του Παναγιώτη Ήφαιστου
Συνεκτιμώντας τη διαπραγματευτική πρακτική όλων των κρατών στις διαπραγματεύσεις των διακρατικών διενέξεων, εάν και όταν διακοπούν, η νέα συνάντηση γίνεται από μηδενική βάση και όχι από εκεί όπου εξαρχής στέκεται αμετακίνητος ο επιτιθέμενος και δράστης παράνομων τετελεσμένων. Στο Κυπριακό αυτή είναι η Τουρκία. Ο ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας ορίζεται ρητά στον Χάρτη ότι είναι η αποκατάσταση της διεθνούς τάξης και ασφάλειας. Πάντα βέβαια όταν συμφωνούν οι μεγάλες δυνάμεις που διαθέτουν δικαίωμα βέτο, εξ ου και οι αποφάσεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι σπάνιες. Κανένα δικαίωμα δεν έχει, λοιπόν, οποιοδήποτε όργανο του ΟΗΕ να παρέμβει ή να υποδείξει το εσωτερικό καθεστώς ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους.
Ακόμη πιο τραγικό είναι όταν εμείς οι ίδιοι στις εσωτερικές συζητήσεις μας, τις οποίες όλοι ακούνε, θεωρούμε τις κατά βάση εκβιαστικές και παράνομες καταγραφές σε ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας ως γεγονός που παράγει νέα δεσμευτική νομιμότητα. Απλά το θύμα υπό εκβιασμό δέχθηκε να καταγραφούν θολοί και αποδεδειγμένα ανύπαρκτοι όροι όπως δικοινοτική, μετά διζωνική και μετά μια πρωτοφανής «ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» σε εθνική βάση.
Τελευταία ακούμε και χειρότερα, δύο δηλαδή χαλαρά συνδεδεμένα κράτη που δεν αναιρούν φυσικά τα παράνομα τετελεσμένα ή την επικυριαρχία της Τουρκίας διαμέσου των εποίκων.
Είναι περίεργο το γεγονός πως στην Κύπρο και στην Ελλάδα αναρίθμητοι φορείς πολιτικής εξουσίας και φορείς επιστημονικών τίτλων δεν γνωρίζουν τις καταστατικές διατάξεις του ΟΗΕ, τις Υψηλές Αρχές του καθεστώτος κρατικής κυριαρχίας, την αυστηρή οριοθέτηση του ρόλου του Συμβουλίου Ασφαλείας (Κεφάλαιο Ι) και την υποχρεωτικά και ρητά περιορισμένη δικαιοδοσία του να αποκαταστήσει την διεθνή τάξη και ασφάλεια!

