Και η εμπλοκή της δικαστικής εξουσίας στην επίλυση των τραπεζικών διαφορών
Των Κωνσταντίνου Καπόπουλου και Γιώργου Ψαράκη*
*Δικηγόροι στην Δικηγορική Εταιρεία «ΓΙΑΝΝΑΤΣΗΣ & ΨΑΡΑΚΗΣ»
Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών εφαρμόζεται από τις 31/12/2014 και αφορά στην εξώδικη διευθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων επιχειρήσεων/νοικοκυριών προς όλα τα ευρισκόμενα στην Ελλάδα χρηματοδοτικά ιδρύματα, ακόμα και αυτά που βρίσκονται σε εκκαθάριση, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing). Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από την έναρξη εφαρμογής του και έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε α) ποιες πρακτικές αλλαγές επέφερε στη σχέση μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ιδρύματος και β) ποια είναι η θέση των δικαστηρίων μας για τα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του.
Ο Κώδικας προβλέπει ρυθμίσεις που περιγραφούν αναλυτικά όλα τα στάδια διαπραγμάτευσης -την λεγόμενη «Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων»- που πρέπει να λάβουν χώρα όταν μια οφειλή καταστεί ληξιπρόθεσμη για διάστημα μεγαλύτερο των 60 ημερών, καθώς και όταν ο δανειολήπτης καταγγελμένης πριν από την 1.1.2015 σύμβασης ζητήσει μόνος του την ένταξή του, υποβάλλοντας παράλληλα τα απαραίτητα έγγραφα για την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής των οφειλών του.
Η εν λόγω διαδικασία εκκινείται με την ενημερωτική επιστολή του χρηματοδοτικού ιδρύματος προς τον δανειολήπτη, συνεχίζει με την υποβολή των οικονομικών στοιχείων του τελευταίου και τυχόν κατ΄ ιδίαν συναντήσεις με εκπροσώπους της τράπεζας, και τελειώνει με την ανταλλαγή γραπτών προτάσεων ρύθμισης (σε προκαθορισμένα χρονικά όρια, με συγκεκριμένη σειρά και υποχρεωτικό περιεχόμενο) και την επίτευξη ή όχι συμφωνίας ρύθμισης. Μετά την υποβολή των οικονομικών στοιχείων από τον δανειολήπτη η τράπεζα υποχρεούται να υποβάλει γραπτή πρόταση ρύθμισης, η οποία και πρέπει να αναφέρει τουλάχιστον ορισμένα στοιχεία (επιτόκιο, χρόνος αποπληρωμής, αριθμό δόσεων κ.ά.), ενώ ο δανειολήπτης έχει την δυνατότητα είτε να την δεχθεί είτε να αντιπροτείνει την δική του θέση. Στη συνέχεια, η τράπεζα είτε συμφωνεί με την αντιπρόταση αυτή του δανειολήπτη είτε υποβάλει γραπτώς την δεύτερη και τελική πρότασή της, πρόταση στην οποία θα πρέπει να αναμένει τη συμφωνία ή μη του δανειολήπτη. Όπως αναφέρεται και σε σχετική δικαστική απόφαση του 2017 (Πρωτοδικείο Αθηνών): «Ειδικότερα, για κάθε κατηγορία δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται ενδεικτικά, στοιχεία όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών. Αν ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχείρησης, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο. Το ίδρυμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια να συνεργαστεί με το δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση».



