείται με τον ίδιο της τον εαυτό. Και είναι πολύ επικίνδυνη αυτή η αλήθεια για τη συνέχεια. Αν δεν μπορέσουμε να θέσουμε αξιόπιστα νέα όρια στο τι επιτρέπεται να προβάλλεται και τι όχι, η κατάσταση θα χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ευθύνης προέρχεται από τη δική μας αλληλεπίδραση με το μέσο. Παραχωρήσαμε σε άτομα αμφιβόλου ηθικής, αμφιβόλων κινήτρων και αμφιβόλου ψυχικής υγείας το κλειδί για τα ενδόμυχα του μυαλού μας. Πραγματικά, η σκέψη ότι ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ελέγχει τις πληροφορίες που λαμβάνουν εκατομμύρια ανυποψίαστοι πολίτες είναι πραγματικά φρικιαστική. Αυτοί οι άνθρωποι, εφόσον το θελήσουν, μπορούν άνετα να μας μάθουν με τι να χαμογελάμε, με τι να κλαίμε, τι να φοβόμαστε και τι να σκεφτόμαστε.
Δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος να σταματήσει όλο αυτό που μας παρασέρνει. Ίσως και να μην υπάρχει. Ίσως να απαιτούνται κάποια άλλα γεγονότα που να ξεφεύγουν από τα δικά μας όρια επηρεασμού και που θα φέρουν τέτοιες αναταράξεις, ώστε κι εμείς να επωφεληθούμε. Συρία, Τουρκία, Ουκρανία, Βαλκάνια, οικονομική αβεβαιότητα, μια γερμανική Μεσευρώπη που αναδύεται μέσα από τις στάχτες της, μεταναστεύσεις, κοινωνικές ανισότητες, έλλειψη οραμάτων. Έγινε ξαφνικά η Ελλάδα μας μια τεράστια αρένα έντεκα εκατομμυρίων μονομάχων που προσπαθούν απλά να ζήσουν μέχρι την επόμενη μέρα. Τα προβλήματα της περιοχής μας ωστόσο, μας έχουν ήδη ξεπεράσει. Τα γεγονότα που περιμέναμε να έρθουν για να μας σώσουν τάχα από τη δυσμενή μας θέση, ήρθαν και εμείς δεν πήραμε μυρωδιά. Πώς άλλωστε να πάρουμε μυρωδιά; Αφού εμείς περιχαρακώσαμε τους εαυτούς μας στο φαίνεσθαι των ψεύτικων εικόνων που τόσο πολύ λατρεύουμε. Η αίσθηση της όσφρησης όμως, συχνά μπορεί να αποβεί σωτήρια. Ζούμε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι κρατώντας ένα σπίρτο στο χέρι. Θέλουμε να το ανάψουμε για να δούμε. Ο χώρος ωστόσο είναι κατακλεισμένος από υγραέριο. Μια σπίθα ανοησίας ακόμα, είναι ικανή να μας σκοτώσει. Μόνο η όσφρηση θα μας πει την αλήθεια. Και η όσφρηση ως αίσθηση, είναι πολύ πιο απαιτητική από την όραση. Απαιτεί να υπάρχει παγιωμένη μνήμη. Λειτουργεί επίσης καλύτερα όταν έχουμε τα μάτια μας κλειστά. Δηλαδή όταν αποκλείουμε εντελώς τις εικόνες…  
*Βιολόγος, συγγραφέας και συνεργάτης της Νέας Πολιτικής



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου