Η περίπτωση του Αριστείδη Μπαλτά και της συζύγου του, το ερώτημα των προσόντων και η... ρετσινιά. Η «αναμάρτητη» αντιπολίτευση και τι ζητάμε τελικά από τους δημοσιογράφους.
του Κώστα Μαρκάζου*
Η σπουδαιότερη επιλογή του κάθε ανθρώπου είναι ποιοι είναι οι γονείς του. Ορίζει τουλάχιστον το σημείο εκκίνησης, τα πρώτα εφόδια και αρκετά άλλα καθοριστικά του υπόλοιπου βίου. Στην Ελλάδα, υπάρχει μια παράδοση προώθησης των τέκνων των πολιτικών μας εκπροσώπων σε διακομματικό βαθμό. Στα βιολογικά τέκνα προστίθενται και τα εξ αγχιστείας, αλλά και τα «δικά μας παιδιά» αφού κάνουν τη θητεία τους στο κόμμα.
Κάπως έτσι έχει εθιστεί η ελληνική κοινωνία στηνεπαγγελματική αποκατάσταση μέσω πολιτικής εύνοιας, παρά τις γενικόλογες ευχές περί αξιοκρατίας (ή τις κατάρες για την έλλειψή της). Είναι σύνηθες οι θυγατέρες να προικοδοτούνται με μία θέση στο Δημόσιο ενώ οι γιοι προτιμούνται σαν κληρονόμοι θέσεων στο κόμμα-επιχείρηση (με μικρές εξαιρέσεις).
Κατά καιρούς δημοσιεύονται περιπτώσεις στενών συγγενών πολιτικών που -όλως συμπτωματικώς- ανελίχθηκαν σε δημόσιες θέσεις. Ο δημοσιογράφος Κ. Ζούλας δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον άρθρο («Η ρετσινιά του δίκαιου Αριστείδη»-Καθημερινή 9/9/17). Περιγράφει την επαγγελματική διαδρομή της Ευαγγελίας Π. από μία δημοτική επιχείρηση στα Χανιά στη θέση της διευθύντριας Ακίνητης Περιουσίας της δημόσιας επιχείρησης ΚΤΥΠ («Κτιριακές Υποδομές ΑΕ»).
Μια υπάλληλος μετατίθεται από επαρχιακή δημοτική επιχείρηση σε εταιρεία του Δημοσίου, της αναγνωρίζονται προϋπηρεσίες και μεταγενέστεροι άσχετοι μεταπτυχιακοί τίτλοι, οι οποίοι -όλως συμπτωματικώς- είναι συναφείς με το πανεπιστημιακό αντικείμενο του συζύγου της. Τέτοιες ιστορίες έχει να διηγηθεί και ο τελευταίος Έλληνας. Τίποτα δεν θα ήταν εντυπωσιακό ή άξιο δημοσιότητας, αν η Ευαγγελία Π. δεν ήταν σύζυγος του Αριστείδη Μπαλτά. Η οργισμένη απάντηση του πρώην υπουργού ουσιαστικά επιβεβαιώνει το ρεπορτάζ, προσθέτοντας και τις ημερομηνίες που έλειπαν από το άρθρο.

