Outside the Wall
Ο ΝΙΤΣΕ ΔΕΝ είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.
Ο Νίτσε σηματοδοτεί το τέλος μιας μεγάλης παράδοσης του στοχασμού στη γερμανική γλώσσα, η οποία ξεκινάει με τον γερμανικό ιδεαλισμό (Καντ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ) και κατά κάποιον τρόπο εκπνέει με το δικό του εγχείρημα. Ο νεοκαντιανισμός που ακολουθεί, με όλα τα παρακλάδια του (περιλαμβανομένων των Dilthay και Husserl), αντιπροσωπεύει μια εντελώς άλλη παράδοση, ακαδημαϊκή κατά τις βαθύτερες αρθρώσεις της και με ένα καινούργιο νόημα του όρου, που συνδέεται με την τελική διαμόρφωση και γραφειοκρατική άρθρωση του εθνοκρατικά ελεγχόμενου πανεπιστημίου. Διότι, από ιστορική άποψη, η παράδοση για την οποία μίλησα ακολουθεί κατά πόδας τις ταραχώδεις εξελίξεις στα γερμανόφωνα κρατίδια οι οποίες, από τους πρώτους κραδασμούς που εξαπέλυσε η Γαλλική Επανάσταση και μέσ’ από μια σειρά θεσμικών κλυδωνισμών, θα οδηγήσουν μέχρι την ενοποίηση της Γερμανίας από τον Βίσμαρκ (στη δεκαετία του 1870). Ο Karl Löwith μίλησε για ένα «επαναστατικό ρήγμα στη σκέψη του δέκατου ένατου αιώνα»,1 και η διάγνωσή του ήταν ορθή: τεχνικά μιλώντας, πρόκειται για την οριστική εγκατάλειψη της μεγάλης θεωρησιακής φιλοσοφίας και κατάρρευση του φιλοσοφικού συστήματος ως τέτοιου, που ακολούθησε το τέλος του εγελιανισμού και συνδέεται με την παρουσία και το καταλυτικό έργο μια δράκας ριζοσπαστών διανοουμένων τους οποίους αποκαλούμε σήμερα «εγελιανή αριστερά»· ιστορικοφιλοσοφικά μιλώντας, σηματοδοτεί την αντίδραση μιας ευαίσθητης μερίδας διανοουμένων στον επερχόμενο «δημοκρατικό» απολυταρχισμό: δηλαδή, στο γραφειοκρατικό «κλουβί» του σύγχρονου εθνικού κράτους και, προπαντός, στην οδυνηρή πραγματικότητα της οποίας αποτελούσε το κράτος αυτό τη συγκάλυψη και ταυτόχρονα νομιμοποίηση – τις άγριες νέες μορφές εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης που συνυφαίνονταν με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και την επεκτεινόμενη εμπορευματική αγορά.
Ο ΝΙΤΣΕ ΔΕΝ είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.
Ο Νίτσε σηματοδοτεί το τέλος μιας μεγάλης παράδοσης του στοχασμού στη γερμανική γλώσσα, η οποία ξεκινάει με τον γερμανικό ιδεαλισμό (Καντ, Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ) και κατά κάποιον τρόπο εκπνέει με το δικό του εγχείρημα. Ο νεοκαντιανισμός που ακολουθεί, με όλα τα παρακλάδια του (περιλαμβανομένων των Dilthay και Husserl), αντιπροσωπεύει μια εντελώς άλλη παράδοση, ακαδημαϊκή κατά τις βαθύτερες αρθρώσεις της και με ένα καινούργιο νόημα του όρου, που συνδέεται με την τελική διαμόρφωση και γραφειοκρατική άρθρωση του εθνοκρατικά ελεγχόμενου πανεπιστημίου. Διότι, από ιστορική άποψη, η παράδοση για την οποία μίλησα ακολουθεί κατά πόδας τις ταραχώδεις εξελίξεις στα γερμανόφωνα κρατίδια οι οποίες, από τους πρώτους κραδασμούς που εξαπέλυσε η Γαλλική Επανάσταση και μέσ’ από μια σειρά θεσμικών κλυδωνισμών, θα οδηγήσουν μέχρι την ενοποίηση της Γερμανίας από τον Βίσμαρκ (στη δεκαετία του 1870). Ο Karl Löwith μίλησε για ένα «επαναστατικό ρήγμα στη σκέψη του δέκατου ένατου αιώνα»,1 και η διάγνωσή του ήταν ορθή: τεχνικά μιλώντας, πρόκειται για την οριστική εγκατάλειψη της μεγάλης θεωρησιακής φιλοσοφίας και κατάρρευση του φιλοσοφικού συστήματος ως τέτοιου, που ακολούθησε το τέλος του εγελιανισμού και συνδέεται με την παρουσία και το καταλυτικό έργο μια δράκας ριζοσπαστών διανοουμένων τους οποίους αποκαλούμε σήμερα «εγελιανή αριστερά»· ιστορικοφιλοσοφικά μιλώντας, σηματοδοτεί την αντίδραση μιας ευαίσθητης μερίδας διανοουμένων στον επερχόμενο «δημοκρατικό» απολυταρχισμό: δηλαδή, στο γραφειοκρατικό «κλουβί» του σύγχρονου εθνικού κράτους και, προπαντός, στην οδυνηρή πραγματικότητα της οποίας αποτελούσε το κράτος αυτό τη συγκάλυψη και ταυτόχρονα νομιμοποίηση – τις άγριες νέες μορφές εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης που συνυφαίνονταν με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και την επεκτεινόμενη εμπορευματική αγορά.
