Νέα Πολιτική
του Σπύρου Λυγκούρη*
Η 21η Απριλίου
στην ιστορική και κοινή μας μνήμη έχει ταυτιστεί με την επέτειο του
στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1967, που οδήγησε στην εγκαθίδρυση
προσωποπαγούς καθεστώτος από μερίδα αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων κάτω από
την ηγεσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Η επιβολή της λεγόμενης «Χούντας των
Συνταγματαρχών» αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου της
χώρας, των παθογενειών της οποίας αποτελούσε γνήσιο τέκνο, αλλά και μία βαλβίδα
καθυστέρησης ως προς τις διεθνείς εξελίξεις. Η χρονική σύμπτωση της κατάρρευσης
του καθεστώτος με τα γεγονότα της Κύπρου προσέδωσε στο ιστορικό φαινόμενο την
απαραίτητη δόση τραγωδίας και σοκ, που ήταν απαραίτητα προκειμένου να δοθεί ένα
τέλος σε μία εποχή και να ξεκινήσει η αφήγηση της νέας.
Η περίπτωση της Χούντας του 1967 δεν μπορεί να αναγνωσθεί
έξω από τα ιστορικά της συμφραζόμενα. Οι καταβολές της ανάγονται στις εποχές
του Εθνικού Διχασμού και στην ενεργό συμμετοχή του στρατού στην διαμόρφωση της
πολιτικής σκηνής μέσα από την «κομματικοποίηση» του στρατεύματος και την συμμετοχή
υψηλόβαθμων αξιωματικών σε στρατιωτικά κινήματα εναντίον της μιας ή της άλλης
κυρίαρχης παράταξης. Τέτοια ήταν τα κινήματα του Νικολάου Πλαστήρα το 1922 και
το 1935, των Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου το 1923 και του Κονδύλη το 1935. Ο
Εμφύλιος πόλεμος (1946-1949) εκτός από τις μυριάδες καταστροφές σε έμψυχο και
άψυχο υλικό επέφερε και άλλη μία αλλαγή στο εσωτερικό πεδίο κατανομής ισχύος.
Από το 1949 και την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Αλέξανδρο Παπάγο το
στράτευμα αρχίζει να αυτονομείται από τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, η οποία
κρίθηκε περίπου ως ανάξια να αντιμετωπίσει την ανάφλεξη της εσωτερικής
επανάστασης.
Η επικράτηση του Εθνικού Στρατού στις μάχες του Γράμμου
και του Βίτσι (Αύγουστος 1949) εκτός του ότι παρουσιάστηκε ως νίκη του Παπάγου
και του Στρατού έναντι της αναποτελεσματικής πολιτικής ηγεσίας, προσέδωσε στον
κόσμο των αξιωματικών το «φωτοστέφανο του σωτήρα του κοινωνικού και πολιτικού
καθεστώτος». Από εκείνο το σημείο και μετά υψηλόβαθμοι και κατώτεροι
αξιωματικοί θα δείχνουν σημάδια επέμβασης κάθε φορά, που το καθεστώς, που
γεννήθηκε μέσα από την νίκη του 1949, έδειχνε να αμφισβητείται. Το γεγονός, ότι
μεγαλύτερη κινητικότητα παρουσιάζεται από τους λεγόμενους «μικρούς του
στρατεύματος» (όπως τέτοιοι ήταν και οι πραξικοπηματίες του 1967) εξηγείται και
από συντεχνιακούς λόγους.
Αναφορά πρέπει να γίνει και στο θεσμικό πλαίσιο της
μετεμφυλιακής περιόδου, το οποίο ενίσχυε στην πράξη τον χωρισμό των πολιτών σε
«εθνικόφρονες-μη εθνικόφρονες», χωρίς βέβαια ποτέ ο κόσμος των λεγομένων
«εθνικοφρόνων» να αποκτήσει ενιαίες δομές και έκφραση. Το Σύνταγμα του 1952
γεννημένο μέσα στις φλόγες του Εμφυλίου δεν μπορούσε να αποτελέσει το όχημα για
το πέρασμα της χώρας στην νέα μεταπολεμική περίοδο, όπως συνέβη σε άλλες χώρες
της Δυτικής Ευρώπης. Αντίθετα, η ύπαρξη του λεγόμενου «παρά-Συντάγματος»
θεσμοθέτησε τις διώξεις εναντίον των οπαδών της Αριστεράς μέσα από τον κύκλο
των Εκτάκτων Μέτρων. Αυτές οι έκτακτες διαδικασίες θα γνωρίσουν έξαρση μετά τις
εκλογές του 1958 και την επάνοδο της «αριστερής απειλής» λόγω της ανάδειξης της
Ε.Δ.Α σε αξιωματική αντιπολίτευση.
Η συγκράτηση ενός τμήματος του πληθυσμού σε ένα καθεστώς
ημιπαρανομίας δικαιολογούσε την παραμονή ενός πλέγματος εξουσίας μαθημένης στην
εμφυλιοπολεμική πόλωση, χωρίς την οποία και σε καθεστώς μερικής
δημοκρατικοποίησης η παρουσία του θα ήταν θνησιγενής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο,
ότι η στάση του Απριλίου 1967 θα προέλθει από αξιωματικούς πλήρως αφοσιωμένους
στον αντικομμουνιστικό αγώνα . Η προβληματική πτυχή για την τύχη των θεσμών θα
έρθει, όταν αυτό το πλέγμα εξουσίας θα ταυτιστεί με βασιλική εξουσία. Το Στέμμα
ως ένας από τους βασικούς πυλώνες ισχύος στην μεταπολεμική εποχή θα θελήσει να
διατηρήσει μια ιδιότυπη πρωτοκαθεδρία. Για να το πετύχει αυτό θα προσπαθήσει
ταυτόχρονα να έχει την βασική εποπτεία επί του στρατεύματος (που το θεωρούσε
περίπου ως προνομιακό χώρο δράσης του ) και να ακυρώσει κάθε προσπάθεια
περιορισμού της επιρροής του (βλέπε μεταρρύθμιση της «Βαθείας Τομής» του 1963).
Μέχρι το 1963 αυτός ο σκοπός πραγματοποιούταν χωρίς να
προσβληθεί η ιεραρχία της ισχύος. Τα Ιουλιανά, όμως, του 1965 με την καθαίρεση
του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και τις
«κυβερνήσεις των αποστατών» τραυματίσαν βαθύτατα το ίδιο το κύρος του θεσμού,
εφόσον φάνηκε ο Βασιλιάς να ταυτίζεται με την συντηρητική παράταξη και να
απολύει έναν πρωθυπουργό, που μόλις ένα χρόνο πριν είχε λάβει το 53% του
εκλογικού σώματος. Η «Κρίση των Θεσμών» είχε φτάσει στο απόγειό της. Το
μετεμφυλιακό πλέγμα εξουσίας δεν μπορούσε να σταθεί.
Η περίοδος της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974) διέκοψε
την πορεία σύνδεσης της Ελλάδος με τις δομές της Δυτικής Ευρώπης, όπως αυτό
εκφράστηκε με την αποχώρηση της χώρας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το
εγχείρημα συνεχίστηκε μόνο μετά την επάνοδο της χώρας σε δημοκρατικές βάσεις
από το 1974 και μετά, για να ολοκληρωθεί το 1979 με την ένταξη στις δομές της
τότε Ε.Ο.Κ. Παράλληλα, ο στείρος αυταρχισμός δεν επέτρεψε να ευδοκιμήσουν πολλά
από τα ρεύματα σκέψης, που εκείνη την εποχή πραγματώνονταν στην Δύση. Το
λεγόμενο «Πνεύμα του 1968» δεν διοχετεύτηκε στην ελληνική σκηνή της στιγμή της
γέννησής του και έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1973 και τις εξεγέρσεις της
Νομικής και του Πολυτεχνείου.
Η πτώση, όμως, της δικτατορίας συμπαρέσυρε και το πλέγμα
εξουσίας που την γέννησε. Οι διαχωριστικές γραμμές του Εμφυλίου, που είχαν
αρχίσει να ξεφτίζουν μεσούσης της δικτατορίας, έδωσαν την θέση τους στην γραμμή
της συμφιλίωσης μέσα και από την νομιμοποίηση του Κ.Κ.Ε το 1974. Παράλληλα η
ανάδειξη νέων κυρίαρχων πολιτικών σχημάτων σε αντικατάσταση των χρεοκοπημένων
προδικτατορικών και η κατάργηση του βασιλικού θεσμού μέσω της λαϊκής
ετυμηγορίας έδωσαν τα δείγματα γραφής της πολιτικής αλλαγής που συντελέστηκε.
Το τραγικό είναι, ότι αυτή η αναγκαία μεταβολή επισπεύστηκε μέσα από την
επιβολή ενός στρατιωτικού αυταρχισμού και μέσα από την τραγωδία του Κυπριακού
Ελληνισμού.
*Μεταπτυχιακός
φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου