του Σταύρου Λυγερού
Είναι κοινό μυστικό ότι η κυβέρνηση Τσίπρα προτίθεται στην προεκλογική περίοδο να παίξει δυνατά το χαρτί της κάθαρσης, δρομολογώντας επιλεκτικά τη δικαστική διερεύνηση υποθέσεων διαπλοκής-διαφθοράς, οι οποίες μπορούν να της αποδώσουν πολιτικά-εκλογικά οφέλη. Το πρόβλημα διαπλοκή-κλεπτοκρατία όχι μόνο είναι υπαρκτό, αλλά και είναι μία από τις βασικές αιτίες που η Ελλάδα έπεσε στα βράχια.
Την άνοιξη του 2011 δεκάδες και μερικές φορές εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες φώναζαν απευθυνόμενοι προς τη Βουλή «κλέφτες, κλέφτες». Το σύνθημα αυτό, ένα από τα κυρίαρχα των Αγανακτισμένων, είναι βεβαίως ισοπεδωτικό, επειδή υπάρχουν πολλοί βουλευτές που δεν είναι κλέφτες και λαμόγια. Επίσης, είναι απλοϊκό έως και παραπλανητικό, επειδή το δημόσιο χρέος που οδήγησε στα Μνημόνια δεν προέκυψε από τις κλεψιές υπουργών και βουλευτών.
Αυτό το σύνθημα, εντούτοις, έθεσε επί τάπητος, έστω και στρεβλά, το πρόβλημα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι από την κλεπτοκρατία επωφελούνται περισσότερο οι πολιτικοί. Το πρόβλημα είναι ότι έχουν καταλυτική ευθύνη για την ανάπτυξη και εδραίωση του κλεπτοκρατικού, σπάταλου, ανορθολογικού και παρασιτικού μοντέλου, που έριξε την Ελλάδα στον γκρεμό. Ως φορείς της λαϊκής εντολής και ως έχοντες καθήκον την υπεράσπιση του δημόσιου χρήματος και του εθνικού συμφέροντος, όφειλαν να έχουν λειτουργήσει διαφορετικά.
