του Γιώργου Κοντογιώργη
Η ελληνική ιδιαιτερότητα συνδέεται με τη θέση του Ελληνισμού στην κοσμοϊστορία, σε αναφορά με την σημειολογία της νεοτερικότητας. Εάν προσεγγίσει κανείς την κοσμοϊστορία υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής ιδιοσυστασίας των κοινωνιών της, ο ελληνικός κόσμος θα καταλάβει μια, όχι απλώς κομβική, αλλά μοναδική θέση: οικοδόμησε για πρώτη φορά και διακίνησε στην ιστορία την ανθρωποκεντρική περίοδο της ανθρωπότητας, μέχρι που την οδήγησε στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα της νεότερης εποχής.
Η ανθρωποκεντρική αυτή περίοδος της κοσμοϊστορίας, ενσωμάτωσε στους κόλπους της επίσης τη ρωμαϊκή Ευρώπη, έως τη στιγμή που αυτή αποσπάσθηκε από το ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι και περιήλθε εκ νέου στη δεσποτεία. Η ανθρωποκεντρική θητεία του Ελληνισμού συνεχίσθηκε εντούτοις με το προσωνύμιο της βυζαντινής οικουμένης και μάλιστα κατά τρόπο ομοθετικά ίδιο με εκείνον της ελληνιστικής περιόδου.
Από αυτήν θα μετακενωθούν στη δυτική παρειά της λατινικής Εσπερίας τα θεμέλια της ανθρωποκεντρικής επανεκκίνησής της. Ο ελληνικός κόσμος, αν και σε καθεστώς αιχμαλωσίας, θα εξακολουθήσει την ανθρωποκεντρική του θητεία, με πρόσημο τη μικρή κοσμοσυστημική κλίμακα (της πόλης/κοινού), έως την είσοδό του στο κράτος-έθνος. Με απλούστερη διατύπωση, το τέλος της ανθρωποκεντρικής/ελληνικής “αρχαιότητας” τοποθετείται στο τέλος του 19ου αιώνα. Υπό μιαν έννοια δε και για την Εσπερία, στο μέτρο που η μετάβασή της από τον Μεσαίωνα στο ανθρωποκεντρισμό θα επισυμβεί ουσιαστικά με όχημα τη μικρή κλίμακα της πόλης.



