Νέα Πολιτική

του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*
Με ταυτόχρονες και παράλληλες δηλώσεις, Τουρκία και Ισραήλ ανακοίνωσαν επίσημα τη Δευτέρα 27 Ιουνίου ότι κατέληξαν σε συμφωνία για την αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων που είχαν διακοπεί από το επεισόδιο του «Mavi Marmara» το 2010. Η ισραηλινή επιδρομή είχε στοιχίσει τη ζωή 9 Τούρκων ακτιβιστών, που επεδίωκαν στο πλαίσιο ενός διεθνούς στολίσκου τη διάσπαση του αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας και τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας. Έκτοτε και με αφορμή τουρκικές κυρίως δηλώσεις και ενέργειες, οι σχέσεις των άλλοτε δύο στενά συνεργαζομένων κρατών οδηγήθηκαν σε ρήξη με αποκορύφωμα την ανάκληση των πρεσβευτών. Παρά την όξυνση των σχέσεων, η μεταξύ των εμπορική συνεργασία (αξίας περίπου 5 δις USD ανά έτος) συνεχίστηκε έστω και μειούμενη τα τελευταία χρόνια.
Η επιτευχθείσα συμφωνία προβλέπει την καταβολή από το Ισραήλ ποσού 20 εκατομμυρίων USD για τις οικογένειες των θυμάτων, ενώ θα επιτραπεί στην Τουρκία να προχωρήσει σε αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας μέσω του ισραηλινού λιμανιού Ashdod, καθώς και στην κατασκευή κοινωφελών έργων στη Λωρίδα της Γάζας. Παράλληλα η τουρκική βουλή νομοθετικά θα παρεμποδίσει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση των οικογενειών των θυμάτων. Με την ανακοινωθείσα λύση διατηρείται ο ισραηλινός ναυτικός αποκλεισμός της Γάζας ενώ παράλληλα επιτυγχάνεται η επιδίωξη της Άγκυρας για προώθηση της ανθρωπιστικής βοήθειας και της παράλληλης προβολής της τελευταίας ως προστάτριας των κατατρεγμένων Παλαιστινίων. Ενδεικτική και η διαφορετική διατύπωση εκάστης πλευράς με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Νετανιάχου να δηλώνει ότι «αμυντικός ναυτικός αποκλεισμός» του ελεγχόμενου από τη Χαμάς θύλακα συνεχίζεται αλλά μπορεί πλέον να φθάνει ανθρωπιστική βοήθεια (προφανώς υπό τον έλεγχο των Ισραηλινών αρχών), ενώ αντίθετα ο Τούρκος ομόλογός του Μπινανλί Γιλντιρίμ ανέφερε, ότι σε μεγάλο βαθμό αίρεται ο αποκλεισμός της Γάζας.
Η αναμενόμενη μερική αποκατάσταση των σχέσεων υπήρξε αποτέλεσμα της αστάθειας της ευρύτερης περιοχής, της αμοιβαίας ανησυχίας για τη λήξη της ιρανικής απομόνωσης, των αμερικανικών πιέσεων, των προβλημάτων ασφαλείας που Άγκυρα και Τελ-Αβίβ αντιμετωπίζουν, αλλά και των προσδοκιών αμοιβαίων κερδών από ενεργειακά προγράμματα (τροφοδοσία Τουρκίας από ισραηλινό φυσικό αέριο) και εμπορική και τουριστική συνεργασία. Η εκρηκτική κατάσταση στη Συρία, οι δραστηριότητες του «ισλαμικού Κράτους» και η σταδιακή αναμενόμενη ενδυνάμωση του ρόλου της Τεχεράνης ανάγκασαν τις δύο χώρες να προχωρήσουν στην αποκατάσταση των σχέσεων τους. Εκτιμάται όμως ότι η αμοιβαία καχυποψία θα εξακολουθήσει να υπάρχει ειδικά στο Τελ-Αβίβ όσο ο Πρόεδρος Ερντογκάν και το ΑΚΡ παραμένουν στην εξουσία, ενώ σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν και οι αναμενόμενες τουρκικές ενέργειες περιορισμού των ακραίων θέσεων και δράσεων της Hamas. Όπως είναι φυσικό σε ανάλογες καταστάσεις αδιευκρίνιστα παραμένουν σειρά ευαίσθητων ζητημάτων (πχ κουρδικό ζήτημα, υποστήριξη αντιπάλων ομάδων στη Συρία). Η επαναπροσέγγιση έγινε υπό την ευλογία και συνεχείς πιέσεις της αμερικανικής διπλωματίας αλλά και πρωτευουσών ευρωπαϊκών και μη χωρών. Η αποκατάσταση των σχέσεων συμπίπτει και με την πρόσφατη συγκαλυμμένη έκφραση συγγνώμης του Τούρκου Προέδρου για την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους στη Συρία (Νοέμβριος 2015).
Τα διεθνή πρακτορεία, αναφέρονται στο ρόλο που έπαιξαν τα κοινά προβλήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες αλλά εστιάζονται και στην επιθυμία δρομολόγησης κοινών
ενεργειακών προγραμμάτων. Η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικών αερίου στην θαλάσσια περιοχή Κύπρου (Αφροδίτη)-Ισραήλ (Leviathan) -Αιγύπτου (Zohr) θέτει μια σειρά ζητημάτων και προοπτικών για την εκμετάλλευση τους με τη συμμετοχή και των πολυεθνικών εταιρειών αλλά και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων. Η προ έτους ανακοίνωση της ιταλικής εταιρείας Eni για την ανακάλυψη τεραστίου κοιτάσματος φυσικού αερίου στην αιγυπτιακή υφαλοκρηπίδα οδηγεί σε επανεκτίμηση όλων των λύσεων που είχαν προβληθεί την τελευταία πενταετία. Σήμερα, η αιγυπτιακή και τουρκική αγορά αναζητούν πρόσθετες πηγές ενέργειας, η πρώτη για να καλύψει τις ανάγκες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και η δεύτερη για να απεξαρτοποιηθεί από το ρωσικό αέριο. Το Ισραήλ επίσης είναι προβληματισμένο για το βέλτιστο τρόπο εκμετάλλευσης των δικών του κοιτασμάτων. Οι βασικές επιλογές αναφέρονται σε κατασκευή υποθαλασσίου αγωγού (προς Ελλάδα ή Τουρκία και μετά προς Ευρώπη) ή στην κατασκευή χερσαίων (Αίγυπτος ή Κύπρος) ή πλωτών εγκαταστάσεων υγροποίησης φυσικού αερίου και μεταφοράς με πλοία LNGs. Κάθε λύση περιέχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα με το κόστος κατασκευής να αποτελεί σημαντικό κριτήριο. Φυσικά ως οικονομικότερη λύση προβάλλει η κατασκευή ενός χερσαίου αγωγού που θα διέσχιζε Λίβανο και Συρία, γεγονός που προϋποθέτει την αβέβαιη ειρήνευση της περιοχής. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το Τελ-Αβίβ εκτιμά ότι μια επανεκκίνηση των σχέσεων με την Τουρκία, πλέον της ενίσχυσης του έναντι του Ιράν, προσφέρει και περισσότερες – ίσως και αποδοτικότερες – επιλογές εκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας. Αντίστοιχα η Άγκυρα θεωρεί ότι ισχυροποιεί τη θέση της στο ενεργειακό παιχνίδι και ενδεχομένως σε θέματα θαλασσίων ζωνών.
Όπως έγινε γνωστό, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ενημέρωσε τηλεφωνικά και τον Έλληνα ομόλογο του για την αποκατάσταση των τουρκικοϊσραηλινών σχέσεων επιβεβαιώνοντας τη διάθεση της χώρας του για περαιτέρω εξέλιξη της διμερούς (και τριμερούς, με τη συμμετοχή της Κύπρου) συνεργασίας στην περιοχή. Η ελληνική πλευρά φαίνεται ότι από καιρό ανέμενε ανάλογες εξελίξεις οι οποίες εκτιμάται ότι δεν θα επηρεάσουν την ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση και συνεργασία, όπως άλλωστε επανειλημμένως έχει διακηρυχτεί και παλαιότερα. Την παρούσα περίοδο, οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμούν τη σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου άρα και την αγαστή (σε όσο πλαίσιο είναι δυνατή) συνεργασία και αλληλεξάρτηση των κυρίων δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτος). Η επιτυχία της ελληνικής πολιτικής έγκειται στο να προφυλάξει και προωθήσει τα συμφέροντα τα δικά της καθώς και της αδελφής Κυπριακής Δημοκρατίας στην περιοχή, εμφανιζόμενη ως ο απαραίτητος παράγοντας σταθερότητας και συντελεστής που διασφαλίζει την ολοκλήρωση κάθε προγράμματος. Πλέον όμως της διάθεσης συνεργασίας και ανάληψης πρωτοβουλιών επιβάλλεται και η σταθερή προσήλωση Ελλάδος και Κύπρου σε κοινές θέσεις μακριά από φοβικά σύνδρομα και ευκαιριακές πολιτικές σκοπιμότητες. Αναμφισβήτητα ο ελληνισμός δεν διαθέτει σήμερα την απαιτούμενη ισχύ αλλά διαθέτει σημαντικά ερείσματα και η υπερτίμηση του αντιπάλου αποτελεί ολέθριο σφάλμα.
* Υποστράτηγος εα, Διευθυντής Μελετών του ΕΛΙΣΜΕ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου