Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Γιατί ο αντιλαϊκισμός γίνεται λαϊκισμός


Μια από τις βασικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές  πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, είναι πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές ελίτ. Αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση, την χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια  στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων, οι οποίοι αγωνίζονται να αποτελέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίοι, όταν κερδίσουν τις εκλογές και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την ίδια έννοια του λαϊκισμού εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
του Κώστα Μελά
Στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, μεταξύ αντιπάλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση “λαϊκών” αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, σαν λαϊκίστικα. Ό,τι είναι για το έναν λαϊκό είναι για τον άλλον λαϊκίστικο και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου. Έτσι, ο λαϊκισμός είναι μια έννοια αρνητικά φορτισμένη. Δεν υπάρχει κανένας είτε είναι πολιτικός, είτε είναι διανοούμενος, που να έχει αποδεχτεί τον τίτλο του λαϊκιστή.
Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού, χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο. «Λαϊκισμός είναι ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώνεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής» (Κονδύλης Παναγιώτης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1991, σ. 242 ).

Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πράξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω απόψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.
«Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τιμωρείται ανάλογα» (Στο ίδιο, σ. 243).
Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανισθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως, σπρώχνει στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με την δική του οπτική. Η πολιτική λειτουργία της έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σαφών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια, λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρχική έννοια της ισότητας.
Η τελευταία είναι, επίσης, μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο, εκτός αν επιλεγούν, δια συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτήρια, τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής-νεφελώδης προσέγγιση, υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» ένα σαφέστατο συμβολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.
Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία μια επισήμανση υπό τύπου συμπεράσματος. Αυτό που συνάγεται από τα προηγουμένως λεχθέντα, καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι  ούτε μόνον προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων, ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν. Όσοι επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας, οδηγούνται σε αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πολιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκισμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις αρχηγεσίες που τα εξαπατούν.
Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινωνική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον, αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η δημαγωγία δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου (Αντόνιο Γκράμσι, Passato e Presente – Grandi Ambitioni e Piccole Ambitioni – Quaderni di Cαrcere, Editori Riuniti, Roma). Όμως, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας ως  βασική αναλυτική κατηγορία του λαϊκισμού. Εάν ίσχυε αυτό, τότε η ιστορικά διαπιστωμένη  διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας στερεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα στην έννοια του λαϊκισμού, ως ειδική κατηγορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερμηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων, ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την κατ’ αρχάς πρόταξη κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων αντικειμενικών κριτηρίων καθιστά την όποια προσπάθεια μάταιη, ή τις περισσότερες φορές οδηγεί στην  αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.
Παρόλα αυτά και σε αυτές τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, σε κάποια χρονική στιγμή εμφανίζεται ως λαϊκισμός η αντίληψη που αναφέρεται ή επικαλείται τον λαό ως αντίπαλο δέος τόσο στην κατεστημένη δομή εξουσίας όσο και των κυρίαρχων ιδεών και αξιών. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό. (Canοvan M., Εμπιστοσύνη στον Λαό! Ο Λαϊκισμός και οι δύο όψεις της Δημοκρατίας, εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2010, τεύχ. 110, σ. 58-69).
Στις σύγχρονες δυτικές μαζικοδημοκρατίες η ισχνή και ρέπουσα προς την ολιγαρχία και αυταρχικότητα «δημοκρατία» αμφισβητείται. Με το υπάρχον καθεστώς των παγκοσμιοποιημένων αγορών, το πρόβλημα είναι ότι η πιθανότερη απάντηση είναι επίσης αυταρχική, αντιδημοκρατική και λαϊκιστική στην ακραία της μορφή. Απάντηση που σίγουρα δεν συνάδει με την έννοια της δημοκρατίας που εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία, την ισονομία και στην ισοπολιτεία.
Οι αρχηγεσίες που σήμερα θέτουν μόνες τους τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντιλαϊκιστών», τουλάχιστον στη σημερινή φάση της παγκόσμιας κατάστασης και κυρίως στην αναπτυγμένη Δύση, ουσιαστικά αποτελούν τους απολογητές της κατεστημένης εξουσίας και του υποδείγματος-καθεστώτος που κυριαρχεί τα τελευταία 30-40 έτη. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα-καθεστώς έχει προκαλέσει σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό) της ζωής των πολιτών στη Δύση και όχι μόνον,  αποτελέσματα που βρίσκονται στον αντίποδα της δικής του υπόσχεσης και εξαγγελίας. Οι σταυροφόροι του κυρίαρχου υποδείγματος-καθεστώτος (νεοφιλελευθερισμός) το είχαν επιβάλλει με τη διαβεβαίωση ότι θα αυξήσει τη γενική ευημερία. Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, ουδέν ψευδέστερο. Αλλά δεν είναι αυτό το σημείο που θέλω να αναδείξω. Αυτό είναι εύκολο να αναδειχθεί με βάση τα πραγματολογικά στοιχεία.
Το σημείο που θέλω να αναδείξω είναι ότι η όλη πολιτική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης εκ μέρους των συγκεκριμένων αρχηγεσιών. Δεδομένου ότι επικαλούνταν τη βελτίωση της γενικής ευημερίας των πολιτών, ουσιαστικά έκαναν σαφή αναφορά, in senso lato ή in senso stretto, στην έννοια της ισότητας. Προφανώς (ή όχι;) γνώριζαν ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Επομένως υπό την έννοια αυτή, ο λαϊκισμός ενυπήρχε και ενυπάρχει εγγενώς στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το παρόν καθεστώς-υπόδειγμα (νεοφιλελευθερισμό).
Αλλά ακόμη και αν στην αρχή της εφαρμογής του συγκεκριμένου υποδείγματος δεν γνώριζαν τα αποτελέσματα της προτεινόμενης πολιτικής, τώρα τα γνωρίζουν. Συνεπώς, το να  επικαλούνται την ανάγκη συνέχισης  της ίδιας πολιτικής και να υποστηρίζουν το ίδιο υπόδειγμα-καθεστώς, στο όνομα της ισότητας και της γενικής ευημερίας των πολιτών, αποτελεί ακραίο δείγμα λαϊκισμού. Κι αυτό, δεδομένου ότι πλέον υπάρχουν απτά πραγματολογικά στοιχεία περί του ακριβώς αντιθέτου.
Παρακολουθώ έκπληκτος τη συζήτηση που γίνεται στην Ελλάδα. Μετά την παντελή αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης να πει τουλάχιστον την αλήθεια στον ελληνικό λαό για τις πρόσφατες και μελλοντικές εξελίξεις, οι φωνές που υπηρέτησαν με απόλυτη συνέπεια το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα-καθεστώς επιχειρούν να επανέλθουν σιγά-σιγά στο προσκήνιο. Κι αυτό, παρότι έχει εξαγριώσει μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων ανεξαρτήτως εθνικότητας. Ο μεγαλύτερος λαϊκισμός είναι τελικά αυτός που εξ αντανακλάσεως τρέφει τον λαϊκισμό στο όνομα του αντιλαϊκισμού!
Ας το καταλάβουμε, ο λαϊκισμός αποτελεί  ενδημικό φαινόμενο της  σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής και παροξύνεται σε περιόδους κρίσης. Και οι δύο αντιπαρατιθέμενες αντιλήψεις οδηγούν τη Δύση και κυρίως την Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση, όπως μαρτυρούν αναρίθμητα συμπτώματα θανάσιμου κινδύνου. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αποτελεί σκοτεινό πεπρωμένο, μια ανεξιχνίαστη μοίρα. Απαιτείται πριν από όλα ένας πλήρης αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικότητας και των προβλημάτων που αυτή γεννά. Υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχουν λανθασμένες αντιλήψεις. Δεν έχω σκοπό να υπεισέλθω σε αυτά τα θέματα (Προσπαθώ να τα αναλύσω στο βιβλίο Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Όψεις της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία, εκδόσεις Αγγελάκη, Δεκέμβριος 2016).
Θέλω να σημειώσω μόνο ότι η κουλτούρα του Διαφωτισμού είναι κριτική. Σύμφωνα με αυτήν, καμία τάξη δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν είναι νόμιμη, αν είναι άδικη. Η δικαιοσύνη και η ευτυχία είναι σημαντικοί και θεμιτοί στόχοι και αξίες της πολιτικής δράσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν υποσκάπτει την ελευθερία, διότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν είναι εννοιολογικά αντίθετες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου