του Βασίλη Καραπιστόλη
Σε άλλους καιρούς ήταν κοινή η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι υπάρχουν για να προσβλέπουν σε κάτι που δεν εξαντλείται στα δεδομένα της πραγματικότητας. Αρκεί να μην παραβασίζονται στις προβλέψεις τους. Αυτό φρονούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες, το ίδιο και οι Ρωμαίοι.
Με την Αναγέννηση, ωστόσο, επέρχεται μια αλλαγή, κι αυτή είναι που μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα. Μαζί με την επιθυμία να αναδείξει ο άνθρωπος ό,τι πιο γόνιμο κρύβει μέσα του, αναπτύχθηκε τότε και η επίγνωση ότι αντίκρυ του ορθώνεται μια αλλόκοτη θεότητα, που ούτε να την ελέγξει μπορεί, ούτε καν να την κατανοήσει καλά. Είναι η Τύχη.
Κατά την περίοδο εκείνη είναι συχνή η απεικόνιση ενός συμβόλου που δείχνει μια γαλέρα να θαλασσοδέρνεται. Πάνω της βρίσκεται ο κυβερνήτης, κρατώντας γερά το τιμόνι. Ο δυνατός άνεμος είναι η μοίρα. Μπορεί ο άνεμος να δυναμώσει ξαφνικά ακόμη περισσότερο ή μπορεί ν’ αλλάξει κατεύθυνση.
Απέναντι σ’ αυτά τα ενδεχόμενα ο κυβερνήτης το μόνο που έχει είναι το μυαλό και τα χέρια του. Είναι σε θέση να προσδιορίσει τον πλου του σκάφους κάτω από τους περιορισμούς, στους οποίους βρίσκεται. Σε τι ελπίζει λοιπόν; Στο ότι οι δυνάμεις που ξέρει ότι έχει, δεν θα τον εγκαταλείψουν. Άρα, κατά κάποιον τρόπο γνωρίζει ότι, όπως συνέβη και άλλες φορές, τα ανακλαστικά του θα λειτουργήσουν, οι γνώσεις του θα εφαρμοστούν, η ψυχραιμία του θα αποδώσει καρπούς.



