Ο αντίκτυπος της Γαλλικής Επανάστασης αντηχεί ιδεολογικά και πολιτικά σ' ολόκληρη την Ευρώπη και γονιμοποιεί ενυπάρχουσες αντίστοιχες σπερματικές δυναμικές στις γειτονικές χώρες, με πρώτη σε εύρος και ένταση ζυμώσεων την άμεσα γειτνιάζουσα προς τη Γαλλία αλλά πολιτικά κατακερματισμένη Γερμανία. Η ίδια η Ελληνική Επανάσταση του 1821 καθίσταται αδιανόητη χωρίς την ευρεία διασπορά των αποήχων αυτού του κοσμοϊστορικού επαναστατικού προηγουμένου.
Χωρίς την ανάγκη να σταθούμε στις παλινωδίες των πολιτικών υλοποιήσεων των αξιών του Διαφωτισμού σ' ολόκληρη την Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα (και ιδιαίτερα στην ίδια τη Γαλλία) ή στην αδυναμία τους να ολοκληρωθούν στην κατακερματισμένη Γερμανία μέχρι σχεδόν και το 1948 (Grundgesetz), ανασκοπώντας απλώς την πολιτικο-πολιτισμική ιστορία της Ευρώπης (αλλά και ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού, στη διευρυμένη έννοια που έχει αποκτήσει μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα) από το παρατηρητήριο του σήμερα (, 2016), αισθανόμαστε πολύ ισχυρή την διανοητική παρώθηση να θεωρήσουμε την περίοδο ακμής του ευρωπαϊκού διαφωτισμού ως μιαν πολιτικά ανολοκλήρωτη ιστορική παρένθεση που οι προεκτάσεις της μέσα στον 20ο αιώνα συλλαμβάνονται ως εντυπωσιακά εξασθενημένες.
Η ιστοριογραφία των ιδεών του 20ου αιώνα δεν δικαιούται να θεωρήσει τον 20ο αιώνα ως αιώνα του ακέραιου ορθολογισμού, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρά την μεταπολεμική (Β' παγκόσμιος πόλεμος) διεύρυνση των δημοκρατικών καθεστώτων και πέραν της Δύσης ή, πολύ περισσότερο, την εκπληκτικήν ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Τα αυταρχικά/δικτατορικά/απολυταρχικά/ολοκληρωτικά καθεστώτα του α' ημίσεος του 20ου αιώνα που οδήγησαν στους δύο αδιανόητα αιματηρούς μεγάλους πολέμους και στις απάνθρωπες ακρότητες που τους συνόδεψαν, δικαιολογούν επαρκώς την εκτίμηση ότι μέσα στον 20ο αιώνα έχει σημειωθεί το ναδίρ του Διαφωτισμού. Επιπλέον, παρά τη διάδοση των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο και την τυπική θεσμική κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως συνταγματικών κεκτημένων στις περισσότερες απ' αυτές, ομοίως παρά την την έκρηξη της εφαρμογής του ορθού λόγου στον τομέα των επιστημονικών επιτευγμάτων, είναι πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο ο Διαφωτισμός έχει ανακτήσει παγκοσμίως υπολογίσιμο έδαφος. Ο “δημοκρατικός συνταγματισμός'' και η επιστημονική έκρηξη δεν αρκούν ως επιχείρημα για την σταθερή διάλαμψη των αρχών του 18ου αιώνα, όπως τις διατύπωσε η πολιτική κωδικοποίηση της Γαλλικής Επανάστασης στο τρίπτυχο liberte-egalite-fraternite.
Τονίσαμε αρχίζοντας τη συζήτηση ότι ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα υπήρξε το ιδεολογικό σύστοιχο της ιστορικής ανόδου της αστικής τάξης προς την πολιτική εξουσία κυρίως στην Γαλλία και στην Αγγλία. Οι φιλελεύθερες και εξισωτικές διεκδικήσεις της αστικής τάξης κράτησαν τα πρωτόκολλα του Διαφωτισμού ζωντανά, τουλάχιστον μέχρι το 1848. Από την εποχή όμως που που η ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης ολοκληρώνεται ως πολιτική εξουσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι το 1914, η λάμψη των ανθρωπιστικών ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αρχίζει να θαμπώνει. Το θάμπωμα αυτό συλλαμβάνεται ως συνάρτηση των πολιτικών φοβιών της θριαμβεύουσας αστικής τάξης απέναντι στην άνδρωση των εργατικών κινημάτων στις περισσότερες δημοκρατίες της Δύσης. Αποτελεί ασφαλώς καθαρή επιβεβαίωση της εγελειανής ιστορικής διαλεκτικής ότι η μετάπτωση της φιλελεύθερης αστικής πρωτοπορείας του 18ου και 19ου αιώνα σε αμυντική αυτοσυντήρηση και συντηρητική υπεράσπιση ιστορικών ταξικών κεκτημένων ήρθε ως αποτέλεσμα της διευρυμένης εκβιομηχάνισης και της επέκτασης των ίδιων των εφαρμογών των δημοκρατικών αρχών του Διαφωτισμού (ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα) σε όλες τις νεοφώτιστες ευρωπαϊκές και μη δημοκρατίες (καθολική ψήφος).
Οι πολιτικές φοβίες της αστικής τάξης απέναντι στον ισχυροποιούμενο ταξικό κίνδυνο που αναδείκνυε η άνοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού επέτρεπε να συγχωρεθούν μορφές ταξικής αντίδρασης που εξωθούσαν κατά περίσταση τα ιδεώδη του Διαφωτισμού στο περιθώριο της εθνικής πολιτικής. Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 που δημιούργησε το κοινωνικοπολιτικά ασύμβατο με τον διεθνοποιημένο ως τότε καπιταλιστικό περίγυρο κρατικό υποκείμενο της ΕΣΣΔ, ολοκλήρωσε ένα φάσμα διεθνοποιημένου κινδύνου ο εφιάλτης του οποίου δηλητηρίασε τη φιλελεύθερη αστική συνείδηση ολόκληρου του 20ου αιώνα μέχρι το καταλυτικό έτος 1989. Η ταξική πάλη των νέων ιστορικών δυνάμεων από το 1848 μέχρι το 1989 έθεσε σε πολυμερή αμφισβήτηση τις αισιόδοξες ανθρωπιστικές αρχές του 18ου αιώνα εν ονόματι αυτής της ίδιας της ιστορικής τους προστασίας!
Η αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας που όξυνε τις ταξικές συγκρούσεις διεθνώς, υποχρέωσε την άρχουσα αστική τάξη (το ιστορικό υποκείμενο του επαναστατικού ανθρωπιστικού φιλελευθερισμού του 18ου και 19ου αιώνα) να ερωτοτροπεί με την περιστολή των φιλελευθέρων λύσεων για την εξασφάλιση της κοινωνικοπολιτικής της κυριαρχίας. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ολόκληρος ο 20ος αιώνας είναι, λίγο-πολύ, η ιστορία της μερικής ή και ολικής κατά περίσταση απάρνησης από την ίδια την αστική τάξη του ιστορικού της ιδεολογικού εαυτού και των ιδεολογικό-πολιτικών καταβολών της. Μέσα στον 20ο αιώνα η αστική τάξη αφυδατώνεται σε μονοδιάστατη και ισχνή κεφαλαιοκρατία που μέχρι το 1989 διατελεί υπό το άγχος της (έστω, κατά κανόνα, απρόσφορης) σοσιαλιστικής αμφισβήτησης.
Μετά το 1917 αλλά κατ' εξοχήν μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου το αποτέλεσμα του οποίου σάρωσε τις ειδεχθέστερες μορφές αμυντικών ιδεολογικών και οργανωτικών παρεκκλίσεων της αστικής εξουσίας στις αστικές κοινωνίες (ναζισμός-φασισμός) ακόμη και πέραν της Ευρώπης (Ιαπωνία), η αναγκαιότητα μαχητικής συνύπαρξης των δύο διαφορετικών ιδεολογικοπολιτικών κόσμων συντήρησε στο ιδεολογικό-θεωρητικό επίπεδο την ικμάδα των ανθρωπιστικών αξιών του δυτικού φιλελευθερισμού. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιστρατεύτηκε στη δεκαετία του '70 ως η αιχμή της αντικομμουνιστικής αντεπίθεσης των δυτικών δημοκρατιών. Η σοβιετική, παράλληλα με τις ανατολικοευρωπαϊκές και τριτοκοσμικές προεκτάσεις της, εφαρμογή του σοσιαλιστικού πρωτοκόλλου έφθειρε αποφασιστικά το δήθεν εξισωτικό μοντέλο κοινωνίας που προωθήθηκε εκ των άνω από αυταρχικούς-ολοκληρωτικούς κρατικούς μηχανισμούς. Η κατάρρευση όμως του σοσιαλιστικού υποδείγματος το 1989 και ο συνεπακόλουθος ιδεολογικός θρίαμβος του καπιταλισμού μέσα στο θεσμικό κέλυφος της δυτικού τύπου δημοκρατίας αποδέσμευσε σ' ολόκληρο τον κόσμο τις δυνάμεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης, χωρίς πλέον την αυτοσυγκράτηση των κεφαλαιοκρατικών υπερβολών απέναντι σε ένα αντίπαλο ανασχετικό πολιτικοκοινωνικό δέος.
Η απελευθέρωση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από το άγχος της ενεργού πολιτικής και κυρίως γεωοικονομικής αμφισβήτησης εισήγαγε την παγκόσμιοποιημένη πλέον οικονομία σε μια πολιτισμική περίοδο απόλυτης αλαζονείας και αυτονομίας του κεφαλαίου. Απελεύθεροι πλέον οι μηχανισμοί της συσσώρευσης από κάθε ιδεολογική-πολιτική αναστολή εστράφησαν ανενόχλητοι εναντίον του του ίδιου του ιστορικού τους προστάτη που υπήρξε το μεταπολεμικό κεφαλαιοκρατικό κράτος (νεοφιλελευθερισμός). Η συγκεκριμένη πολιτικά ανενδοίαστη συμπεριφορά συνεχίζεται ως σήμερα, παρά την εμπειρία των αλλεπαλήλλων χρηματοπιστωτικών κρίσεων που σε τόσο σύντομο χρόνο επισυμβαίνουν υπό το καθεστώς της διεθνούς κεφαλαιακής ασυδοσίας. Οι δυνάμεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης, υπό την μεταβιομηχανική μορφή του αμιγούς και χειράφετου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου διεκδικούν την πολιτικά απεριόριστη ελευθερία δράσης των λεγομένων μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς εν ονόματι των υποτιθεμένων ευεργετικών τους αποτελεσμάτων υπέρ των ανοιχτών κοινωνιών ολόκληρου του πλανήτη.
Ασφαλώς ουδείς μπορεί βασίμως να αμφισβητήσει την μετά το 1989 εκτίναξη των ορίων του πλουτισμού σε ιστορικά αδιανόητα επίπεδα. Η απελευθέρωση των διεθνών αγορών και η περιστολή των κρατικών ελέγχων στην διεθνή οικονομία αποδέσμευσε λανθάνουσες παραγωγικές δυνάμεις σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αποτέλεσμα της ενεργοποίησης νέων οικονομικών δυνάμεων σε όλη την επιφάνεια της γης, της Αφρικής μάλιστα μη εξαιρουμένης, ήταν η μετακίνηση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η ανάγκη όμως της πλουτιστικής έκρηξης, χωρίς πλέον ενδιαφέρον για την κοινωνική της κατανομή, έχει εκτρέψει τις πολιτικές προτεραιότητες της παγκόσμιας πολιτικής μονοδιάστατα προς την κατεύθυνση της διατηρησιμότητας των όρων αναπαραγωγής της εις βάρος αξιών και επιδιώξεων που μέχρι τη δεκαετία του 1980 αποτελούσαν την προτεραιότητα των εθνικών πολιτικών. 'Εχει καταστεί πλέον συνείδηση ότι η δημοκρατία και οι κοινωνικές προϋποθέσεις που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της βιωσιμότητάς της υποβαθμίζονται καθημερινά σε υποδεέστερες, αν όχι αμελητέες πολιτικές ιεραρχήσεις εμπρός στις τεχνοπολιτικές απαιτήσεις της απρόσκοπτης κεφαλαιακής αναπαραγωγής που έχει μεταλλαχθεί σε αμιγώς χρηματοπιστωτική. Η τεχνοπολιτική έχει επικαλύψει την βιοπολιτική, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις ανθρώπινες κοινωνίες.
Είναι γεγονός ότι τις αρχές του 21ου αιώνα ο “δημοκρατικός συνταγματισμός” αποτελεί στις περισσότερες χώρες του πλανήτη την κρατούσα οργανωτική πολιτειακή μορφή. Από την άποψη αυτή ο Φουκουγιάμα των αρχών του '90 έχει δικαιωθεί. Παρά ταύτα οι πολιτικές στρεβλώσεις που παράγονται από τη διάχυτη χρηματοπιστωτική διαπλοκή στη λειτουργία των δημοκρατιών του υπερώριμου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και η βαρύνουσα μεταφορά ανεπίσημης πολιτικής ισχύος σε δημόσιους αλλά κυρίως ιδιωτικούς τεχνογραφειοκρατικούς μηχανισμούς (όπως π.χ. Κεντρικές Τράπεζες) έχουν ήδη οδηγήσει στις περισσότερες κατ' όνομα δημοκρατίες σε παρεκβάσεις πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα που συνηγορούν για την επερχόμενη επικράτηση ενός καλπάζοντος αντι-διαφωτισμού, εφ' όσον οι κλειστές διαδικασίες που διαμορφώνουν το σημερινό και το αυριανό περιβάλλον της πολιτικής και οικονομικής ζωής δεν υποβάλλονται στον απαιτούμενο δημοκρατικό έλεγχο. Ήδη η αρχή της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών έχει οδηγήσει σε απαράδεκτο δημοκρατικά ερμητισμό σε ότι αφορά τις κατευθύνσεις οικονομικών αποφάσεων που προκριματίζουν την κατανομή του ιδιωτικού πλούτου και την διαχείριση των θέσεων εργασίας.
Οι αξίες του δυτικού διαφωτισμού τυπικά εμφανίζονται ότι ισχύουν και ότι συνεχίζουν να διαπνέουν τα κείμενα της παγκόσμιας πολιτικής νομοθεσίας. Οι εγγυήσεις όμως για την εφαρμογή τους συρρικνώνονται. Κυρίως δεν επηρεάζουν την παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι διαπλοκές και οι οριακές ρυθμίσεις της οποίας ευνοούν την επικράτηση χρηματοπιστωτικών ολιγαρχιών στην υπηρεσία των οποίων κάμπτονται οι πολιτικές εξουσίες που υποτίθεται ότι υπηρετούν τη δημοκρατία και τις ανθρωπιστικές αξίες. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, ομηριάζονται μακροπρόθεσμα και χωρίς προοπτική ομαλής διαφυγής τα ίδια τα εθνικά κράτη που κατά τα άλλα θέλουν να ανάγουν την καταγωγή και τη δικαίωσή τους στον αιώνα των ευρωπαϊκών φώτων.
Πολιτική ελευθερία, ελεύθερη αγορά και ανοιχτή κοινωνία συμπορεύονται εδώ και τέσσερεις αιώνες στην ανοδική πορεία της δύσης και του ευρύτερου δυτικού πολιτισμού προς την ευμάρεια και τη δημοκρατία. Η αποθέωση όμως της ελεύθερης αγοράς από τά μέσα της δεκαετίας του '80 έχει επιταχύνει μηχανισμούς παραγωγής και ανισοκατανομής του πλούτου εμπρός στους οποίους οι κρατικές εξουσίες αμηχανούν.
Η πολιτική και κοινωνική δικαίωση των πολιτικών εξουσιών εμφανίζεται ενεχυριασμένη στις απαιτήσεις ενός γιγαντούμενου χρηματιστικού παρασιτισμού που δεν παράγει πλέον πλούτο για τις κοινωνίες αλλά περιορίζεται σε μια κοινωνικά και πολιτικά άγονη αυτοτροφοδότηση. Το πρόβλημα έχει προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Αλλά η αντιμετώπισή του δεν είναι βεβαίως τεχνικό ζήτημα που αφορά ένα ηλιθίως εξειδικευμένο τεχνοκρατικό ιερατείο. Είναι ζήτημα που αφορά το μέλλον του ίδιου του πολιτισμού, οι ευρωπαϊκές πηγές και καταβολές του οποίου δεν επαρκούν ίσως πλέον για την ολοκληρωμένη επανακοινωνικοποίησή του.
Η ιστορική όμως κληρονομία του ευρωπαϊκού διαφωτισμού παραμένει για την ώρα η μόνη ανθρωπιστική παρακαταθήκη που εξακολουθεί να αρθρώνει υπολογίσιμα αξιακά ρήματα απέναντι στον τεχνοχρηματιστικό Μαμωνά των αγορών.
Οι δημοκρατίες δεν μένει λοιπόν παρά να προσανατολίζονται ακόμη σταθερά στην δεδομένη ιστορική κιβωτό της διαθήκης, μέχρι τουλάχιστον η πρόοδος της επιστήμης αναδείξει μια νέα μεσσιανική ανθρωπολογία μέσα από την αυχμηρή έρημο του δυτικού μηδενισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου