Του Νίκου Ιγγλέση
Ο Ελληνισμός βρίσκεται σε ψυχρό, προς το παρόν, πόλεμο με τη νέο-οθωμανική αναθεωρητική Τουρκία, η οποία ήδη διεξάγει εναντίον του υβριδικές επιχειρήσεις. Το θέμα δεν είναι αν θα υπάρξει πολεμική σύγκρουση – περιορισμένη ή γενικευμένη – αλλά το πότε αυτή θα γίνει. Το αναπόφευκτο της σύγκρουσης προκύπτει από τη φιλοδοξία της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή ηγεμονική δύναμη στη Μέση Ανατολή και σε Ανατολική Μεσόγειο – Αιγαίο Πέλαγος.
Στον σημερινό κρατο-κεντρικό κόσμο, το Διεθνές Δίκαιο εφαρμόζεται a la carte, σύμφωνα με την κρατική ισχύ, που αποτελεί το κυριότερο νόμισμα στη διεθνή πολιτική. Δεν υπάρχει «διεθνής αστυνομία» που να φροντίζει για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, όπως γίνεται στο εσωτερικό ενός κράτους, όπου η αστυνομία επιβάλλει την εφαρμογή των νόμων και συλλαμβάνει τους παραβάτες. Ουσιαστικά το Διεθνές Δίκαιο εφαρμόζεται ανάλογα με τη στρατιωτική, ναυτική και αεροπορική ισχύ των αντιπαρατιθέμενων κρατών. Η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου είναι το άλλοθι ετεροπροσδιορισμένων, δειλών, φοβικών ή αφελών πολιτικών ηγεσιών που δε θέλουν να αναλάβουν το κόστος της υπεράσπισης των έσχατων εθνικών συμφερόντων μέσω της συνεχούς αναβάθμισης της πολιτικής, διπλωματικής, οικονομικής, κοινωνικής και στρατιωτικής ισχύος. Από την αρχαιότητα ο μεγάλος Θουκυδίδης (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων) είχε επισημάνει: «Κουβέντα και διαπραγματεύσεις για το τι είναι σωστό και δίκαιο γίνονται μόνο μεταξύ ισοδύναμων, αλλιώς ο ισχυρότερος επιβάλλει αυτά που η ισχύς του επιτρέπει να επιβάλλει, ο δε αδύναμος υπομένει αυτά που η αδυναμία του τον αναγκάζει να αποδέχεται».
Ένα κράτος-έθνος είναι κυρίαρχο και ασφαλές όταν δεν είναι αναγκασμένο να θυσιάσει τα νόμιμα συμφέροντά του προκειμένου να αποφύγει τον πόλεμο και είναι ικανό, εάν απειληθεί, να τα υπερασπιστεί ακόμα και με προσφυγή σε πόλεμο. Σε τελική ανάλυση, δικό μας είναι ό,τι μπορούμε να υπερασπιστούμε.

