Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Μία χώρα όπως η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι φάρος παροχής εκπαίδευσης και γνώσης τον 21ο αιώνα.
«Είναι πρωτοφανές, τη στιγμή που η διεθνής εκπαιδευτική αγορά αντιπροσωπεύει περί τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια και από αυτά η χώρα σας θα μπορούσε να προσελκύσει ένα 10%, ήτοι 3 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, να προτιμά να μην κάνει τίποτε απολύτως αλλά να προκρίνει διαπραγματεύσεις για δανεικό χρήμα».
Την ειρωνική αυτή παρατήρηση μας διατύπωσε ένας Εσθονός πρώην συνάδελφος, σήμερα διπλωμάτης, ο οποίος ύστερα από τέσσερα χρόνια παραμονής και εμπειρίας στην Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά τι λέει και γιατί. Και δεν έχει άδικο.
Μία χώρα που κομπάζει ότι είναι η κοιτίς του πολιτισμού, προτιμά να επαιτεί για δάνεια, «κουρέματα» χρεών και άλλα παρόμοια, παρά να προάγει την παιδεία της και τον συναφή με αυτήν πολιτισμό της, γιατί έτσι θέλουν κάποιοι ιδεοληπτικοί πολιτικοί και οι συνδικαλιστές πελάτες τους.
Την ίδια στιγμή, στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, καθώς και στην Κύπρο, η επιχειρηματική εκπαίδευση αναπτύσσεται πλέον με ταχύτατους ρυθμούς και προσελκύει χιλιάδες φοιτητές από την Ασία, την Κίνα και κάποιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).
Έτσι, παρά το γεγονός ότι το κόστος σπουδών στις χώρες που προαναφέραμε είναι υψηλό σε σύγκριση με το αντίστοιχο στη Δύση, περισσότεροι από 34.000 φοιτητές παρακολουθούν μαθήματα σε σχολές διοικήσεως επιχειρήσεων στη Λετονία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Εσθονία και την Τσεχία. Πληρώνουν δε ετησίως κάποια 12.000 ευρώ, τα οποία αντιπροσωπεύουν τα δίδακτρα και τις λοιπές δαπάνες των φοιτούντων.

